Μες τις παιδικές λαχτάρες
ακούς τη ζωή.
Φωνάζει δυνατά και άναρχα
μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα.
Δεν κρατά τα προσχήματα
μήτε νοιάζεται για το «τι θα πει ο κόσμος».
Ο κόσμος όλος είναι τα χέρια τους.
Μες τις παιδικές λαχτάρες
ακούς τη ζωή.
Φωνάζει δυνατά και άναρχα
μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα.
Δεν κρατά τα προσχήματα
μήτε νοιάζεται για το «τι θα πει ο κόσμος».
Ο κόσμος όλος είναι τα χέρια τους.
Η Φρόσω
Είχε ανασυνθέσει μέρα τη μέρα της, η Φρόσω. Κάθε μία από αυτές είχε βία και πόνο. Είχε αποφασίσει δια παντός να φύγει απ’ αυτό το σπίτι. Ούτε αποτύπωμα να μην αφήσει πίσω της. Ούτε τρίχα. Μα ούτε και τα λεφτά του ήθελε.
Το σώμα της ήταν γεμάτο μελανιές. Με πληγές πόδια και χέρια. Με ράμματα το κεφάλι της. Η ψυχή της αιμορραγούσε. Μόνο η καρδιά της ήταν κατακόκκινη και δυνατά χτυπούσε.
Δεν θυμάται πότε ακριβώς πότε πήρε αυτήν την απόφαση. Ήξερε πολύ καλά όμως πως την πήρε. Από μέρες πολλές την προετοίμαζε. Άνοιξε βιαστικά του σπιτιού την πόρτα. Μπροστά της, με το βλέμμα αγριεμένο, αντίκρισε εκείνον.
Δεν πρόλαβε.
Η δική του καρδιά ήταν κατάμαυρη και σαπισμένη.
©️ ΒΔ / photo by Alicja Sawczuk
![]() |
| le sacre du printemps pina bausch |
Στο παιδικό κρεβάτι ζουν ακόμη τα όνειρά μου,
τρέχουν φορώντας άσπρα λουλούδια στα μαλλιά
και ψιθυρίζουν μύθους στα παιδιά μου.
Δίνουν στο στόμα μου φωνή
και βοηθούν να προχωρήσω.
Όπου υπάρχει εμπόδιο έρχονται αετοί
με παίρνουν στα φτερά τους
και βλέπω από ψηλά αλήθειες,
εκείνες που λησμόνησα για το καλό μου.
Στο παιδικό κρεβάτι ζουν ακόμη τα όνειρά μου,
έχουν χέρια μακριά
και με τρομάζουν άθελά τους.
[Το βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, σελ.36]
Όταν πηγαίνω στο νησί, μένω πάντοτε στο ίδιο σπίτι. Που φτάνει στους ουρανούς έχοντας απαρνηθεί τα πάντα. Το παράθυρο είναι ένα πλάσμα διαφορετικό, την νύχτα κάθεται πάνω σε ιερές συκιές και όταν θέλει να με ξυπνήσει, εισχωρώντας στο αριστερό μου πλευρό, με φωνάζει Μάγια. Κολλάω πάνω του, σκοτεινές αντηχήσεις βαδίζουν στο εσωτερικό ενός δέρματος που τώρα είναι δικό μου και έτσι όλοι μαζί συνεχίζουμε και ζούμε. Στην κυριολεξία, περνάω μέσα από ένα κρίκο όταν θέλει να με ξυπνήσει.
Χώρα Αμοργού, Αύγουστος 2022
Χειροπέδες
Γαλήνη
Η ΛΕΜΟΝΙΑ
Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.
Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την
αυγή
απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η
νύχτα
το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου
απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν
απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι
της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-
θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-
νηθήτω φως!"
να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το
σεραφικό βλέμμα των ματιών σου,
απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-
μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία
ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-
ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-
τόν,
απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι
το πνεύμα του επικοινωνεί με το πνεύμα ενός αγγέλου.
περ. Μπουκέτο,τχ. 115 (27Ιουν. 1926) 492. Υπογραφή: "Ευπαλίνος". Μαζί με τα "Μποέμ" (Louis-Henri Murger) και "Η πριγκιπέσα Ίλσα" (Heinrich Heine).
Τίτλος πρωτοτύπου: "To Marie Louise (Shew)". Είναι γραμμένο το 1847 για τη νοσοκόμα Marie Louise Shew, η οποία φρόντιζε τη σύζυγο του Poe, Virginia.
![]() |
| Μήτσος Παπανικολάου: Τα ποιήματα (1916-1943) | Επιμέλεια: Μιχ. Κ. Μπακογιάννης | Σελ. 356 | ΕΚΔΟΣΕΙΣ Σμίλη, 2024 |
![]() |
| Edgar Allen Poe in 1848, one year before his death. Photograph: Bettmann/CORBIS |
Of all who hail thy presence as the morning-
Of all to whom thine absence is the night-
The blotting utterly from out high heaven
The sacred sun- of all who, weeping, bless thee
Hourly for hope- for life- ah! above all,
For the resurrection of deep-buried faith
In Truth- in Virtue- in Humanity-
Of all who, on Despair's unhallowed bed
Lying down to die, have suddenly arisen
At thy soft-murmured words, "Let there be light!"
At the soft-murmured words that were fulfilled
In the seraphic glancing of thine eyes-
Of all who owe thee most- whose gratitude
Nearest resembles worship- oh, remember
The truest- the most fervently devoted,
And think that these weak lines are written by him-
By him who, as he pens them, thrills to think
His spirit is communing with an angel's.
![]() |
Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο.Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569 |
Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα
κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής
κι εμείς στις όχθες παίζοντας
τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί
και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες
σε κυνηγούσα κι έτρεχες
σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα
γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα
ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας
μέχρι που κάποια στιγμή
θα γίνω πηγή μού φωνάζεις
μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα
κι εσύ αμέσως άφαντη
από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας
αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας
μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες
