Υπήρξες ποτέ; ~ Λίνα Βαταντζή

 


Στο κέντρο ενός ξέφωτου
πώς μοιάζουν τα δέντρα που σε τριγυρίζουν;

Οι σκιές πονούν, το φως πονά

περνά ο χρόνος,
κελάηδημα καρδερίνας
σε κήπους πρώιμης άνοιξης -
κι εμείς αναζητούμε
συνεχώς
το κελάρυσμα του ποταμιού,
μα δεν προλαβαίνουμε το νερό

εμπειρία δίχως βάπτιση σε όσα ποθούμε

και μας αξίζει μια τρυφερότητα αμοιβαία -

πλατιά αντίληψη και μάχη τελετουργική
η ζωή,
βότσαλο στο ρέμα αγωνίζεται
να παραμείνει
μάρτυρας
μιας ομορφιάς που μας κυκλώνει
αλλά μας στεφανώνει
με κρίνους και αγκάθια -

και πώς να υπάρχουμε
χωρίς να θυσιαστούμε;


@Erina Espiritu












Έαρ ~ Μαρία Μαραγκουδάκη


Εκ του ασφαλούς η Άνοιξη επιτίθεται.
Αιώνες τώρα στημένα τα δόκανα.
Παραδινόμαστε αμαχητί και ευτυχείς.
Ψυχή τε και (προπάντων) σώματι.
Μαργιόλικο το Έαρ
Και όλα τα εαρινά επίσης.
Με αδιάντροπη αθωότητα, αλαζονικά και φιλάρεσκα
ξεδιπλώνονται ένα-ένα.
Έρωτες, υπαίθρια café, αλλεργίες, άνθη, πάθη,
λουλουδιασμένες βιτρίνες, έντομα,
φίδια, εσύ κι η ανελέητη ομορφιά σου.
Το εφήμερο.
Κάποιος πεθαίνει στα ψέματα και ανασταίνεται στ’ αλήθεια.
Ή μήπως αντίστροφα;
Αρνούμαι να διαλευκάνω το μυστήριο.
Ένα αεράκι πρώιμης εφηβείας ξεγλιστρά απ’ τον Αίολο.
Διαπερνά τις χαραμάδες της ιστορίας
και γρατζουνιέται στις τσουκνίδες.
-Αμόλα καλούμπα στο ανέφικτο.
-Τώρα! Όχι χθες…


(Έστω ότι... οδός Πανός 2010)




@Erina Espiritu


Η Στιγμή ~ Τάσος Σ. Μάντζιος


Σε θέση βρίσκομαι,
αναμφίβολα,
εξόχως δυσχερή.
Μα,
δεν θα μ΄ εμποδίσει
να απολαύσω τη στιγμή,
που,
έστω κι έτσι,
επιτέλους,
πετάω,
είπε,
στα νύχια του αετού
πιασμένη
η χελώνα.






Μια αλλιώτικη άνοιξη ~ Κώστας Βασιλάκος


Στα μελαγχολικά σου μάτια
ένα όνειρο τρεμοσβήνει
και ένα ψιλόβροχο
ποτίζει με φθινόπωρα
τα μοναχικά βράδια.
Άσε με να γονατίσω
μπρος από τα πάθη σου,
χάρισε μου τη θλίψη,
θέλω να φιλήσω τις πληγές
στα γυμνά σου πόδια,
να αλείψω με μύρο
τα ξεραμένα χείλη,
να φυτέψω κρινάκια
στων μαλλιών την αλμύρα.
Σήμερα ένας άνθρωπος
κάνει κήπο την καρδιά
να γείρουν κατά τον ήλιο
τα νοτισμένα χαμόγελα,
ένας άλλος σβήνει αρνήσεις
για να σεργιανίσουν ελπίδες
που έχασαν τους προορισμούς
σαν τα πουλιά στο γαλάζιο
και ένα πνιγμένο παιδί
σπρώχνει τα κύματα ως το γέρμα
ν’ αφουγκραστούμε το άδικο
στων ψυχών τ’ ανομολόγητα.
Τούτη την άνοιξη
κίτρινες μαργαρίτες,
κόκκινες παπαρούνες
και ανθισμένα κλαδιά
είναι τα αχ όλου του κόσμου.
Άσε με να κρατήσω σφιχτά
το χέρι της παραίτησής σου,
άσε με να σου λέω σ’ αγαπώ
και ας αποστρέφεις το βλέμμα.
Τούτη η άνοιξη θάναι αλλιώτικη,
είθε να 'ναι και βαθιά Ανθρώπινη.




