Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Ατσόγλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Ατσόγλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου


Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν

κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις

κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου.

Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν

πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου

τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη.


Κι εγώ…

που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω,

είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι,

δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!»

πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου.

Καντήλι ανάβω στον ωκεανό

προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου.


Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου

ήρθες με χέρια ματωμένα

και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου.

«Μάνα» σου φώναζα

«Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω».


Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου

γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο

τα μάτια μαυρισμένα

τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα.


Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου

κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου

δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω

μου κλέψανε τη νιότη μου.


«Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε»

η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή

μην τρομάζεις με τον άνθρωπο

και τις υπεκφυγές του.


Tote Mutter, του Egon Schiele




Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

 

ΑΝΗΔΟΝΙΑ

Η εμμονή με το τέλος

δεν με αφήνει να χαρώ,

με τρώει και χορταίνει

κερνά θυμό την ψυχή μου.


Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία,

τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη

ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη.


Τρεις μέρες μετά

εμφανιζόταν μπροστά μου,

ζήταγε να βουτήξω

στην τρύπα της αμφιβολίας

με ρούφαγε η δίνη της

κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς.


Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία

μου δίνει φιλιά προδοσίας

με παραδίδει έρμαιο

μου φορά κόκκινη χλαμύδα

και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά.



Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024



Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)  του Ζαν Μπρόκ.
Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.



Αφορισμοί ~ Κατερίνα Ατσόγλου

 

υπάρχει ζωή;
ναι
μα κρύβεται
κάτω από τσαλακωμένες συνειδήσεις
και πνίγεται στον ιδρώτα του μόχθου




στη φωτογραφία εικαστικό έργο του Γιάννη Κουνέλλη (23 Μαρτίου 1936 - 16 Φεβρουαρίου 2017)






Φίλες και φίλοι, αγαπητά μέλη της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων,

σας περιμένουμε όλους
στη Στέγη μας, Κολοκοτρώνη 2, Κόρινθος,
για να τιμήσουμε την ποίηση,
το Σάββατο, 21 Μαρτίου 2026 και ώρα 18:30.

Μαζί μας, ομιλητής, ο κ. Φωτόπουλος Νικόλαος, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ποιητής και ο ίδιος, ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα: "Από το ατομικό βίωμα στη συλλογική συνείδηση: κοινωνική λειτουργία της Ποίησης σε καιρούς ρευστούς".

Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν, με ποιήματά τους ποιητικής, μέλη και φίλοι της Ε.Κ.Σ.

Συντονίζει η κα Ατσόγλου Κατερίνα, μέλος του
Δ. Σ., η οποία φιλοτέχνησε και την πρόσκληση της εκδήλωσης.

Τα ακριβοθώρητα ~ Κατερίνα Ατσόγλου ( για την Mahsa Jina Amini)

 


 

Κορίτσια με πόδια γυμνά

λύνουν τα πολύτιμα κι ακριβοθώρητα

μαλλιά τους,

 

σαν τις χαροκαμένες μάνες

που σκύβουν πάνω από των μονάκριβων

τα σώματα.

Τραβούν τα ρούχα τους μοιρολογώντας

και κλαίνε ουρλιάζοντας σαν λύκαινες.

 

Σαν τις κοπέλες που προδόθηκαν

κι έμειναν στους φάρους γαντζωμένες

προσμένοντας τον γυρισμό,

πριν ακουστεί το πρώτο κλάμα.

 

Έτσι κι αυτά, κορίτσια γενναία,

τολμηρά, άφοβα,

κοιτούν στα μάτια τους δυνάστες

ελπίζοντας να τις λυπηθούν

της Θέμιδος οι κόρες.











 

 

Η πλάνη ομορφαίνει τη ζωή,
όσο διαρκεί ή 
όσο τρέφουμε εμείς οι ίδιοι τις αυταπάτες.

Eίναι η ανάγκη, ο "λόγος" να λέμε πως υπάρχουμε.

Έπειτα ήσυχοι πεθαίνουμε
ένα δειλινό ή μιαν όμορφη αυγή.

Κατερίνα Ατσόγλου [26/02/2026]













Παιδικές Λαχτάρες ~ Κατερίνα Ατσόγλου

 


Μες τις παιδικές λαχτάρες

ακούς τη ζωή.

Φωνάζει δυνατά και άναρχα

μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα.

Δεν κρατά τα προσχήματα

μήτε νοιάζεται για το «τι θα πει ο κόσμος».

Ο κόσμος όλος είναι τα χέρια τους.



Το βάρος της μοναξιάς, Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2024, σελ.50






Photo By: Thomas Veres

Οι φάροι ~ Κατερίνα Ατσόγλου

 

Γέμισα τα χρόνια μου καταστροφές
και τα σεντόνια μου αλμύρα.
Μούσκεψαν τα μαξιλάρια πίκρα
και στα όνειρα ζούσα συμφορές.

Τεμαχισμένα κορμιά με κοιτούσαν
με μίσος κι απορία.
Ζητούσαν να καταλάβω μιαν άδικη μοίρα
και πως στη ζωή ευτυχισμένος δεν είναι
εκείνος που χαμογελά.

Τώρα, χτίζω φάρους και ανάβω φωτιές
κάποιο σημάδι να έχουν οι μόνοι
να νιώθουν πως κάποιος τους νοιάζεται
κι ας μην τους σώσει ποτέ.




Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, σελ.9


η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο 




Ωδή ~ Κατερίνα Ατσόγλου


Προσεχτικά κλειδώνει τα συναισθήματα

Έτσι η ζωή κυλά ήσυχα

Τα κρεβάτια μένουν άθικτα και τα χαμόγελα στεγνά

Είπες θα 'ρθεις ο κόσμος να χαλάσει
Είπες θα 'ρθεις κι όλοι οι ποιητές γράφουν ποιήματα δίχως τέλος

[1]




Φωτ. sara.robin



Αύγουστος



Αυγουστιάτικος άνεμος, Νικηφόρος Βρεττάκος


Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν

καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν

αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά

κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα

στην κάτασπρη γύρη του.

Νιώθω μέσα στο στήθος μου

την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω

σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε

για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και

χαρούμενος,

προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι

κάθεσαι και

δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,

δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,

ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις

φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.



Οδυσσέα Ελύτη, «Ο Αύγουστος»

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
    κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά

Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένα ορκιζόμαστε
    πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε

Απ΄την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
   κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν΄ανάψουμε

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
   κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.



Από τη συλλογή Ήλιος ο πρώτος (1943)

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 285]


φωτ. Κατερίνα Ατσόγλου


Οι εραστές τ’ Αυγούστου- Ιωσήφ Μπρόντσκι


Οι εραστές τ’ Αυγούστου,

οι εραστές τ’ Αυγούστου με λουλούδια στα χέρια έρχονται,

τ’ αόρατα καλέσματά τους τραβούν στις αυλές,

οι εραστές τ’ Αυγούστου με κόκκινα πουκάμισα και μισάνοιχτα στόματα

τρεμοσβήνουν στα σταυροδρόμια,

εξαφανίζονται στα σοκάκια,

τρέχουν στις πλατείες.

Στους εραστές τ’ Αυγούστου

αχνοφέγγουν στη βραδινή ατμόσφαιρα

οι ερυθρόλευκες γραμμές των κεντημένων λουλουδιών πάνω

στα πουκάμισά τους,

φωτίζονται τ’ ανοιχτά παραθύρια στις σκοτεινές αυλές

κι αυτοί όλο πηγαίνουν κι όλο τρέχουν σε κάποιο κάλεσμα.

Να και το δείλι της ζωής, να και το δείλι που δίπλα περνά απ’ την πόλη,

να το που χρωματίζει τα δέντρα,

που σβήνει τη λάμπα,

που γυαλίζει τ’ αυτοκίνητα . . .

Στα στενά σοκάκια βιαστικά ηχούν οι παρέες,

γύρισε πίσω, έβγα στο μπαλκόνι και πέταξε το παλτό.

Βλέπεις, οι εραστές τ’ Αυγούστου τρέχουν κρατώντας λουλούδια στα χέρια.

Οι γαλάζιες ανταύγειες των διαφημίσεων κυλούν από τις στέγες

κι εσύ κοιτάζεις κάτω, δίχως ποτέ και με κανένα θέση δεν αλλάζεις,

συνομιλώντας με τον εαυτό σου.

Να τα λουλούδια και τια διαμέρισμα με το νέο έρωτα,

με το καινούριο μαστίγιο, που μπαίνει σε κύκλο νέο,

παραδίδοντας τον εαυτό του με νέα κραυγή και νέο αίμα,

παραδίδοντας τον εαυτό του, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν απ’ τα χέρια του.

Το νέο δείλι θορυβεί,

κανείς δεν θα επιστρέψει στη νέα ζωή,

κανείς δε θα περάσει κάτω απ’ το μπαλκόνι για να ‘ρθει να σε δει,

κανείς δε θα σου παρασταθεί,

κανείς δε θα σου σταθεί,

πιο κοντά, απ’ ό,τι εσύ στον εαυτό σου,

απ’ τα λουλούδια,

απ’ ότι είσαι εσύ στον εαυτό σου.



(Ιωσήφ Μπρόντσκι, 1961, Οι εραστές τ’ Αυγούστου. Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)


φωτ. Κατερίνα Ατσόγλου



Ο έρωτας ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Ο έρωτας δεν ρωτά.
Δεν ζητά το λόγο ευγενικά.
Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά.
Δεν υπολογίζει λογικές.
Ζει κάτω από χόρτα ξερά
έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά
μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου.


Ο έρωτας έρχεται...
Σκαρφαλώνει στα πόδια σου
τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου
κατακτά τα φρούρια
σπάει τις πανοπλίες.
Σε γυμνώνει.
Σε αποτελειώνει.
Σε συνθλίβει.
Σε αφήνει μόνο.


Συμβολισμοί, εκδόσεις Βακχικόν, σελ.25


Χαρακτικό έργο "επεστρεφε"
(Λεπτομέρεια)Λινογραφια, 2023, γιωργος Α. Κωνσταντίνου





Η Λογική ~ Κατερίνα Ατσόγλου

 

Τα παράλογα να δούμε λογικά
και τη σιωπή μαγεία
μα τι νομίζεις πως είμαστε εικόνες για τάματα και προσευχές;
Το τίποτα να κάνω νησί στον ωκεανό
και τις λέξεις σου πέταλα μιας ανθισμένης βουκαμβίλιας
Αυτή είναι η λογική












Αφιέρωμα στον Πατέρα [Α']


O Γουίλιαμ Τζάκσον Σμαρτ και η κόρη του Σονόρα 
σε άρθρο της εφημερίδας The River Press


Κ.Π.Καβάφης, Ιερεύς του Σεραπίου


Τον γέροντα καλόν πατέρα μου,

τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα·

τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ

που πέθανε προχθές, ολίγο πριν χαράξει.

 

Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα

της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ

εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον,

εις κάθε σκέψι είν’ η προσπάθεια μου

η καθημερινή. Κι όσους σε αρνούνται

τους αποστρέφομαι. — Αλλά τώρα θρηνώ·

οδύρομαι, Χριστέ, για τον πατέρα μου

μόλο που ήτανε — φρικτόν ειπείν —

στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς.

 

[1926*]




1926: Alexandria Railway Station, Egypt.




Νικηφόρος Βρεττάκος, Παλαιοί μόνιμοι κάτοικοι

Εδώ περιφέρονται κ’ οι σκιές των προγόνων μου.
Κάποτε μάλιστα θαρρώ πως ανοίγει
του μεγάλου, ακατοίκητου παλιού μας
σπιτιού το παράθυρο ο πατέρας μου.
Πως βγάζει σιγά-σιγά το κεφάλι, βγάζει
το χέρι. Με το μεγάλο του δάχτυλο
μου δείχνει στο βάθος κάτι
σαν όνειρο, κάτι σαν ένα περι-
πλανώμενο, άπιαστο, ουράνιο τόξο.
Τον ρωτώ
αν αυτό που βλέπω μπορεί να είναι
η ειρήνη. Με ακούει και αθόρυβα,
χωρίς ν’ απαντήσει, κλείνει σιγά-σιγά
το παράθυρο πάλι ο πατέρας.




