Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στη Μαρία Λουίζα (Shew) ~ Edgar Allan poe [Μετάφραση Μήτσος Παπανικολάου, εκδόσεις Σμίλη] σελ.161

 

Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την

    αυγή

απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η

    νύχτα

το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου

απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν

απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι

    της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-

    θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-

    νηθήτω φως!"

να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το 

    σεραφικό βλέμμα των ματιών σου,

απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-

    μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία

ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-

    ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-

    τόν,

απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι

    το πνεύμα του επικοινωνεί με το πνεύμα ενός αγγέλου.




περ. Μπουκέτο,τχ. 115 (27Ιουν. 1926) 492. Υπογραφή: "Ευπαλίνος". Μαζί με τα "Μποέμ" (Louis-Henri Murger) και "Η πριγκιπέσα Ίλσα" (Heinrich Heine).

Τίτλος πρωτοτύπου: "To Marie Louise (Shew)". Είναι γραμμένο το 1847 για τη νοσοκόμα Marie Louise Shew, η οποία φρόντιζε τη σύζυγο του Poe, Virginia.

 



Μήτσος Παπανικολάου: Τα ποιήματα (1916-1943) | Επιμέλεια: Μιχ. Κ. Μπακογιάννης | Σελ. 356 | ΕΚΔΟΣΕΙΣ Σμίλη, 2024






Edgar Allen Poe in 1848, one year before his death. Photograph: Bettmann/CORBIS


Edgar Allan Poe ~ To Marie Louise (Shew)


    Of all who hail thy presence as the morning-
    Of all to whom thine absence is the night-
    The blotting utterly from out high heaven
    The sacred sun- of all who, weeping, bless thee
    Hourly for hope- for life- ah! above all,
    For the resurrection of deep-buried faith
    In Truth- in Virtue- in Humanity-
    Of all who, on Despair's unhallowed bed
    Lying down to die, have suddenly arisen
    At thy soft-murmured words, "Let there be light!"
    At the soft-murmured words that were fulfilled
    In the seraphic glancing of thine eyes-
    Of all who owe thee most- whose gratitude
    Nearest resembles worship- oh, remember
    The truest- the most fervently devoted,
    And think that these weak lines are written by him-
    By him who, as he pens them, thrills to think
    His spirit is communing with an angel's.




Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος

  Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

  Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο. Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569                         Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα,  Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020] Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής κι εμείς στις όχθες παίζοντας   τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες   σε κυνηγούσα κι έτρεχες σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας μέχρι που κάποια στιγμή θα γίνω πηγή μού φωνάζεις μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα κι εσύ αμέσως άφαντη   από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα έρχομαι αφρισμένος να σε βρω ~~~ Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, ...

The start of a new day

 

Lacrimae Rerum ~ Αγγελική Γιαννέλου

    LACRIMAE RERUM. motto: Ασκητής χρόνια, στη φωνή μου μονάζω' πόνων ποιμένας  ~~~   Ενάτη Ώρα Στης καρδιάς τα πεδία συσσεισμός τρόμος   Φρέαρ ορύσσω, ν' αναβλύσουν πυρφόροι τής Γενιάς θρύλοι   Στην Ύβρι πάνω, πεπραγμένων δεσμώτης, προσδοκώ Δίκην     ~~~      Απελπισμένοι οι πιστοί μας οι όρκοι παραδοθήκαν   Οι πολεμίστρες,  πια, αφύλαχτες μείναν Ρήμαξ ' η χώρα Στ' αποκαΐδια μαυροπούλια και γύπες  γελώντας κρώζουν ~~~     Θρυματίστηκαν  -σκουριασμένοι καθρέφτες- οι προσδοκίες   Αχλύς γινήκαν ματωμένης ελπίδας άγουρα χρόνια   Ο θερισμός μας, τόσων χρόνων αγρυπνίας, πέτρινα στάχυα     ~~~  Μέ κατατρύχουν τού Ταρτάρου τα ρίγη Άταφοι σκούζουν   Μ' έχουν οργώσει τών αιμάτων τα μύρα Ανθίζω μνήμες   Μ' ένα τραγούδι θα λαλήσω τον πόνο, σα νυχτοπού...

Ἱερὰ Ὁδός ~ Ἄγγελος Σικελιανός

Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα βουλιάζει. Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι, σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα. Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς. Φανερωμένος μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν, μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τους σὰν ἴσκιους. Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη, θρονὶ μοῦ φάνη μοιραμένο μοῦ ἦταν ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια, σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο. Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖ...