![]() |
| Three young boys sailing a home-made raft at Frinton-on-Sea, Essex, England, 1930's - by Reg Speller (1901 - 1984), English |
Προοίμιον
σκόρπιες σκέψεις, αναγνώσεις, ιδέες, αφορισμοί, ανησυχίες... Ποίηση
Reg Speller
Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος
Η ΛΕΜΟΝΙΑ
Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.
Στη Μαρία Λουίζα (Shew) ~ Edgar Allan poe [Μετάφραση Μήτσος Παπανικολάου, εκδόσεις Σμίλη] σελ.161
Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την
αυγή
απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η
νύχτα
το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου
απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν
απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι
της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-
θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-
νηθήτω φως!"
να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το
σεραφικό βλέμμα των ματιών σου,
απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-
μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία
ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-
ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-
τόν,
απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι
το πνεύμα του επικοινωνεί με το πνεύμα ενός αγγέλου.
περ. Μπουκέτο,τχ. 115 (27Ιουν. 1926) 492. Υπογραφή: "Ευπαλίνος". Μαζί με τα "Μποέμ" (Louis-Henri Murger) και "Η πριγκιπέσα Ίλσα" (Heinrich Heine).
Τίτλος πρωτοτύπου: "To Marie Louise (Shew)". Είναι γραμμένο το 1847 για τη νοσοκόμα Marie Louise Shew, η οποία φρόντιζε τη σύζυγο του Poe, Virginia.
![]() |
| Μήτσος Παπανικολάου: Τα ποιήματα (1916-1943) | Επιμέλεια: Μιχ. Κ. Μπακογιάννης | Σελ. 356 | ΕΚΔΟΣΕΙΣ Σμίλη, 2024 |
![]() |
| Edgar Allen Poe in 1848, one year before his death. Photograph: Bettmann/CORBIS |
Of all who hail thy presence as the morning-
Of all to whom thine absence is the night-
The blotting utterly from out high heaven
The sacred sun- of all who, weeping, bless thee
Hourly for hope- for life- ah! above all,
For the resurrection of deep-buried faith
In Truth- in Virtue- in Humanity-
Of all who, on Despair's unhallowed bed
Lying down to die, have suddenly arisen
At thy soft-murmured words, "Let there be light!"
At the soft-murmured words that were fulfilled
In the seraphic glancing of thine eyes-
Of all who owe thee most- whose gratitude
Nearest resembles worship- oh, remember
The truest- the most fervently devoted,
And think that these weak lines are written by him-
By him who, as he pens them, thrills to think
His spirit is communing with an angel's.
Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα
![]() |
Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο.Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569 |
Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα
κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής
κι εμείς στις όχθες παίζοντας
τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί
και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες
σε κυνηγούσα κι έτρεχες
σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα
γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα
ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας
μέχρι που κάποια στιγμή
θα γίνω πηγή μού φωνάζεις
μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα
κι εσύ αμέσως άφαντη
από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας
αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας
μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες
ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ
βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα
έρχομαι αφρισμένος να σε βρω
~~~
Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2024]
Κάτι φορές τα χέρια μου
αμήχανα το σώμα σου κοιτάζουν
τα δάχτυλα ιδρώνοντας
κινούνται αδέξια στον αέρα
ώσπου οι χούφτες δειλές
αντί να τολμήσουν να πληρωθούν
γυρεύουν τρύπα να κρυφτούν
χώνονται γρήγορα στις τσέπες μου
λαγοί που μπαίνουν στο λαγούμι
για ν’ αποφύγουν το λαγωνικό
λουφάζουν εκεί μέσα με τις ώρες
κι όταν κάποτε ξεμυτίσουν
οι ίδιες τώρα
λαγωνικά που χάσαν τον λαγό
καραδοκούν μυρίζοντας και πάλι
το στήθος σου
~~~
Ο συνοδός [Στιγμιότυπα του σώματος, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014]
επίμονα σχεδόν μ' ακολουθεί
χωρίς να με ρωτάει
μπερδεύεται στα πόδια μου αμίλητος
άλλοτε πάει μπροστά άλλοτε πίσω
κι άλλοτε από τα πλάγια ξεφυτρώνει
ενίοτε με εξοργίζει
μα όποτε εξαφανίζεται
αισθάνομαι μισός
ώσπου μια μέρα εκεί που περπατούσα
ξεκολλάει από τα πόδια μου
και κοκαλώνει καταγής
πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο
να κείτεται ατάραχος
αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει
κοιτάζομαι πιάνομαι
αλλά δεν έχω σώμα
ένας ίσκιος είμαι
κι ο ίσκιος στο χώμα
το σώμα μου
~~~
Του γιοφυριού της ποίησης [Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004]
χρόνια ολόκληρα πάλευα
να φτιάξω αυτό το ποίημα
ολονυχτίς το έγραφα
πρωί πρωί δαιμονισμένο
έτρωγε τις λέξεις
ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε
το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί
αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο
το ποίημα δεν στεριώνει
και μη στοιχειώσεις κριτικό
μήτ’ επαρκή αναγνώστη
παρά της άγριας έμπνευσης
την όμορφη την κόρη
που ’ρχεται βάζει τη φωτιά
κι ύστερα παίρνει δρόμο
κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό
να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας
είπε κι εξαφανίστηκε
κι εγώ ενεός
έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί
βαθιά καμάρα γιοφυριού
που μέσα γυάλιζε προκλητικά
το δαχτυλίδι
Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]
Μοναξιά
Σε κάθε βήμα της
σκοτείνιαζε το διάβα
σε κάθε ανάσα
ο ουρανός της, βάραινε
κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε.
Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο
όπως σκίζεται το δέρμα
που διψά για ένα χάδι,
όπως πνίγεται η θάλασσα
που στεριά δεν ανταμώνει.
Μαύρα πουλιά δραπέτευαν
απ' τις ραφές των ρούχων της,
χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν
στην άκρη των ματιών της
μα δάκρυ δεν γεννιόταν.
Φτερουγίσματα πένθιμα
παγωμένη μελωδία,
ο ανυπόφορος βηματισμός
της μοναξιάς
που μια ψυχή διασχίζει.
~~~
Ψύχρα
και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου,
η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω
κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα
στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη-
θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των
ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω
από το ψάθινο καπέλο.
Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο,
το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με
τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης.
~~~
Λευκή σιωπή
Λευκή σιωπή με χάιδεψε
στα βλέμματα των άλλων
λευκή σιωπή κατάπιε τη ζωή μου
κι ανάποδα τα βράδια περπατάει
στα ταβάνια η μορφή μου
αν σιωπηλά πονάς και υπομένεις
λένε πως γι' άλλες θάλασσες τραβάς
σβήνεις και ξαφνικά σωπαίνεις
μόνος σου κρυφά θυμάσαι να μιλάς
και μόνο τότε ανασαίνεις.
Πότισε κείνα τα μαλλιά
ρόδα μέσα τους ν' ανθίσουν
που θα ΄χουν ρίζα την καρδιά
σκέψεις να καρποφορήσουν
ρότα ν' αλλάξει η ζωή
στην ομορφιά να πάει
χρώμα να βάψει η σιωπή
να πάψει να πονάει.
~~~
Συνέβη
δεν είναι ποίημα
κι ούτε θα γίνει
Μάης δακρυσμένος
στέκεται απέναντί σου
μπουκέτα από στάχτες
και άλλα ποδοπατημένα
δεν είναι ποίημα
κι ούτε θα γίνει,
συνέβη.
Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου
Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν
κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις
κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου.
Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν
πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου
τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη.
Κι εγώ…
που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω,
είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι,
δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!»
πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου.
Καντήλι ανάβω στον ωκεανό
προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου.
Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου
ήρθες με χέρια ματωμένα
και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου.
«Μάνα» σου φώναζα
«Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω».
Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου
γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο
τα μάτια μαυρισμένα
τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα.
Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου
κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου
δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω
μου κλέψανε τη νιότη μου.
«Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε»
η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή
μην τρομάζεις με τον άνθρωπο
και τις υπεκφυγές του.
![]() |
| Tote Mutter, του Egon Schiele |
«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)
Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985
Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;»
Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό.
Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.
Είδα τη μητέρα
Χαμογελούσε
Είχε κόκκινα μαλλιά
Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;
Έγινα πιά χρόνος
Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος
Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό
και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε
Ο χρόνος είναι κόκκινος
Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο
Ύστερα ήρθαν τα πουλιά
κι ο ουρανός χύθηκε
στο δωμάτιο
Η πόρτα άνοιξε και ρώτησα πάλι
Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;
Τότε
Ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε
και σήκωσε ψηλά το τελευταίο
φύλλο
ήταν κι εκείνο κόκκινο
σαν το φως που άγγιξε
ήσυχα
όλο το δωμάτιο
" Τ ο β α θ ύ π η γ ά δ ι τ ο υ σ π ι τ ι ο ύ μ ο υ" ~ Καίτη Παυλή
".....Πλιν- πλιν-πλιν, πλαν-πλαν! Χτυπήματα πλήκτρων ενός αόρατου πιάνου οι πρώτες σταγόνες της βροχής από την οροφή στο πάτωμα και να σε λίγο μια μικρή λιμνούλα λάμπει μες στη σκοτεινιά μ’ ένα φως απροσδόκητο και μ’ ανταριάζει. Σαν οφθαλμαπάτη, αλλά ακουμπώ τα δάχτυλά μου πάνω και είναι νερό. Νερό που ανταυγάζει φως. Ναι, είναι εκεί μια στρογγυλή απλωσιά νερού. Κοιτάζομαι στο σκοτεινό καθρέφτη της επιφάνειας που ανοίγει σιγά-σιγά τον κύκλο και βαθαίνει, βαθαίνει συνεχώς, και φως ανεβαίνει απ’ το απίθανο βάθος που δημιουργείται με τρόπο θαυμαστό μπρος στα μάτια μου. Ένα πηγάδι! Ένα πηγάδι με άνοιγμα όσο το άνοιγμα των χεριών με χείλος από μαύρες άγριες πέτρες.
