Ανδρέας Δαβουρλής ~ Τέσσερα Ποιήματα

Φωτογραφία/Danny de Jong

 

Άγγελοι


Άγγελοι κυκλώνουν τη γυμνή ψυχή μου 

που ξερόφυλλο γίνηκε 

την φυσάει ο γεροάνεμος και χορεύει.

Άγγελοι παίρνουν στα χέρια τη ψυχή μου 

την οδηγούν στα άγια των αγίων

σε κόλπους γαλάζιους μυστικούς 

σε θαλασσόδερτο ασκηταριό ερημοκλήσι.

Εκεί που κανένας άξιος από μόνος του να πάει

στη λογική την αναίμακτη μυσταγωγία.

Εκεί που ανταμώνονται όλες οι θάλασσες 

και κοινωνούν η μια την άλλη. 

Εκεί που των νεφελών το φέγγος

δοξολογεί τον Έναν

κι εκείνος γίνεται αμνός 

και διαμοιράζεται σε όλους ανεξαιρέτως 

Για μια και μοναδική φορά στη ζωή μας

σε μυστικούς κόλπους κρυσφήγετα του νου 

Ατενίζοντας τις μαγικες ανατολές της νέας εποχής 

της συστολής και της συνομωσίας 

Καντηλανάφτης, προσέχω τα κεριά του κόσμου 

στο μανουάλι των στεναγμών.

Αγρυπνώ πάνω απ τα παρακάλια 

και τα δάκρυα των παιδιών, των ψυχών 

των φτωχών και των κατατρεγμένων 




Ας πιούμε 


Ας πιούμε απόψε 

στις μέρες της επιτυχίας 

της χαράς 

στην ευτυχία της υπερβολής 

μη με ρωτάς 

Ας πιούμε 

δεν ξέρω πια 

τι πρέπει να σου πω 

τι περιμένω να γίνει 

Ας πιούμε 

κι ας χαρούμε

αναίτια όλο το βράδυ 

θα βρούμε αύριο γιατί 

Και το πρωί

όταν κοιτάξουμε ξανά 

τη θλίψη του σύννεφου

ας βουτηχτούμε πάλι

στο κλάμα




Έραναν το στεναγμό 

με μυροβόλα νιότη 

ο αγέρας μοσχοβόλησε

χαμόγελο κι άνθια λεμονιάς 




Ένας κύκλος απόψε-

Χριστούγεννα 


Ένας κύκλος απόψε η Σελήνη 

ένα αλώνι 

ένας βράχος μετέωρος 

με μιαν αυλή ολόγυρα 

γιομάτη ξερά φύλλα 

ορφανά όνειρα πεταμένα 

χεράκια παιδικά ξυλιασμένα

Χειμώνας

καταμεσής της αυλής

ένα κορίτσι συλλογάται 

κι αγάλι αγάλι 

ανθίζουν τα νιάτα του

σαν ρόδα 

Δεκέμβρης

Παράμερα άγγελοι πρόβα κάνουν 

το χρυσαφιά τους ωσσανά 

κι εμε στο στήθος μου ακουμπά 

ο μικρός  Χριστός 

πριν μπει στη φάτνη

ταπεινός 

σαν στεναγμός βαθύς 

το μέλλον βλέπει 

τη θυσία 




Ενα  βότσαλο μικρό

στην άκρη της θαλάσσης

στα  κύματα γίνηκε παιχνίδι

πάει κι έρχεται 

στο χάδι του ήλιου λάμπει

βουλιάζει στη χρυσή την άμμο

σταματά,

λαχανιασμένο ξεφυσά...

εν άλλο κύμα μωρό 

το παίζει το σπρώχνει 

κατρακυλά

παιχνίδι αέναο 

στης ροδοάνοιξης την ακροθαλασσιά




Βιωματικό 


Είναι κάτι νύχτες που ακουμπούν 

με θλίψη οι στιγμές

κοντά στο παράθυρο

Σιμά στην απόγνωση

μια δρασκελιά απ το χαμό

Θυμάμαι τότες

όλες εκείνες τις στιγμές τις άνυδρες 

κι όλα τα αρμυρά μου βράδυα.

´Όλες τις σκέψεις 

τις μαύρες σκέψεις 

της σιωπής 

-στα σκοτεινά υπερώα του νου 

πήγαν κρύφτηκαν-

Για μια απόδραση ηρωική 

έναν τίμιο κι αντάξιο  θάνατο 

ας πούμε.

Αλλόκοτο παράλογο ίσως μοιάζει τώρα 

μα κει στις τρύπες του μυαλού 

-τις σμιλεμένες με τη σμίλη 

της αφόρητης οδύνης-

μαζι με ασταμάτητες ροές δακρύων 

ακουμπά τούτο το βράδυ 

αποσταμένη η ψυχή μου.

Με Στεφάνι δάφνης και μυρτιάς 

στολισμένο θάτανε  τότες

 το κεφάλι ενός μάρτυρα 

το κεφάλι μου 

Κι από μέσα ολοζώντανο 

θα τρεχε αίμα καυτό 

θα δρόσιζε το μαρτύριο μου 

Στην εξώδιο λαμπρή πορεία 

δικαιωμένος 

με τις τελευταίες νότες 

μιας ανυπότακτης κραυγής 

αρχαίου πάθους στο στόμα 

Σαν άσωτος υιός που απόσωσε 

το τελευταίο γεύμα του 

η σαν μια πόρνη 

σε άλλη μια προσπάθεια 

απέλπιδα για μετάνοια.

Μυστικώς εικονίζοντες

τα χερουβιμ

λίγο πριν τη μετάληψη 

φορούσα χιαστί το ωράριο 

κι είχα τα χέρια μου 

ενωμένα να λάβω την εσχάτη 

εκλεκτή μερίδα 

Αφήνοντας έτσι παρακαταθήκη 

γράφομαι στη σειρά 

στο καταστίχι 

να λαβω αντιδωρο δικαιοσύνης

Μήπως γίνω δεκτός

και εισέλθω στην 

όμορφη σάλα της γιορτής 

Που θα μοιραστεί ξανά και ξανά 

το σώμα Του

κι αξόδευτη θα ναι η χαρά 

Ενώ άγγελοι θα τραγουδούν

με σάλπιγγες χορδές και όργανα

αίνους δοξαστικούς.

Συνοδειά γλυκιά παντοτινή

με βιολιά τύμπανα και χορούς ως το τέλος

λάμψεις αστραπών οδηγητές

σ’ ευρύχωρους Ουρανούς δικαιοσύνης.





Ανωνύμου αναλογιζομένου... ~ Ιωάννης Παπαπανάγου [Περιήγηση]

Έχουμε πολλά να πούμε

για τις ομπρέλες
που δήθεν μας προστάτευαν
απο δεινά
που έφερνε ο καιρός,
από το φως
που δεν ερχόταν,
από σύννεφα άτολμα
που υπόσχονταν βροχές.


Έχουμε πολλά να πούμε
για ανθρώπους
που στάθηκαν στο πλάι μας
στις δύσκολες ημέρες,
για εκείνους
που αδιάφοροι προσπέρασαν,
για όσους περιμέναμε
αλλά δεν ήρθαν,
για ό,τι αγαπήσαμε με πάθος.


Για εικόνες
κι εντυπώσεις,
για μνήμες,
που βαθιά ριζώσανε,
έχουμε πολλά να πούμε...


φωτ. του ιδίου



Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά ~ Γιάννης Καρκανέβατος

 [Το ασημένιο τάλιρο]

Τους έδειχνε το ασημένιο τάλιρο στη χούφτα του. Μετά την έκλεινε σφιχτά και τους προκαλούσε, έναν έναν, όποιον πίστευε πως μπορούσε με τη δύναμή του να την ανοίξει και να το κάνει δικό του. Αν δεν το κατάφερναν, του έδιναν κάποιες δραχμές, αποδεχόμενοι την ήττα τους. Να ήταν τα μονότονα τοπία της Ανατολίας και η βαρεμάρα του στρατοπέδου ή η επιθυμία να αγωνιστείς για ένα λάφυρο που την επαύριο ίσως και να σου ήταν άχρηστο; Φαντάζομαι τον παππού μου τον Κρητικό, από τη μεριά της μάνας μου, στο Εσκίσεχιρ και στο Αφιόν Καραχισάρ, με το χέρι τεντωμένο μπροστά, μανίκι σηκωμένο-τίμιες δουλειές, και τη χούφτα κλειστή. Οι φλέβες καλογραμμένες, τα κλειδιά του θησαυροφυλάκιου. Οι άλλοι να πλησιάζουν διστακτικά.
Στην αρχή κόντραρε με το ασημένιο νόμισμα τους φαντάρους μόνο στη σκηνή, αλλά τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και μετά από λίγο δεν υπήρχε κανείς στο στρατόπεδο που να μην είχε ήδη δοκιμάσει ή να μην ήθελε. Θα μπορούσε κάλλιστα να προσκαλεί και να προκαλεί χωρίς τίποτα στη χούφτα. Μια άδεια χούφτα που γεννάει δραχμές. Η πίστη στο ασημένιο τάλιρο τραβούσε σαν μέλι τις μύγες. Ύστερα από λίγους μήνες το έμαθαν και στα άλλα τάγματα. Μάλιστα, είχε διαδοθεί η φήμη πως το τάλιρο αντικαταστάθηκε από μια μικρή πλάκα χρυσού, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση του αντίτιμου συμμετοχής.
Ουδέποτε έχασε ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν. Αντίθετα, έλεγε πως εξοικονομούσε ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Πολλές φορές, παιδί, με θυμάμαι να πλησιάζω στις μύτες των ποδιών, κοντά στον καναπέ που ξάπλωνε για τον μεσημεριανό του ύπνο. Τοποθετούσα τον δείκτη στο μέσο της παλάμης του και πίεζα ελαφρά, δοκιμάζοντας τη σκληράδα της. Άλλες φορές διέτρεχα τις φλέβες στο επάνω μέρος του χεριού, τα δέλτα που ξεχύνονταν. Δεν διέκρινα κάποια διαφορά από άλλα χέρια που άρμεγαν τη γη ή όργωναν τη θάλασσα. Τα απογεύματα με έπαιρνε και πηγαίναμε μακρινές βόλτες. Εκείνο τον χειμώνα είχα διδαχτεί στο σχολείο για τα μόρια και τα άτομα, την ασυνέχεια του κόσμου μας και προσπαθούσα να τα μοιραστώ μαζί του. Του έλεγα πως η ύλη αποτελείται από μόρια και αυτά από άτομα. Τα άτομα έχουν πυρήνα, πρωτόνια και νετρόνια, ενώ τα ηλεκτρόνια γυρίζουν τρελαμένα γύρω τους, σε απομακρυσμένη τροχιά. Χρησιμοποιούσα το παράδειγμα του δασκάλου με το δάσος και τα δέντρα. Ενώ από μακριά φαίνεται συμπαγές, πλησιάζοντας κανείς διαπιστώνει ότι υπάρχουν δέντρα διακριτά και αέρας ανάμεσά τους. Αυτός με κοίταζε με βλέμμα θαυμασμού και απορίας ταυτόχρονα. Μάλλον αναρωτιόταν πώς στη Μικρά Ασία οι σφαίρες δεν περνούσαν απ’ αυτό το κενό που του δίδασκα και επέμενα ότι είναι κυρίαρχο, αλλά πετύχαιναν τα δέντρα. Και τα μαχαίρια γνώριζαν πάντα τον δρόμο για το αίμα. Με κοίταζε μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα και σώπαινε.
Αργότερα, όταν θα διάβαζα Ιστορία, θα μάθαινα για την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, και θα καταλάβαινα πως η χούφτα του παππού δεν έκρυβε κανένα ασημένιο τάλιρο. Ούτε πλάκα χρυσού. Στην πραγματικότητα, έκρυβε τον ίδιο του τον εαυτό και όλους τους άλλους συμπολεμιστές του. Και δεν μπόρεσε να κρατηθεί κλειστή. Κι όταν άνοιξε, όλοι διαπίστωσαν πως ήταν άδεια.




 Βιβλιοπωλείον της Εστίας







Απροσπέλαστος - Πωλ Ελυάρ

  Κανένας στόχος δεν αποσπά Τον ταξιδιώτη που ‘ναι τρυπημένος από βέλη Τον ταξιδιώτη που ‘ναι ακούραστος. Μεταφρ.Ανέστης Μελιδώνης

Αγαπημένες Αναρτήσεις