Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά ~ Γιάννης Καρκανέβατος
[Το ασημένιο τάλιρο]
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Βιρτζίνια Γουλφ ~ Γυναικεία επαγγέλματα: Σκοτώνοντας τον Άγγελο του Σπιτιού
Κάθε φορά που ένιωθα τον ίσκιο από τη φτερούγα της ή τη λάμψη από το φωτοστέφανό της να πέφτει επάνω στο χαρτί μου, άρπαζα το μελανοδοχείο και της το πέταγα. Πολύ σκληρή για να πεθάνει. Την ευνοούσε, άλλωστε, η φασματική της υπόσταση. Πιο δύσκολα σκοτώνεις ένα φάντασμα παρά κάτι πραγματικό. Κάθε φορά που νόμιζα ότι την είχα ξεκάνει, εκείνη επέστρεφε αθόρυβα. Μολονότι παινεύομαι πως στο τέλος τη σκότωσα, η μάχη ήταν σφοδρή· σπατάλησα πολύ
χρόνο ― χρόνο που θα προτιμούσα να τον αφιερώσω για να μάθω γραμματική Ελληνικών ή για να γυρίσω τον κόσμο κυνηγώντας την περιπέτεια. Ήταν, όμως, μια πραγματική εμπειρία· από την οποία όλες οι γυναίκες συγγραφείς της εποχής έπρεπε να περάσουν. Για μια γυναίκα συγγραφέα το να σκοτώσει τον Άγγελο του Σπιτιού ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του επαγγέλματος.
Βιρτζίνια Γουλφ / Γυναικεία επαγγέλματα: Σκοτώνοντας τον Άγγελο του Σπιτιού
Μτφρ.-επιμ.: Λαμπριάνα Οικονόμου
Εκδόσεις Κοβάλτιο
Γεράσιμος Δενδρινός ~ Απέραντες συνοικίες, Τόμος Α΄ [Απόσπασμα 5.Η μελωδία της ευτυχίας]
[...] Ο αετός έπνεε, τώρα, τα λοίσθια, οι τούμπες στον αέρα είχαν πολλαπλασιαστεί, και, απ' ό,τι φαινόταν, ο Συμεών είχε δίκιο για τα ζύγια της ουράς. Ήμουν καταρρακωμένος, γιατί πάλι τα πράγματα γίνονταν έτσι όπως τα ήθελε η γιαγιά. Η Τέσι γελούσε για την κατάντια του αετού μου κι ο πατέρας πήρε τον σπάγκο στα χέρια του. Με το ένα χέρι τραβούσε, ενώ με το άλλο ξανάφηνε τον μαζεμένο σπάγκο, με αποτέλεσμα να μην κατεβαίνει καθόλου ο αετός και τ' ακροβατικά νούμερα να συνεχίζονται.
"Να τον αφήσουμε να πέσει στην Ελευσίνα!", πρότεινε θριαμβευτικά η γιαγιά, αλλά ο πατέρας έκανε δυο βήματα στο πλάι, γιατί φοβόταν μήπως ο αετός πάρει νέα τούμπα. "Μα, είσαι στα καλά σου βρε Θοδωρή, που δίνεις σημασία σ' έναν ψωροαετό;", του φώναξε, κι εκείνος, αδιάφορος για τα λόγια της, συνέχιζε με αγωνία να μαζεύει τον σπάγγο.
Ο ουρανός είχε για τα καλά σκοτεινιάσει. Τα μολυβένια σύννεφα πίσω απ΄τα καράβια της Ελευσίνας είχαν γρήγορα σκεπάσει τον υπόλοιπο ουρανό. Οι πιο πολλοί αετοί κατεβαίνανε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα - ήταν κι αυτό τύχη με τόσον αέρα.
"Για δώσε μου κανένα απ΄τα πούρα σου, για να δω πώς είναι...", παρακάλεσε η γιαγιά τον θείο.
Ήταν πολύ αστεία έτσι όπως το κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα, γι΄αυτό και βάλαμε τα γέλια. Πλησίασε τον βράχο που ήτανε δεμένος ο σπάγκος και βάλθηκε να καπνίσει με την ησυχία της - έτσι νομίσαμε. Μα, μόλις κάθισε πάνω στην πέτρα, έκοψε η παμπόνηρη τον σπάγκο με την καύτρα του πούρου. Αυτός, όμως, γλίστρησε μέσα από τα χέρια του πατέρα τόσο γρήγορα, που μόλις που πρόλαβε να φωνάξει δυνατά απ΄την έκπληξη. Έβαλα τα κλάματα όταν είδα τον αετό να παρασύρεται απ΄τον αέρα, σαν χορεύτρια που έχασε τον βηματισμό της, γιατί ξαφνικά υποχώρησε το παλκοσένικο. Ο πατέρας ξαμολήθηκε πίσω του. Ήταν απ΄τις στιγμές εκείνες που είχαμε μαζί με τον πατέρα την ίδια τύχη - μας απειλούσε η παγαμποντιά της γιαγιάς, σε σημείο να γίνουμε ρεζίλι. Έτρεχε κάτω στην πλαγιά και ξοπίσω του έτρεχα κι εγώ με μια λύσσα, λες και υπήρχε περίπτωση να πιάσουμε τον αετό. Σε μιαν άκρη της πλαγιάς, όπου η κατηφόρα δεν πήγαινε άλλο, μείναμε αρκετή ώρα να τον κοιτάζουμε μέχρι που έπεσε κάπου στην Ελευσίνα.