Κώστας Βασιλάκος
21 Μαρτίου 2024
















Μαρία Χρονιάρη ~ Ένας άλλος κόσμος

Ποιητής είναι αυτός
που σωπαίνει
όταν οι άλλοι
ουρλιάζουν
για ταυτότητα

Η φωτογραφία είναι της ποιήτριας από τον Αχελώο στο χωριό της μητέρας της.


Ποίημα Ποιητικής ~ Κατερίνα Ατσόγλου


Η ποίηση
είναι ο τρόπος και ο σκοπός της ζωής μας.
Είναι τα χαμένα χρόνια της αθωότητας
πάνω στην έρημη από ανθρώπους γη.
Είναι ο δρόμος και η ανακάλυψη της εσωτερικής ευτυχίας,
είναι η αισθητική της ηθικής
η επαφή με τη δυναμική των λέξεων.
Η ποίηση μιλά όταν οι ποιητές σιωπούν,
όταν οφείλουν να ακούσουν την ψυχή να φτερουγίζει.
Είναι η όαση στην έρημο της ζωής μας,
η σανίδα σωτηρίας την ώρα της καταστροφής,
η επιμονή,
η υπομονή,
το θράσος,
ο ήχος της σιωπής.
Οι πιο ενδόμυχες σκέψεις μας,
όταν όλοι και όλα
μας έχουν εγκαταλείψει.
Η ποίηση
είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας (1).



 "Συμβολισμοί", εκδόσεις Βακχικόν, 2020

1. (Ο τελευταίος στίχος ανήκει στο κείμενο «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο», από τη συλλογή «Υψικάμινος», του Α. Εμπειρίκου, εκδ. Άγρα)






Το κάρο του χρόνου ~ Γιώργος Δρίτσας


Μέσα στα βάθη των αιώνων
κυλάει ακάματο το κάρο του χρόνου,
πάνω στις ναρκωμένες πλησμονές
πάνω στις χαμένες ελπίδες.
Φτιαγμένο από βαρύ ξύλο
φρεσκοκομμένης βελανιδιάς,
από το δάσος των ξεχασμένων ονείρων
και των ξεθωριασμένων ιδανικών.
Το σέρνουν δύο άλογα
μαύρα σαν ρουμπίνια,
η λήθη και η αμνησία
δεμένα σφικτά
με λεπτό χαλινάρι,
υπόλειμμα από το χοντρό δέρμα
της γδαρμένης αμφιβολίας.
Οι μαυροβερνικωμένες ρόδες του συχνά
σκαλώνουν στα χορταριασμένα
κοιμητήρια των ετών,
σκαλίζοντας το μονοπάτι
από την αρχή..
(31/12/22, εν αναμονή του ερχομού του 2023)
 
 
 


 