Ακουμπώ τα χέρια μου και σκύβω να δω το βάθος του. «Κατέβα!» ακούω μια φωνή υποβλητική. Μα πώς να κατεβώ; Τρομάζω. Κατέβα, κατέβα, κατέβα ακούω τη φωνή, πολλαπλασιασμένη ηχώ από τα έγκατα. Σκύβω ξανά και βλέπω τις προεξοχές στο κοίλο εσωτερικό του τοίχωμα, προεξοχές που σχηματίζουν σχεδόν μια κλίμακα. Περνώ τα πόδια προς τα μέσα, γαντζώνομαι κι αρχίζω μετά φόβου την κατάβαση.
Η ψυχή φτερουγίζει εντός μου για το θαυμαστό φαινόμενο. Κατεβαίνω πατώντας στις πέτρες που εξέχουν και φτάνω ανέλπιστα σ’ ένα άνοιγμα. Γλυκό φως ξεχύνεται από το εσωτερικό του. ...
... Μένω μαρμαρωμένη και πριν προλάβω να πω κάτι σηκώνονται ένας- ένας και φεύγουν. Σηκώνονται ψηλά σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο και χάνονται. Μένει μόνο η μάνα μου και μ’ ένα νεύμα με καλεί να την ακολουθήσω. Προηγείται κρατώντας στο χέρι της ένα κερί κι αναπάντεχα εμφανίζεται μπροστά μας ένα σκοτεινό άνοιγμα με μια σκάλα που οδηγεί προς τα κάτω. Τρομάζω, αλλά ακολουθώ βήμα-βήμα προσεχτικά. Και να που φτάνουμε σ’ έναν πάμφωτο χώρο με κόσμο πολύ και μουσικές. Είναι η μεγάλη κάμαρα του σπιτιού μας με τα τρία παράθυρα, αυτή που είχαμε ως σάλα τον παλιό καλό καιρό. Γυναίκες άντρες και μικρά παιδιά κάθονται ολόγυρα, στον καναπέ, στις πολυθρόνες και τις καρέκλες της τραπεζαρίας. Κοπέλες με το δίσκο στα χέρια κερνούν τον κόσμο φοντάν, αμυγδαλωτά κι άλλα γλυκά. Στο κέντρο του καναπέ κάθεται μια νόστιμη μελαχρινή με σγουρά μαλλιά. Φορά ένα μακρύ μεταξωτό φόρεμα με δαντέλες πλούσιες στο γιακά και στα μανίκια με ροζ κεντημένα τριανταφυλλάκια στο κορσάζ και διάσπαρτα στο υπόλοιπο φόρεμα. Αναγνωρίζω τη μητέρα μου νέα με το όμορφο νυφικό της φόρεμα. Μικρή με μάγευε και το θαύμαζα όταν άνοιγε το μπαούλο. Είναι η μέρα του γάμου της λοιπόν..."
" Φύσηξε αγέρας και σκόρπισαν", εκδ. Παρέμβαση, 2023
~~~
![]() |
| γιώργος Α Κωνσταντίνου |
Περσεφόνη Σαράντα Κιλών ~ Άννα Γρίβα [καρυοθραύστις τχ21, Μάρτιος 2026, σ.244]
Αν εκείνη κατόρθωσε
με έξι σπόρους ροδιού
να διαβεί του θανάτου την πύλη
και να γίνει βασίλισσα
τότε γιατί να μην μπορέσω εγώ
να επιζήσω
μασώντας σιωπηλά
τους καρπούς των ανέμων
τα φύλλα των αόρατων δέντρων μου
τα κλωνάρια του τίποτα;
Ύστερα αν μου πουν
πως δεν γίνεται χωρίς κρέας
χωρίς ψωμί
χωρίς κάτι στέρεο στο αίμα μου
θα καλέσω με τα δυο χέρια μου
σφικτά ενωμένα
του Άδη τη νύφη.
Εκείνη θα ξέρει
πώς ν' ανασάνει μυστικά
μέσα στο στόμα μου
το σκοτεινό της φαγητό
να τραφώ λίγο ακόμη
να μείνω στην ύλη
στη βαρύτητα
να μην ίπταμαι καθώς περπατώ.
![]() |
| Η αρπαγή της Περσεφόνης, Niccolò dell’ Abbate. |
Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]
![]() |
| ΕΡΓΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Φωτεινή Χαμιδιελή, Βυθός, μεικτή τεχνική, 50χ40 εκ. |
Βασίλης Παχουνδάκης ~ Ανοιχτά της Χίου
με χειρονομίες
και κραυγές τις μέρες
και τις νύχτες μου.
Αστόχαστα έψαξα στα συρτάρια
να βρω την κλεμμένη μου παρηγοριά κύλισα σαν έρεβος
στο πάτωμα χάνοντας ένα μέρος της φαντασίας μου, μη θέλοντας να κρατήσω άλλο σιγή ιχθύος,
πούλησα την τελευταία μου φωνή
σε παραπλαίοντα σκάφη της ακτοφυλακής για να σηκώσουν
τη σημαία του φόνου που έρχεται
και ξαναέρχεται φλεγόμενη
στις ακτές.
από μακρυά
γιατί
δεν θέλω
να θυμάμαι
την βρεγμένη
ανάσα σου
ούτε
την φτωχή σου
από
αγάπη μυρωδιά.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
κι ίσως να έρθω
να καθίσω
στα πόδια σου
σαν τότε μικρό παιδί
που αρνήθηκες
να μου πεις
το παραμύθι
συγχωρώντας
το λάθος μου.
Έλα μάνα γνέψε μου
από μακρυά
για να αφήσουν
να λυθούν τα μάγια
της ύπαρξης μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
γιατί δεν μπορώ να έρθω
...τα δικά μου παιδιά
φωνάζουν βοήθεια
για να σωθούν
από την θλίψη
που προκαλούν
οι βιτρίνες
του πάθους μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
κι ίσως βρεθώ
έξω
από την πόρτα
των χρόνων σου
και δεν θα
χρειαστεί
να χτυπήσω
ξέρω θα έχεις
το κλειδί
πάνω
στο πρεβάζι
στην γλάστρα
με τους μπαξέδες ,
και θα μπω
και θα καθίσω
δίπλα
από την σόμπα
που έσβηνε
τα χάδια
της νύχτας.
Έλα μάνα..
μάνα Μήδεια
μάνα Εκάβη
...έλα
στη μήτρα
που σε ανάθρεψε.
Έλα μάνα
για να ξεχάσω
το φόβο
του φόβου μου.
Έλα μάνα
μάνα
της μάνας μου
που αγκιστρώθηκα
στην κλαρωτή σου
φούστα
φωνάζοντας
με μια άηχη
κραυγή.
Έλα βρε μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
και 'γω
θα σβήσω
από την
μνήμη μου
τα θύματα
του χρέους σου
που φόρτωσες
σε μένα.
Μάνα....
έλα μάνα
που είσαι μάνα
της Ηλέκτρας
και της Αντιγόνης
της Ιφιγένειας,
της Λίτσας ,
της Κούλας ,
του Ορέστη,
του Κωστή
μάνα της αγωνίας
ενός κρεβατιού
ετοιμοθάνατου θανάτου
...ενός Έρωτα
μάνα....
Μάνα ....
γνέψε μου ..
Φιμώθηκε
η αήθεια σου
στη στάχτη σου.
και το πρόσωπό σου
Μάνα ......
Μαμά....
Θύμωσα ..μάνα !!!
Reg Speller
Three young boys sailing a home-made raft at Frinton-on-Sea, Essex, England, 1930's - by Reg Speller (1901 - 1984), English
Αγαπημένες Αναρτήσεις
-
Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι πίσω από τον τοίχο έχει μια θάλασσα ένα λιβάδι και παγωτά έχει ένα ροζ ποδήλατο, ένα για την καθεμιά ...
-
ευθαρσώς και στα ίσα Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά - ωραίο πρόσωπο, ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας (τι...
-
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΠΕΤΑΙ ξεκινά εκεί που συγγενεύεις με τη σιωπή και φτάνει ως το πιο συχνό σου ρίγος εξάλλου η αγωνία ...
-
οι λέξεις Σταγόνες χρώματα θα λες οι λέξεις πως ήτανε διαμάντια στο στέμμα σου μικροί αγέννητοι πρίγκιπες. Με το όνομά της Δεν έδωσε στο πα...
-
Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες...
-
Ι. Βεντάλια θέρους (και μια πλαγιά σκιερή να σ΄ αγναντεύω) ~~~ ΑΧΘΟΣ ΑΙΘΕΡΑ Γαλάζιους σάκους κουβαλά, μ΄ αρώματα. Τον λεν Μαΐστρο. ~~~ ΕΠ...
-
Fabienne Verdier θ' απλώσω τη θάλασσα στο τραπέζι να βρέχει τα λόγια με τα κύματα να πνίγει τις σιωπές ν' ανασταίνει των φθόγγων ...










