Είμαι ένα καράβι, που φτιάχτηκε για μεγάλα ταξίδια. Έτσι πίστευα τουλάχιστον. Ήμουν έτοιμη να περάσω ωκεανούς, να φτάσω σε στεριές που δεν είχα φανταστεί, να αγγίξω την απεραντότητα. Κι, όμως, κόλλησα στις Συμπληγάδες. Μου είπαν για να περάσω, πρέπει να χωρέσω και για να χωρέσω, πρέπει κάτι να κόψω. "Λίγο από δω, λίγο από κει, λίγο μόνο να ξύσω από το δέρμα και θα περάσω το στενό". Κι αντί να πας από άλλη πορεία, κολλάς σε αυτό το στενό πέρασμα, για να δεις τι υπάρχει παρακάτω. Το φαντάζεσαι το μετά. Θα ΄ναι όμορφο, θα ΄ναι μαγικό αυτό που απλώνεται μετά το στενό των Συμπληγάδων. Σαν μια όαση στη μέση της ερήμου. Θα ΄χει γαλαζοπράσινα νερά κι ένα εξωτικό νησί που περιμένει μόνο εσένα. "Πρέπει να φτάσω" σκέφτομαι. "Θα χωρέσω" λέω. Κι έτσι κόβεις το ένα χέρι και το ένα πόδι απ΄την ίδια πλευρά. Και πάλι δε χωράς. Και κόβεις και το άλλο χέρι και το άλλο πόδι. "Τώρα θα περάσω!" φωνάζω. Μα οι...
σκόρπιες σκέψεις, αναγνώσεις, ιδέες, αφορισμοί, ανησυχίες... Ποίηση