Κώστας Βασιλάκος

Λίγα λόγια και κάποιες σκέψεις για την διαδρομή στα μονοπάτια της ποίησης!!!!
Αισθάνομαι ένας ταπεινός «ταξιδευτής της ζωής» που επιχειρεί να αφηγηθεί, πότε επιτυχώς πότε ανεπιτυχώς, τα ταξίδια και τις περιπλανήσεις του στις γειτονιές, τις πόλεις, τους πολιτισμούς, με χρώματα από λέξεις και στίχους.
«Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι μη γίνω «ποιητής». Μην κλειστώ στο δωμάτιο ν’ αγναντεύω την θάλασσα κι απολησμονήσω», γράφει η Κατερίνα Γώγου, επαληθεύοντας για άλλη μια φορά το Νίκο Καζαντζάκη, ότι ο ποιητής πρέπει στους δύσκολους καιρούς να παραμένει «ο σεισμογράφος του καιρού του», να γίνεται ο αγωγός των μηνυμάτων της κοινωνίας που υποφέρει, φοβάται, σιωπά, αγωνιά, επαναστατεί.
Υπέροχος στίχος και πόσο αληθινός, γιατί αν απομακρυνθεί ο ποιητής από την κοινωνία και τα προβλήματά της, δεν μπορεί να τραγουδήσει την ελπίδα και να σαλπίσει τον αέρα της αλλαγής. Αν δεν αγγίξει τις πληγές της καθημερινότητας, «ποιεί και πράττει» ψεύτικα. Αυτές οι πληγές σκάβουν την ψυχή του ποιητή και ξεχύνονται στις καρδιές και στα σοκάκια ανεμίζοντας αλήθειες και οράματα. Ειδικά τη σημερινή εποχή, που η επίπλαστη ευμάρεια και ο καταναλωτισμός οδήγησαν τον άνθρωπο σε μια νοσηρή εσωστρέφεια, φυλακίζοντας και απαξιώνοντας την ύπαρξή του.
Η αγωνία των νέων για το αύριο, η απόγνωση των αστέγων, η ανεργία και ο αγώνας για επιβίωση, η αλαζονεία της εξουσίας γίνονται οδικοί χάρτες της μοναχικότητας και της μελαγχολίας που συντροφεύουν τις στροφές και τις σελίδες, και χτίζουν τα βήματά μας γήινα και πιο σταθερά, για να μπορούμε να ονειρευόμαστε, να διεκδικούμε, και ενίοτε να γευόμαστε την ευτυχία που - θαρρείς - κατοικεί σε άλλα αστέρια.
Δεν ξέρω αν κατάφερα να αποτυπώσω όλα αυτά που επιθυμούσα. Όμως, σας διαβεβαιώ ότι όλα τα ποιήματα γράφτηκαν με εντιμότητα, αλήθεια και κατάθεση ψυχής, ελπίζοντας οι αναγνώστες να γίνουν –έστω για λίγο- συνοδοιπόροι μου, να συναντήσουν σε αυτά αξίες & αυθεντικά συναισθήματα.
"Θέλω τώρα στα δύσκολα
να κρατήσω το χρώμα της ελπίδας
να βάψω το μέλλον με ζωή "
Κώστας Βασιλάκος






Έμιλυ Ντίκινσον - Θεά του Ηφαιστείου ~ Δέσποινα Λάλα - Κριστ

 

[...] Και έφθασε η εβδομάδα του τέλους των μαθημάτων, και ο καθηγητής την τελευταία ημέρα ολοκλήρωσε τη θεωρία της ποίησης με τον ορισμό που έδωσε η Έμιλυ Ντίκινσον. Σοβαρός  από την έδρα, κοίταξε για ώρα πολλή τους μαθητές του και απήγγειλε, (πρώτη στροφή # 214):



I taste a liquor never brewed - 
From Tankards scooped in Pearl - 
Not all the Vats upon the Rhine
Yield such an Alcohol! 


Γεύομαι ένα ποτό που δεν ζυμώθηκε ποτέ - 
Από Κούπα ανασκαμμένη σε Μαργαριτάρι - 
Κανένα απ΄όλα τα Βαρέλια σ΄όλον τον Ρήνο
Δεν αποστάζει τέτοιο Ποτό!



"Μα αυτόν τον ορισμό θα έδινα στον έρωτα", είπε η μαθήτρια αυθόρμητα.
"Ο έρωτας και η ποίηση, οι άγγελοι του ανθρώπου!" συμπλήρωσε αυτός ανατρέχοντας στον Μποντλέρ (Baudelaire),  και η ματιά του γύρεψε τα μάτια της.


      
σελ.15





Περίληψη ~ Τζένη Μαστοράκη

 

Παιδί, η μάνα μου
μου φόραγε κατάσαρκα το πατερημών
και γαλάζια φυλαχτά της Τήνου.
Έπαιρνε ένα μεγάλο κλειδί
και διπλοκλείδωνε τον ύπνο μου.
Το πρωί μέτραγε τα όνειρα
και τα κατάγραφε σ' ένα τετράδιο.
Τώρα μου ξορκίζει
το τραγούδι απ' τα χείλια
όταν κοιμάμαι
και κάθε βράδυ το κρεβάτι μου
γίνεται ένα κεντημένο κάντρο
που γράφει "Ελευθερία ή Θάνατος".
 
 

 Από τη συλλογή Το σόι (1978)




photo: Erina Espiritu



Κόκκινα Εκουαδόρ ~ Σοφία Π. Σαμόλη

 

 Έκτη Ακτίνα
 
Όμορφα που είναι
όταν τα θαύματα είναι κλειστά.
Χαζεύω τους αγγέλους στον ήλιο,
καθώς με τα νοερά παιχνίδια τους,
τ' ασώματα,
ξεπλένουν τα φτερά τους
στα παρτέρια μου.
Ποτίζουν τις γλάστρες
με τα κόκκινα γεράνια
και τα δικά μου Χερουβείμ ανθούν.
 
 
 
 
 
Βότσαλο
 
Η αγάπη είναι ένα βότσαλο,
σαν ενθύμιο καλοκαιριού ανεκτίμητο.
Ψηλάφηση στης μνήμης το ξέφωτο.
Ένα σεργιάνι πλάι στο κύμα.
Πολυκύμαντη αφήγηση
που σπαρταρά στον αφρό.
Η αγάπη είναι ένα βότσαλο,
το πιο ακριβό μονόπετρο του ήλιου.
 
 
 
 
 
Ασκαρδαμυκτί  
 
Δωροδοκώ
της πανίδας σου τον λύκο
για μια βόλτα μελίρρυτη
στην απέραντη χλωρίδα
των ματιών σου.
Ασκαρδαμυκτί.
 
 
 
 
 
Καδμεία Νίκη 

Μη σταθείς να την αγναντέψεις.
Θα σου γυρίσει οράματα
δικές της πεθυμιές,
ουτοπίες γιομάτες χρώμα ανέμου
στροβιλίζονται γυρεύοντας αναπαμό,
γλυκά της μαργαρίτας πέταλα
ολόασπρα
μαδώντας τα, πνίγηκαν στη λήθη.
Βάψαμε τη γη της.
Μη σταθείς να την αγναντέψεις.
Στα βάθη της ορίζονται ονείρατα
ανείπωτα
διωγμένα από του νου το κάρμα,
ξεχασμένα στη δίνη του ανεκπλήρωτου,
στο φως της νύχτας,
στη σκοτεινιά της μέρας.
Μη σταθείς να την αγναντέψεις.
Ντρέπεται γυμνή η ψυχή της
στα τόσα της σκέψης θαύματα,
άφατες χαρές
γυρνάνε γύρω γύρω ψάχνοντας γη.
Μη σταθείς να την αγναντέψεις
Κοπάζει τώρα,
σκιαμαχεί ατάραχη,
γιομίζει ανάσες και πνέει τα λοίσθια,
μια ιαχή βουβή πλανιέται,
δύστοκη,
βρόχος σφιχτός,
λουλούδι στην πέτρα
σπάει τα δεσμά της ίριδας
τα όμορφα φτερά τα κλείνει.
Οι αγγελιοφόροι των θεών σιωπούν,
αφουγκράζεται τη λαίλαπα τώρα,
τα κίβδηλα όνειρα σωρό
σιωπούν σαστισμένα.
Στάσου κι αγνάντεψέ τη τώρα.
Πλαγιάζει.
Λιποψυχά.
Κι απλώνει μειλίχια
το ηλιοβασίλεμα στο γέρμα.
 
 
 
 
 
Λευκές παπαρούνες
 
Φούσκωσε η θάλασσα
και οι παπαρούνες μετέωρες
στα άπατα
το χρώμα τους ξεπλένουν.
Λευκές τώρα.
Άγριο άλογο η ελευθερία.





Ωκεανός
 
Πόσα ταξίδια
πόσα καράβια
πόσες θάλασσες
χωράνε
στο λακκάκι του λαιμού σου
απόψε
που απ' το παράπονο
βαθύς ωκεανός εγίνηκε.  







 
 
 
 

Αγαπημένες Αναρτήσεις