~~~~
Φεύγαμε με τ΄αυτοκίνητο του πατέρα και η γιαγιά με το φορτηγάκι του Συμεών, όταν άρχισε να μπουμπουνίζει και ν΄αστράφτει για τα καλά. Με τις πρώτες σταγόνες, οι παρέες του λόφου τα μάζευαν και κατέβαιναν κακήν κακώς, ενώ όσοι αετοί δεν είχαν μαζευτεί, αντιστέκονταν πεισματικά στον αέρα.
Γεράσιμος Δενδρινός ~ Απέραντες συνοικίες, Τόμος Α', εκδόσεις Υψικάμινος, Αθήνα 2024.
![]() |
| Αλέκος Φασιανός |
Γκρίζα πόλη ~ Δέσποινα Στίκα
Τα ετεροθαλή αδέλφια του πατέρα μου [ Όταν η τραγικότητα δεν έχει τέλος...]
[...] Η γιαγιά μου δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει. Ως τα στερνά της καταριότανε τον πόλεμο και τους ηγέτες τούς ανόητους και αλαζονικούς που αιματοκυλούν τον κόσμο. "Όλοι παιδιά του ίδιου Θεού είμαστε", έλεγε, "ίδιες ανάγκες έχουμε, ίδια αγαπάμε και ίδια παλεύουμε για τη ζωή. Ανάθεμα σ΄εκείνους που οδηγούν ανθρώπους στη σφαγή και στην καταστροφή. Ανάθεμα". Την έτρωγε σαράκι, που δεν μπόρεσε τουλάχιστον να θάψει τον Αντώνη της... που πήγε άκλαυτος. Ο παππούς Θόδωρος προσπάθησε να την παρηγορήσει λέγοντας ότι κι εκείνος, που έθαψε την οικογένειά του όλη με τα χέρια του, μήπως τάχα αισθανότανε καλύτερα;
Μετά τον πόλεμο γύρισε ένας φίλος του θείου Αντώνη στην κωμόπολη που έγινε πατρίδα μου, και μας διηγιόταν -χρόνια ύστερα- πως είχε γίνει το κακό. Έτυχε μάλιστα αυτός να είναι ο διορισμένος παιδονόμος μας. Αντιπαθής από τον ρόλο του. Όταν όμως μας περιέγραφε τον θάνατο του θείου μου, γινόταν άλλος άνθρωπος κι ανέβαινε στα μάτια μας. Ήσαν μαζί στο μέτωπο, μοιράζονταν τον κίνδυνο καθημερινά, και όντας κοντοχωριανοί συνδέθηκαν με αληθινή φιλία.Σε μιαν ανάπαυλα ξεκούρασης διέταξε ο λοχαγός τον θείο μου να πάει ως μια πηγή κάπως μακριά να φέρει νερό. Αυτός αντέδρασε παραπονούμενος ότι στέλνουνε για νερό όλο τον ίδιο."Βαρέθηκα με τα παγούρια σας πέρα δώθε", του φώναξε. Ο λοχαγός τον απείλησε με τιμωρία για ανυπακοή, αλλά πετάχτηκε μπροστά ο φίλος του και προθυμοποιήθηκε να πάει εκείνος για νερό. Ο θείος μου τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη, με ένα λαμπερό χαμόγελο τον ευχαρίστησε που ανέλαβε την αγγαρεία για λόγου του. "Είσαι φίλος πραγματικά" του είπε, καθώς εκείνος έφευγε με τα παγούρια. Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ, όταν άκουσε μια βροντερή έκρηξη όλμου μες τη διμοιρία τους. Ο θείος μου ο Αντώνης μαζί και άλλοι έξι άντρες είχαν διαμελιστεί. Το μεγαλύτερο κομμάτι του ήταν το ένα του πόδι, που το περιμάζεψε ο παιδονόμος μας στους κλώνους μιας αγριαχλαδιάς.
Μιλούσε με συγκλονισμό για την πιο τραγική εμπειρία που του άφησε ο πόλεμος. Όχι γιατί έχασε τον κολλητό του...στη μάχη όλα τα περιμένει κανείς, μα αυτή την ξαφνική, την απότομη ανατροπή των πάντων, εκείνη τη ραγδαία αλλαγή του σκηνικού και την απώλεια τόσων ανθρώπων, που πριν ένα λεπτό ήσαν ζωντανοί του σύντροφοι... πώς να χωρέσει όλο αυτό στον νου; Και ύστερα η αρχική αγαλλίαση που ένιωθε επειδή ανακούφισε τον φίλο του από το βάρος μιας δυσάρεστης εντολής ανώτερου, η ωραία αίσθηση πως τον ξεκούραζε... πώς άλλαξε έτσι ξαφνικά σε θύελλα από τύψεις!
Γκρίζα πόλη, Δέσποινα Στίκα, εκδόσεις Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2024
Έμιλυ Ντίκινσον - Θεά του Ηφαιστείου ~ Δέσποινα Λάλα - Κριστ
Κατερίνα Ατσόγλου: Για το βιβλίο της Ελένης Νανοπούλου «Το χωριό μου» των εκδόσεων Εύμαρος
Το κορίτσι με το εργόχειρο, η Ελένη, η Ελένη Νανοπούλου, που αντικατέστησε τις βελόνες με μολύβια και το κέντημα με λευκές κόλλες χαρτιού. Εξάλλου όπως η ίδια θα μας εκμυστηρευτεί αγαπούσε τα γράμματα από μικρή, «ήθελε να φύγει να σπουδάσει» και εκείνα την ακολούθησαν με αιώνιους δεσμούς στο ρου της ζωής της. Η Ελένη προοικονομεί το μέλλον της και με συγγραφική άνεση μας περιγράφει τα πρώτα χρόνια της ζωής της, σε μια συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Εύμαρος.
Στο εξώφυλλο του βιβλίου, διακρίνουμε στέγες, σπίτια, ισόγεια και έναν ήλιο να φωτίζει τους κατοίκους αυτού του χωριού. Έναν κίτρινο ήλιο στην άκρη, όπως εκείνους που ζωγραφίζαμε παιδιά και ζεσταίναμε τις παιδικές μας ζωγραφιές.
Η Ελένη καταφέρνει λοιπόν με τη γραφή της να μας οδηγήσει στο χωριό της, στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. Εκεί, άλλοτε μας τραβά από το χέρι και λαχανιασμένοι μαζί της κρυβόμαστε πίσω από «τη μάντρα που άκουγε τα όνειρα» παρακολουθώντας τα χρόνια της, και άλλοτε μας βάζει πίσω από «την κίτρινη πόρτα του καφενείου, που χώριζε το σπίτι από τις τυχόν ύποπτες ματιές του αρσενικού πληθυσμού προς τις θηλυκές μορφές». Αυτή η πόρτα χώριζε το ζεστό οικογενειακό περιβάλλον, την οικογένεια, το «σπίτι», από το καφενείο, τον κόσμο, το «χωριό». Δημιουργείται μια αντίθεση και ένας διαχωρισμός, που γλυκά συνδέει ένα μικρό σγουρομάλλικο κορίτσι.
Κρατάμε στα χέρια μας μια κατάθεση ψυχής, ένα λεπτοκαμωμένο βιβλίο όπως εξάλλου είναι και η Ελένη, μια λεπτοκαμωμένη γυναίκα, μάνα, φίλη και συγγραφέας, τόσο στην εμφάνιση, όσο και στο χαρακτήρα. Ένα βιβλίο θησαυρό, γεμάτο αναμνήσεις, νεανικά όνειρα, παιδικές αφέλειες, μυρωδιές, ακούσματα και εικόνες, στοιχεία που αφυπνίζουν τις αισθήσεις μας, μιας και όλοι θα βρούμε κάποια στοιχεία της δικής μας παιδικής και νεανικής ζωής, της δικής μας καταγωγής, ανακαλώντας μνήμες και εικόνες, από τα χρόνια που ζούσαμε στο δικό μας πατρικό!
Τις περισσότερες φορές, έστω και ασυνείδητα, αυτό γίνεται για να «ξαναβρούμε» τον εαυτό μας, αυτό το νεαρό κορίτσι ή αγόρι, όταν μέσα στις δυσκολίες τις ζωής χάνουμε το δρόμο ή την ταυτότητά μας. Η γραφή της Ελένης θα ενώσει το παρελθόν με το μέλλον, χρησιμοποιώντας τα παιδικά χρόνια και θέλω ως γέφυρες. Γέφυρες όμως σταθερές, που όπως η ίδια τονίζει, πατούν σταθερά στο χώμα «όπως τα ισόγεια σπίτια του χωριού της», «όπως τη μάνα της που βάδιζε σταθερά και τα προλάβαινε όλα», «γέφυρες που δεν γκρεμίζονται».
Γράφει η συγγραφέας: «Δεν είδαμε τότε τον κόσμο μας από ψηλά, παρά μονάχα στις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που βρεθήκαμε στη βεράντα του δίπατου αυτού σπιτιού». Αυτό το τόσο απλό, αλλά ανθρώπινα ουσιαστικό καταδεικνύει την ιδιοσυγκρασία της Ελένης η οποία ήδη από το ξεκίνημα του βιβλίου θα δηλώσει πως «ο γενέθλιος τόπος καθορίζει την πορεία κάθε ανθρώπου» και «ο χαρακτήρας και η νοοτροπία του λαού αντανακλά τη γη που τον γέννησε, τότε, θα καταλήξει η Ελένη, είναι φυσικό που μεγαλώσαμε στο ίσιωμα χωρίς πολλά πετάγματα, δίχως ακρότητες». Διάφανοι απλοί άνθρωποι, με αγάπη και αλληλεγγύη. Ίσως σαν το δικό μας πατέρα, αδερφό, μάνα, συγγενή, γείτονα. Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή πιθανότητα, διαβάζοντας το βιβλίο της Ελένης, να ΜΗΝ βρεις ένα δικό σου κομμάτι, μια δική σου πραγματωμένη αλήθεια και κατάσταση. Με τόση μεγάλη ειλικρίνεια έχει γραφτεί αυτό το βιβλίο. Άδολα και με απόλυτα φυσικό τρόπο, χωρίς όμως να κρύβεται η ποιητική γλώσσα και η ανάγκη ενός εξομολογητικού ύφους. Διαβάζοντας ανακαλύπτουμε και εμείς τα χρόνια της παιδικής μας ηλικίας, το χώρο που πλαστήκαμε, ένα δέντρο, μια αυλή, ένα καφενείο, μια πλατεία … Έτσι, μας λέει η Ελένη, αν τα βάλουμε όλα αυτά σε έναν κύκλο μνήμης, θα βρεθούμε στο σπίτι μας σε χρόνο παντοτινό!
Έτσι ένιωσα διαβάζοντας το βιβλίο της αγαπημένης φίλης και ποιήτριας, γύρισα πίσω και βρήκα το σπίτι μου, τα παιδικά μου όνειρα, τις αταξίες μου και τις μικροχαρές, τους γονείς και τους φίλους, την αρχή της ζωής.
Όμως υπάρχουν και αρκετά σημεία στο έργο της Ελένης που αφήνει να διαγραφεί η ανάγκη κάποιων, όπως γράφει, «να ξεχάσουν ακόμη και το δρόμο για τα μνήματα», υπάρχουν και εκείνοι δηλαδή, που επιθυμούν τη λήθη, που επιθυμούν να σβήσουν δεσμούς και αναμνήσεις. Πικρό, αλλά ανθρώπινο και αληθινό, διάφανα το υπονοεί η συγγραφέας και το σέβεται.
Ο λόγος της είναι γλαφυρός και ποιητικός, οι περιγραφές της με πλούσια λογοτεχνικά στοιχεία. Άψυχα στοιχεία της φύσης, του σπιτιού της, της γειτονιάς, των αναμνήσεων, αποκτούν ιδιότητες και συμπεριφορές, μιλούν, κινούνται, θυμώνουν, αισθάνονται, συμπεριφέρονται ανθρώπινα.
Χαρακτηριστικά αναφέρω:
- «έκανε κρύο, έβρεχε δυνατά και είχαμε έναν κουβά στο πάτωμα, στο σημείο όπου έσταζαν τα κεραμίδια, καθώς τα σπάραζε ο αέρας και η βροχή».
- «Τα αστροπελέκια χόρευαν στον γάμο του Ουρανού και της Γης»
- «Ο ήλιος έπεφτε μαλακά, κι όταν οι τελευταίες ανταύγειες φωτός έβαφαν τον ορίζοντα με ιώδεις γραμμές, και πριν τις καταβροχθίσει η νύχτα, εμείς δεν θαυμάζαμε το λυκόφως, δεν κοιτούσαμε τον αυτοπυρπολημένο ήλιο με διάθεση ποιητική αλλά περιμέναμε το βραδινό να είναι πατάτες τηγανητές».
- «Ο χρόνος αμνημόνευτος στεκόταν ψηλά, πάνω από τον ουρανό, αλλά δεν το ξέραμε. Τώρα η καρδιά με τη δική της μνήμη κουβαλάει αυτόν τον τόπο σαν το σώμα μας, που το κουβαλάμε μέχρι τέλους».
- «Το ηλιοβασίλεμα για άλλη μια φορά θα έβαφε υπέροχα τα αντικρινά βουνά με τις περίφημες Τρύπες, τις πλαγιές με τις αμυγδαλιές και τον στενό κάμπο με τις ελιές πλάι στο ποτάμι με τα άσπρα χαλίκια».
- «Τα χρόνια της παιδικής ηλικίας είναι πλημμυρισμένα από μαγευτικές εικόνες – ανακαλύψεις σε χρόνο και χώρο».
Τα δρώντα πρόσωπα στο έργο της Ελένης, δεν είναι πλασματικοί χαρακτήρες, είναι πρόσωπα με τα οποία αγκαλιάστηκε, έκλαψε, γέλασε και έζησε όμορφες, αλλά και δύσκολες στιγμές. Αυτό δίνει εκ των προτέρων μια μεγάλη αξία στην ανάγνωση τη δική μας, γιατί μας αφήνει να μπούμε στον ιδιαίτερο κόσμο της. Μας αφήνει να ακούσουμε του ίδιους ήχους, να γευτούμε όσα και εκείνη και να δούμε όσα γέμιζαν τα δικά της μάτια. Μας κάνει κοινωνούς μιας σημαντικής περιόδου της ζωής της.
Γινόμαστε μαζί της παντογνώστες αφηγητές και βρίσκουμε κομμάτια της δικής μας ζωής. Σε μια πρωτοπρόσωπη ομοδιηγητική αφήγηση, με εσωτερική εστίαση, παρατίθενται τα συναισθήματά της, όπως διαμορφώνονται και όπως τα βιώνει η ίδια, στη ροή των διαφόρων μικρών αποσπασμάτων.
Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, τονίζει την προσωπική μαρτυρία της Ελένης, εξασφαλίζοντας αμεσότητα και πειστικότητα, προσδίδοντας ένα εμπιστευτικό και εξομολογητικό χαρακτήρα. Η σταθερή εστίαση, η οποία φυσικά είναι η οπτική γωνία της Ελένης, δίνει την αίσθηση και το πλεονέκτημα της συμμετοχής του αναγνώστη.
Τα πρόσωπα που μας παρουσιάζει, σκιαγραφούνται δίνοντάς μας άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες μέσα από την περιγραφή αλλά και τα σχόλια που κάνει η Ελένη όπως για παράδειγμα το περιστατικό με τα κάλαντα, όπου η νοικοκυρά πετά στα παιδιά ένα πενηνταράκι και ένα αμύγδαλο. Περιττό να αναφέρει κάτι παραπάνω για το χαρακτήρα αυτής της γυναίκας η συγγραφέας.
Ο δε χρόνος της αφήγησης ακολουθεί μια ευθύγραμμη σειρά όσων αφορά την ηλικία της Ελένης. Ίσως κάποιες φορές θα μπορούσαμε να πούμε πως έχουμε κάποιες αναχρονίες και παραβιάσεις του χρόνου, αλλά αυτό γίνεται για την παράθεση αναδρομικών στοιχείων ή για κάποια μορφή προοικονομίας.
Οι περιγραφές της Ελένης κρύβουν λεπτομέρειες, τις οποίες πιστεύεις πως μόνο εσύ γνώριζες ή είχες παρατηρήσει. Είναι συγκλονιστική η διείσδυση της στη μνήμη. Χαρακτηριστικά θα αναφέρω το κεφάλαιο «Ο φάρος» όπου ακοπίαστα η Ελένη με φέρνει πίσω αρκετά χρόνια, σε μια παρόμοια εκδρομή με τη δική της, να βλέπω αγόρια να τολμούν βουτιές από τον ίδιο καθώς φαίνεται βράχο και να σωπαίνω αγωνιώντας μέχρι να δω τον νεαρό να ξεπροβάλλει από τον βυθό της θάλασσας. Τέτοια είναι η επιτυχία στη γραφή της Ελένης, να έχεις την αίσθηση πως περιγράφει μια δική σου ανάμνηση, μια δική σου αλήθεια. Ταυτόχρονα μέσα από τα κεφάλαια δίνονται και βασικά στοιχεία και πληροφορίες για θέματα κοινωνικά, βιοπορισμού, επαγγελμάτων της εποχής. Μια κατάθεση σημαντική για τη λαογραφία του τόπου της. Συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο «Στ’ αλώνια» παραθέτει αποσπάσματα και άλλων λογοτεχνών, σχετικά με το μαύρο θησαυρό της περιοχής της, την περίφημη Κορινθιακή σταφίδα.
Όσον αφορά τις προσωπογραφίες στο τέλος του βιβλίου, θα συμφωνήσω με το Γεράσιμο Δενδρινό πως πρόκειται για κείμενα απαράμιλλης αισθαντικής τέχνης. Τέτοια είναι η ομορφιά αυτών των κειμένων που σου είναι αδύνατον να μην ταυτιστείς με κάποιο από όλα αυτά τα πρόσωπα, τα οποία από απλούς χαρακτήρες της καθημερινότητας, η Ελένη τους μετέτρεψε σε σημαντικούς και αιώνιους.
Στο κεφάλαιο «Σαν επίλογος» τρεις γυναίκες, τρεις Γιωργίτσες, οδηγούν σε ένα συγκλονιστικό συμπέρασμα, αυτό των ενοχών που όλοι κάποια στιγμή της ζωής μας θα νιώσουμε και στην ανάγκη να αναζητήσουμε τον εξαγνισμό αυτών. Για την Ελένη ο εξαγνισμός συντελείται μέσα από την προσωπική της κατάθεση για όλα αυτά τα πρόσωπα σε τούτο εδώ το βιβλίο. Έτσι τονίζει τη δύναμη που έχει η γραφή, η οποία ενώνεται με τη ανυπέρβλητη ισχύ της μνήμης. Όλα τα βιωμένα τα ορίζει ως μια προσωπική αλήθεια και πραγματικότητα, τα οποία χωρίς τα γραπτά τεκμήρια θα έμοιαζαν απλώς όνειρα και επιθυμίες μιας ταπεινής λεπτοκαμωμένης ύπαρξης.
Θέλω να συγχαρώ τη φίλη μου Ελένη, για αυτή την κατάθεση ψυχής και να της ευχηθώ να είναι πάντα δημιουργική και ευτυχισμένη, ζώντας και χαρίζοντάς μας πάντα τέτοια δείγματα γραφής.
Μόρια - Παμμήτωρ Γη ~ Νίκη Γκίζη [ απόσπασμπα σελ. 20-21] Εκδ. Γκοβόστη
[...] Δεν παλεύεται η μνήμη. Φέρνει πίσω εικόνες, κουβέντες, συναισθήματα, αγαλλίαση, σε περιμένει με πείσμα εκεί και όσο πιο πολύ σε πονάει, τόσο πιο πολύ το ευχαριστιέται. Δεν μπορείς να τη διώξεις μόνο πρέπει να βρεις τη δύναμη να συνεχίσεις αλλά η ζωή στερεύει μέσα σου, οι θύμησες κονταίνουν την ανάσα σου, τη σβήνουν και τότε πετάγεσαι στον ύπνο σου ψάχνεις αγαπημένους που έχασες, τους φωνάζεις τόσο δυνατά που ακόμα και η θάλασσα που τους κατάπιε σε φοβάται. Τύψεις με βασανίζουν. Άραγε, αν δεν είχα πάρει την μπάλα και το τετράδιο μαζί μου όταν φύγαμε κυνηγημένοι από το πατρικό μου, μήπως δεν βούλιαζε η βάρκα; Μήπως δεν χάνονταν τόσοι άνθρωποι μέσα στα μανιασμένα κύματα αν δεν είχα κουνηθεί στη βάρκα για να βολευτώ καλύτερα; Μήπως ο πατέρας ήταν τώρα κοντά μας αν του κρατούσα πιο σφιχτά το χέρι μέσα στο νερό; Μήπως άθελά μου κάλεσα τον στρόβιλο του ανέμου, το φως της αστραπής, το ζόφο της βροντής, γκάστρωσαν τη θάλασσα, αυτή άπλωσε το μαύρο δίχτυ της και άρχισε να καταπίνει μία, μία τις ψυχές; Δεν μετριούνται οι ψυχές ούτε οι νεκροί και οι αγνοούμενοι.Μετριούνται τα "μου" που λείπουν. Ο πατέρας "μου", ο γιός "μου", η μάνα "μου", η αδερφή "μου". Οι πέντε έγιναν πεντακόσιοι, οι δέκα χίλιοι, κι εγώ δεν είμαι δώδεκα, ούτε εκατόν είκοσι, ούτε χιλίων διακοσίων χρόνων, είμαι απλά ένας αριθμός. Πόσο ασήμαντη και σημαντική ταυτόχρονα είναι η ζωή σε σχέση με το σύμπαν και το χρόνο!
Η καµπάνα της Ανάστασης ~ Γιάννης Δ. Μπάρτζης
Ήταν ένα είδος άγραφου εθίµου στο χωριό µας και φάνταζε άθλος τρανός στα παιδικά µας όνειρα, το χαρµόσυνο χτύπηµα της καµπάνας τη νύχτα της Ανάστασης. Εκείνα τα χρόνια -όχι και τόσο µακρινά- το έργο του κωδωνοκρούστη στις µικρές ενορίες της επαρχίας ήταν στα χέρια των παιδιών και των εφήβων. Από µικρή ηλικία όλοι γνωρίζαµε τη συνθηµατική γλώσσα της καµπάνας και πρόθυµα τρέχαµε, τραβώντας το µακρύ σχοινί της, να της δώσουµε πνοή, να ακουστεί στα πέρατα το ηχηρό της κάλεσµα για λειτουργίες και τελετές, για κηδεία, για πυρκαγιά, για συγκέντρωση στην πλατεία και για ό,τι έκτακτο µπορούσε να ταράξει την υπαίθρια γαλήνη µας.
Ιδιαίτερα στις ηµέρες του Πάσχα το καµπαναριό ήταν στις δόξες του. Η καµπάνα του χωριού συµµετείχε οργανικά στην ανάµνηση του θείου δράµατος και µε τη µαγεία των ήχων της έµπαζε τις ψυχές µας στην υποβλητική ατµόσφαιρα της Εβδοµάδας των Παθών.
Τη Μεγάλη Παρασκευή δε σταµατούσε να µυρώνει την ατµόσφαιρα µε τον δικό της Επιτάφιο Θρήνο. Απ’ το πρωί αχάραγα ίσαµε τα µεσάνυχτα που θα τελείωνε η λιτανεία της περιφοράς, το σκοινί της ρόζιαζε τα χέρια µας. Αυτός ο πένθιµος ρυθµός, νταααν…νταααν! νταααν… νταααν! νταααν… νταααν! µονότονος, βαρύθυµος, διαρκής, ώρες ατελείωτες φόρτιζε τον αέρα που αναπνέαµε µε µιαν άφατη θλίψη.
Κι εµείς σπρωχνόµαστε και γκρινιάζαµε αναµεταξύ µας ποιος θα τη χτυπήσει περισσότερο· διαγωνιζόµαστε ποιος θα την κάνει να ηχήσει πιο εκφραστικά, πιο πένθιµα· µαλώναµε και γελάγαµε και βριζόµαστε µες στην ορµή του ανταγωνισµού µας. Στον αυλόγυρο εκεί της εκκλησιάς κάτω από το πέτρινο καµπαναριό, ξετυλιγόταν ο δυναµισµός µας, ωρίµαζε η ευαισθησία µας, µέστωνε εντός µας το φιλότιµο και κονταροχτυπιόντανε η αθωότητα µε τη ζωντάνια µας.
Όµως, τη νύχτα της Λαµπρής, η διεκδίκηση πρωτιάς στον αναστάσιµο καµπανισµό ξεπέρναγε τα όρια κάθε επιτρεπτής µεθόδευσης. Εκείνος που θα ηχούσε πρώτος το βροντώδες κάλεσµα στη γιορτή της Ανάστασης, αυτός που θα ξυπνούσε πρώτος το χωριό µε γιγάντιες νότες µετάλλινης χαράς, θα συζητιόταν για πολλές ηµέρες σαν τοπικός µας ήρωας. Θα άκουγε εγκώµια από τους γέροντες, θα τον παινεύανε οι µεγάλοι, θα τον ζήλευαν τα παιδιά, θα τον κρυφόδειχναν τα κορίτσια… «Και του χρόνου πάλι απ’ τα χέρια σου!» θα του λέγανε δεκάδες στόµατα. Ήταν για το χωριό µας κάτι σαν τον πρωτοβουτηχτή, που πιάνει τον Σταυρό τα Θεοφάνεια σε άλλους τόπους πιο ευλογηµένους, που έχουνε θάλασσες, λίµνες και ποταµούς. Πού τέτοιες χάρες το ξεροβούνι µας!…
Όλο το µυστικό για την επιτυχία του αναστάσιµου κωδωνοκρούστη βρισκόταν στην παρακολούθηση των νυχτερινών κινήσεων του παπα-Μήτσου. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ξαπλώναµε όλοι νωρίς να κοιµηθούµε. Το χτύπηµα της καµπάνας, απότοµο µες στην απόλυτη σιωπή, δυνατό, ασυγκράτητο, ηχηρό, θα τρύπωνε µε χαρούµενη βία στα φτωχικά µας και θα µας έβγαζε από τη γλυκιά θαλπωρή του Μορφέα. Με τον χτύπο της ξυπνούσαν όλες οι φαµελιές κι έπαιρναν ζωή τα στενά µας σοκάκια. Καλοντυµένα πρόσωπα, φωτισµένα χαµόγελα και παιδικά χασµουρητά, µε προποµπούς τους µεγαλύτερους µε λαµπάδες στα χέρια και κεριά, κατευθυνόµαστε γοργά προς την εκκλησία. Και η καµπάνα να λαλεί συνέχεια το προσκάλεσµα στη θεϊκή χαρά. Να γιατί λογιάζονταν ήρωας, αυτός που σήκωνε στο πόδι το χωριό και πλούµιζε µε ήχους από το καµπαναριό ψηλά όλο αυτό το πανηγύρι.
Αν ήθελες να τύχεις τέτοια µοναδική καταξίωση, έπρεπε να µείνεις ξυπνητός τη νύχτα της Ανάστασης και να κατασκοπεύεις το σπίτι του παπά ή του καντηλανάφτη. Οι δυο τους είχαν τα κλειδιά και άνοιγαν την εκκλησία. Το πιο σίγουρο βέβαια ήταν το σπίτι του παπά, αφού χωρίς αυτόν λειτουργία δε γίνεται.
Μόλις άναβε η λάµπα και φώτιζε η κάµαρα του παπα-Μήτσου, ακούγονταν νεανικές φωνές από τους γύρω θάµνους: «Να χτυπήσουµε, παππούλη;» «Ορµάτε, παιδιά!» έβγαινε πίσω απ’ το παράθυρο µε ύφος στρατηγού η εντολή. «Ξυπνάτε τους όλους! Πάµε για Ανάσταση!»
Άρχιζαν τότε τα τρεξίµατα και οι τρικλοποδιές κι έµπαιναν σε εφαρµογή ποικίλες και πρωτότυπες -αθέµιτες- εµπνεύσεις, που θα έφερναν τον έναν -τον πιο επιτήδειο- πρώτο στις σκάλες του καµπαναριού.
Μια χρονιά όµως ο Αντώνης της Κονταράκαινας, ο επονοµαζόµενος «Κεφάλας», θέλησε να εξασφαλίσει για λογαριασµό του την υψηλή τιµή του αναστάσιµου καµπανισµού. Και το σιγούρεψε µε τρόπο πράγµατι πρωτότυπο, αν και καθόλου έντιµο. Το προηγούµενο Πάσχα είχε καταφέρει να µείνει ξάγρυπνος και ξεροστάλιασε νυχτιάτικα κάτω απ’ το παράθυρο του παπα-Μήτσου, αλλά κάποιοι του έκαναν ζαβολιά και τον έβγαλαν από τον αγώνα. Είχαν τεντώσει ένα σύρµα στο µονοπάτι που έτρεχε. Κουτρουβαλιάστηκε, τσακίστηκε και λίγο έλειψε να κάνει Λαµπρή στο κρεβάτι. Είχε άγιο -που λένε-, µα την πρωτιά της καµπάνας τού την άρπαξε άλλος.
Ο Αντώνης έµεινε ξύπνιος πάλι την επόµενη χρονιά, αλλά δεν πήγε κατά του παπά το σπίτι. Ούτε έξω απ’ του καντηλανάφτη κρυφοφύλαξε. Στήθηκε µόνος κάτω απ’ το καµπαναριό και περίµενε. Κόντευε µάλιστα να πάρει έναν υπνάκο, όταν έφτασε ασθµαίνοντας ο πρώτος επίδοξος κωδωνοκρούστης. Ατάραχος ο Αντώνης τον άφησε να ανέβει ξέπνοος τα σαράντα σκαλιά, ενώ ένα σαρδόνιο χαµόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του.
«Δεν υπάρχει γλωσσίδι! Πού είναι το γλωσσίδι;» ακουγόταν από ψηλά η αγανακτισµένη διαµαρτυρία. Σε λίγο κατέφτασαν κι άλλοι «δροµείς». Πιστεύοντας καθένας τους ότι θα τύχει την πρωτιά, έτρεχαν ως επάνω, ώσπου στοιβάχτηκαν όλοι στο στενό κεφαλόσκαλο. Όταν κατάλαβαν ποια ήταν η αιτία της καθυστέρησης του χαρµόσυνου χτύπου, άρχισαν ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι τριγύρω στα τοιχώµατα και στα σκαλιά, µήπως βρεθεί το χαµένο σιδερικό.
Ώσπου έφτασε κι ο παπα-Μήτσος µε τον καντηλανάφτη. «Ακόµα να χτυπήσετε; Περνάει η ώρα! Βαράτε τη! Βαράτε τη, ευλογηµένοι!» Κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό ο αγαθός ιερέας, σαν άκουσε το κακό που βρήκε το χωριό! Σταυροκοπιόταν και µουρµούριζε προσευχές, προτού ν’ αποφασίσει τι θα ’πρεπε να κάνει σ’ αυτή την κρίσιµη στιγµή. Τα παιδαρέλια σιωπούσαν ταραγµένα.
Τότε ο Αντώνης ο «Κεφάλας» έλυσε την αινιγµατική σιωπή του. «Πες τους, παππούλη, να κατέβουν όλοι κάτω και να µπούνε στην εκκλησιά. Την καµπάνα θα τη χτυπήσω εγώ φέτος!» «Τι είν’ αυτά που λες, Αντωνάκη, παιδί µου;» απόρησε ο καηµένος ο παπα-Μήτσος. «Αφού σου λένε ότι πάει το γλωσσίδι. Χάθηκε! Πήρε ο θεός το πρόσωπό του από πάνω µας!» «Εγώ το πήρα το γλωσσίδι, παππούλη!» οµολόγησε ο Αντώνης µε καµάρι. «Πού το ’χεις, ευλογηµένε! Φέρ’ το γρήγορα να σηµάνουµε Ανάσταση!» φρύαξε αγανακτισµένος µα και µε κάποιαν ανακούφιση ο παπάς µας. «Το ’χω κρύψει ψηλά στον Καµίκο», είπε, δείχνοντας µε το χέρι του ο Αντώνης την κορυφή του βραχόλοφου, που ορθωνόταν στα βόρεια του χωριού.
Κάποιοι κινήθηκαν καταπάνω του µε άγριες διαθέσεις. Εκείνος ατρόµητος φώναξε στον παπά: «Πες τους να µη µε αγγίξουν, παππούλη, γιατί δε θα σας φανερώσω ποτέ το γλωσσίδι!… Αφήστε µε ήσυχο να πάω να το φέρω». Ο παπα-Μήτσος σταυροκοπήθηκε και παρακάλεσε τ’ άλλα παιδιά να κάνουν στην άκρη. «Τρέξτε», τους είπε, «να ειδοποιήσετε τους ψάλτες κι όσους νοικοκυραίους µπορείτε. Χτυπήστε τις πόρτες και φωνάξτε στους δρόµους “Ανάσταση! Ανάσταση!” Τρέξτε, παιδιά µου, γιατί θα ’ρθει το ξηµέρωµα κι εµείς δε θα ’χουµε αναστήσει ακόµα τον Κύριο!»
Πάνω στην ώρα ήρθαν κι η παπαδιά µε τις κόρες της, η γυναίκα του καντηλανάφτη και καναδυό ενορίτισσες που άκουσαν τη φασαρία και ξύπνησαν. Ο Αντώνης έγινε καπνός και οι άλλοι µπήκανε στον ναό να ετοιµάσουν τη λειτουργία. Ο παπα-Μήτσος δεν µπορούσε να περιµένει περισσότερο. Με τους λίγους που άρχισαν να καταφτάνουν ξεκίνησε όπως όπως, προσπαθώντας να πνίξει τη οργή και το θυµό του. Όσο και να το καθυστερούσε όµως, πλησίαζε η στιγµή για το «Δεύτε, λάβετε φως…». Κι ύστερα θα έβγαιναν στο προαύλιο για το «Χριστός ανέστη». «Μα, γιατί αργεί τόσο;» αναρωτιόταν. Κι όλο έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια τροπάρια, µήπως και έρθουν περισσότεροι χωριανοί.
Ξαφνικά µια βουερή θύελλα χαλκών ήχων συνεπήρε την πλάση. Ο Αντώνης θαυµατουργούσε από την κορυφή του καµπαναριού και αχολογούσε η οικουµένη τη χαρά της Ανάστασης! Ο παπα-Μήτσος δάκρυσε από το κύµα ανακούφισης που πληµµύρισε το είναι του. «Επιτέλους! Επιτέλους! Σήµανε!»
Έδωσε εντολή στα παιδιά µε τα λάβαρα και τον σταυρό να κινήσουν προς την έξοδο του ναού. Ξοπίσω ακολούθησε όλο το εκκλησίασµα µε τις λαµπάδες αναµµένες και µε πλατιά χαµόγελα στα πρόσωπα. Από τους γύρω δρόµους συνέρρεαν µπουλούκια γιορτινά οι αργοπορηµένοι χωριανοί. Σε λίγα µόνο λεπτά το προαύλιο της Παναγίας γέµισε ασφυκτικά από κόσµο. Και το αντιλάληµα της καµπάνας, που δε σταµάταγε ούτε στιγµή, θαρρείς και έψελνε µαζί µε τον παπά και τους ψαλτάδες:
«Χριστός ανέστη εκ νεκρών
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις µνήµασι
ζωήν χαρισάµενος».
Δόκτωρ Γκλας ~ Γιάλμαρ Σέντερμπεργκ
[Γιάλμαρ Σέντερμπεργκ: Δόκτωρ Γκλας. Μτφρ.: Αγγελική Νάτση, εκδ. Printa]

Κουτσό ~ ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ
[… τη φοβερή χειρονομία του Αδάμ του Μαζάτσιο. Κρύβει το πρόσωπό του για να προστατεύσει το όραμά του, αυτό που ήταν κάποτε δικό του: μέσα σ΄εκείνη τη μικρή παλαμιαία νύχτα, το τελευταίο τοπίο του παραδείσου του. Και κλαίει (γιατί η χειρονομία είναι και αυτή που συνοδεύει το κλάμα), ώσπου συνειδητοποιεί πως είναι μάταιο, πως η πραγματική καταδίκη αρχίζει τώρα: η λήθη της Εδέμ’ με άλλα λόγια, η πειθήνια συμμόρφωση, η φτηνή και ρυπαρή χαρά της εργασίας, ο ιδρώτας του προσώπου και οι πληρωμένες διακοπές.]
σελ. 628, ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ Κουτσό μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης εκδ. Opera
![]() |
| The Expulsion from the Garden of Eden by Masaccio, before and after restoration. |
Απροσπέλαστος - Πωλ Ελυάρ
Κανένας στόχος δεν αποσπά Τον ταξιδιώτη που ‘ναι τρυπημένος από βέλη Τον ταξιδιώτη που ‘ναι ακούραστος. Μεταφρ.Ανέστης Μελιδώνης
Αγαπημένες Αναρτήσεις
-
Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι πίσω από τον τοίχο έχει μια θάλασσα ένα λιβάδι και παγωτά έχει ένα ροζ ποδήλατο, ένα για την καθεμιά ...
-
ευθαρσώς και στα ίσα Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά - ωραίο πρόσωπο, ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας (τι...
-
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΠΕΤΑΙ ξεκινά εκεί που συγγενεύεις με τη σιωπή και φτάνει ως το πιο συχνό σου ρίγος εξάλλου η αγωνία ...
-
οι λέξεις Σταγόνες χρώματα θα λες οι λέξεις πως ήτανε διαμάντια στο στέμμα σου μικροί αγέννητοι πρίγκιπες. Με το όνομά της Δεν έδωσε στο πα...
-
Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες...
-
Ι. Βεντάλια θέρους (και μια πλαγιά σκιερή να σ΄ αγναντεύω) ~~~ ΑΧΘΟΣ ΑΙΘΕΡΑ Γαλάζιους σάκους κουβαλά, μ΄ αρώματα. Τον λεν Μαΐστρο. ~~~ ΕΠ...
-
Fabienne Verdier θ' απλώσω τη θάλασσα στο τραπέζι να βρέχει τα λόγια με τα κύματα να πνίγει τις σιωπές ν' ανασταίνει των φθόγγων ...



















