Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγες· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουν στρατιῶτες ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ὅπλα ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αὐτὰ πρὸς τὴν ἔξοδο τῶν δασῶν μὲ τοὺς λύκους· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ἔμποροι ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι σε ἀπόκεντρα σημεῖα τῆς γῆς ὅπου ἀκόμη δὲν ἔγιναν ἁμαξωτοὶ δρόμοι. Τὸ ἐλπίζει ὁ Θεὸς πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητῶν δὲν θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει ποτὲς ὁ παράδεισος.
σκόρπιες σκέψεις, αναγνώσεις, ιδέες, αφορισμοί, ανησυχίες... Ποίηση