Νικηφόρος Βρεττάκος



Γιώργος Τζιας, Πατρός του Αγίου

Στην αγκαλιά του Ήφαιστου μεγάλωσες.
Το αμόνι και το σίδερο, οι παιδικοί σου φίλοι.
Σφυρί, καλέμι και φωτιά, τα πρώτα σου παιχνίδια.
Δούλεψε παραγιέ δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Στα υπόγεια φαρνατζίδικα, έδεσε το κορμί σου.
Στράντζα και κύλινδρος ρουφήξανε το εφηβικό σου αίμα.
Μουντζούρα, ιδρώτας, βάσανα, της νιότης σου η εικόνα.
Δούλεψε βλαστάρι δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Στο παγωμένο μέταλλο ξέσπασε η οργή σου.
Η τέχνη των μαστόρων σου γαλήνεψε το νου σου.
Στα ροζιασμένα χέρια σου εφώλιασεν η γνώση.
Δούλεψε άνθρωπε δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Μπέσα, αντριλίκι και καρδιά, μοίρασες στους δικούς σου.
Τεχνίτης, μάστορας μαζί, έγραψαν στο όνομα σου.
Της λαμαρίνας γητευτής η εικόνα στα όνειρα μας.
Δούλεψε μάστορα δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Μάστορα, φίλε, αδερφέ, της εργατιάς καμάρι.
Του Προμηθέα είσαι απόγονος, της ανθρωπιάς πατέρας.
Η γειτονιά μας κάστρο σου, το σπίτι μας απάγκιο.
Δούλεψες μάστορα δούλεψες, μας έπλασες ανθρώπους.





Είμαι σαν Εσένα - Κατερίνα Ατσόγλου [19/06/2016] 

Πατέρα
ακόμα σε αναζητώ
δεν με κατάλαβες ποτέ
ούτε εγώ εσένα.

Στέκεσαι σιωπηλός
στέκεσαι μακριά μου
δεν έτρεξα ποτέ
στην αγκαλιά σου.

Σκληρός σαν το μυστρί
που μας έθρεψε
και καθαρός σαν το νερό
μες τον ασβέστη.

Πατέρα μου έλειψες πολύ
ήθελα στον αέρα αγκαλιές
και βόλτες με ποδήλατο
ήθελα να έχω χρώμα ροζ για 'σένα...

Είμαι σαν εσένα
σκληρή και μόνη!


Διαμαντόπουλος Διαμαντής (1914 - 1995)
Σοβατζής, 1949, Μεταξοτυπία , 59,5 x 49,2 εκ.





Γιάννης Βαρβέρης, Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα.
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
– Είσαι καλά; Του λέω.
– Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
– Άντε, στην υγειά σου, είπε.
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
– Δεν πίνεις; Ρώτησα.
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω…


 Γιάννης Βαρβέρης 


Ανέστης Ευαγγέλου, Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και -να μην
το ξεχάσω- και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ`εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.
Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και που να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ` ουρανού.


Πηγή: Ανέστης Ευαγγέλου «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» 1956-1986, σελ.234, Εκδόσεις Παρατηρητής









Μάρβιν Παυλίνα, 2016
Ο πατέρας μου καμιά φορά, γίνεται υπερβολικός. Ρώτησε τις προάλλες το νεκροθάφτη αν βλέπει συχνά ποντίκια στους τάφους επειδή το βρήκε τόσο θλιβερό τα σώματα που αγάπησε να τα μασουλάνε τα ποντίκια. Σαν παιδί μάζεψε τσιγκάκια από τα γυάλινα μπουκάλια της πορτοκαλάδας και αναμετριόταν με τα γειτόνια ατελείωτες ώρες. Θα 'θελε, λέει, να έχει αναλώσει λιγότερο χρόνο στο παιχνίδι των δρόμων. Του είπα πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από εκείνην του παιδιού και πως εκείνος την έχασε πια για πάντα. Στο παιδικό μου ημερολόγιο έγραψα «μην ξεχάσεις ποτέ τι σε κάνει να διαφέρεις από τους μεγάλους» αλλά δεν έγραψα τι. Ο πατέρας μου είπε πως είναι τώρα πιο χαρούμενος από ποτέ. Πιο πολύ κι απ' όταν ήταν παιδί. Τον ρώτησα δύσπιστα γιατί. Μου απάντησε πως δε θυμάται πια ποιο απ' τα δυο του πόδια έχει χειρουργήσει. Κάποια πράγματα, δεν είναι ποτέ εκτός θέματος. Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου, Κίχλη, 2016




Απροσπέλαστος - Πωλ Ελυάρ

  Κανένας στόχος δεν αποσπά Τον ταξιδιώτη που ‘ναι τρυπημένος από βέλη Τον ταξιδιώτη που ‘ναι ακούραστος. Μεταφρ.Ανέστης Μελιδώνης

Αγαπημένες Αναρτήσεις