Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά ~ Γιάννης Καρκανέβατος

 [Το ασημένιο τάλιρο]

Τους έδειχνε το ασημένιο τάλιρο στη χούφτα του. Μετά την έκλεινε σφιχτά και τους προκαλούσε, έναν έναν, όποιον πίστευε πως μπορούσε με τη δύναμή του να την ανοίξει και να το κάνει δικό του. Αν δεν το κατάφερναν, του έδιναν κάποιες δραχμές, αποδεχόμενοι την ήττα τους. Να ήταν τα μονότονα τοπία της Ανατολίας και η βαρεμάρα του στρατοπέδου ή η επιθυμία να αγωνιστείς για ένα λάφυρο που την επαύριο ίσως και να σου ήταν άχρηστο; Φαντάζομαι τον παππού μου τον Κρητικό, από τη μεριά της μάνας μου, στο Εσκίσεχιρ και στο Αφιόν Καραχισάρ, με το χέρι τεντωμένο μπροστά, μανίκι σηκωμένο-τίμιες δουλειές, και τη χούφτα κλειστή. Οι φλέβες καλογραμμένες, τα κλειδιά του θησαυροφυλάκιου. Οι άλλοι να πλησιάζουν διστακτικά.
Στην αρχή κόντραρε με το ασημένιο νόμισμα τους φαντάρους μόνο στη σκηνή, αλλά τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και μετά από λίγο δεν υπήρχε κανείς στο στρατόπεδο που να μην είχε ήδη δοκιμάσει ή να μην ήθελε. Θα μπορούσε κάλλιστα να προσκαλεί και να προκαλεί χωρίς τίποτα στη χούφτα. Μια άδεια χούφτα που γεννάει δραχμές. Η πίστη στο ασημένιο τάλιρο τραβούσε σαν μέλι τις μύγες. Ύστερα από λίγους μήνες το έμαθαν και στα άλλα τάγματα. Μάλιστα, είχε διαδοθεί η φήμη πως το τάλιρο αντικαταστάθηκε από μια μικρή πλάκα χρυσού, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση του αντίτιμου συμμετοχής.
Ουδέποτε έχασε ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν. Αντίθετα, έλεγε πως εξοικονομούσε ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Πολλές φορές, παιδί, με θυμάμαι να πλησιάζω στις μύτες των ποδιών, κοντά στον καναπέ που ξάπλωνε για τον μεσημεριανό του ύπνο. Τοποθετούσα τον δείκτη στο μέσο της παλάμης του και πίεζα ελαφρά, δοκιμάζοντας τη σκληράδα της. Άλλες φορές διέτρεχα τις φλέβες στο επάνω μέρος του χεριού, τα δέλτα που ξεχύνονταν. Δεν διέκρινα κάποια διαφορά από άλλα χέρια που άρμεγαν τη γη ή όργωναν τη θάλασσα. Τα απογεύματα με έπαιρνε και πηγαίναμε μακρινές βόλτες. Εκείνο τον χειμώνα είχα διδαχτεί στο σχολείο για τα μόρια και τα άτομα, την ασυνέχεια του κόσμου μας και προσπαθούσα να τα μοιραστώ μαζί του. Του έλεγα πως η ύλη αποτελείται από μόρια και αυτά από άτομα. Τα άτομα έχουν πυρήνα, πρωτόνια και νετρόνια, ενώ τα ηλεκτρόνια γυρίζουν τρελαμένα γύρω τους, σε απομακρυσμένη τροχιά. Χρησιμοποιούσα το παράδειγμα του δασκάλου με το δάσος και τα δέντρα. Ενώ από μακριά φαίνεται συμπαγές, πλησιάζοντας κανείς διαπιστώνει ότι υπάρχουν δέντρα διακριτά και αέρας ανάμεσά τους. Αυτός με κοίταζε με βλέμμα θαυμασμού και απορίας ταυτόχρονα. Μάλλον αναρωτιόταν πώς στη Μικρά Ασία οι σφαίρες δεν περνούσαν απ’ αυτό το κενό που του δίδασκα και επέμενα ότι είναι κυρίαρχο, αλλά πετύχαιναν τα δέντρα. Και τα μαχαίρια γνώριζαν πάντα τον δρόμο για το αίμα. Με κοίταζε μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα και σώπαινε.
Αργότερα, όταν θα διάβαζα Ιστορία, θα μάθαινα για την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, και θα καταλάβαινα πως η χούφτα του παππού δεν έκρυβε κανένα ασημένιο τάλιρο. Ούτε πλάκα χρυσού. Στην πραγματικότητα, έκρυβε τον ίδιο του τον εαυτό και όλους τους άλλους συμπολεμιστές του. Και δεν μπόρεσε να κρατηθεί κλειστή. Κι όταν άνοιξε, όλοι διαπίστωσαν πως ήταν άδεια.




 Βιβλιοπωλείον της Εστίας







Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Κοχύλι - Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Στη Νατάλια Χιμένεθ Μου έφεραν ένα κοχύλι. Μέσα του τραγουδάει μια θάλασσα χάρτης. Την καρδιά μου γεμίζει νερό με ψαράκια σκουρόχρωμα και ασημένια. Μου έφεραν ένα κοχύλι. Μεταφράζει η Ξένια Κακάκη

Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα

Η ΑΠΌΦΑΣΗ Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω. Πνεύμα λειψό εξυψωμένο πολυσχιδής πώληση ψυχής. Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι. Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου. Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη. Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα. Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα και στη θλίψη της Οφηλίας. Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω. ΝΗΝΕΜΊΑ Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου. Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία. Μπορούν άραγε οι σελίδες όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο να γίνουν ο κυματοθραύστης; Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ Βαραίνει απόψε το φεγγάρι τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν η πόλη και πάλι ασθμαίνει. Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά αναπάντητες κλήσεις ...

Τα Παράθυρα ~ Κ. Π. Καβάφης

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.— Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει. (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Η Λογική ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  Τα παράλογα να δούμε λογικά και τη σιωπή μαγεία μα τι νομίζεις πως είμαστε εικόνες για τάματα και προσευχές; Το τίποτα να κάνω νησί στον ωκεανό και τις λέξεις σου πέταλα μιας ανθισμένης βουκαμβίλιας Αυτή είναι η λογική

Παιδικές Λαχτάρες ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  Μες τις παιδικές λαχτάρες ακούς τη ζωή. Φωνάζει δυνατά και άναρχα μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα. Δεν κρατά τα προσχήματα μήτε νοιάζεται για το « τι θα πει ο κόσμος ». Ο κόσμος όλος είναι τα χέρια τους. Το βάρος της μοναξιάς, Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2024, σελ.50 Photo By: Thomas Veres

Οι φάροι ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  Γέμισα τα χρόνια μου καταστροφές και τα σεντόνια μου αλμύρα. Μούσκεψαν τα μαξιλάρια πίκρα και στα όνειρα ζούσα συμφορές. Τεμαχισμένα κορμιά με κοιτούσαν με μίσος κι απορία. Ζητούσαν να καταλάβω μιαν άδικη μοίρα και πως στη ζωή ευτυχισμένος δεν είναι εκείνος που χαμογελά. Τώρα, χτίζω φάρους και ανάβω φωτιές κάποιο σημάδι να έχουν οι μόνοι να νιώθουν πως κάποιος τους νοιάζεται κι ας μην τους σώσει ποτέ. Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, σελ.9 η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο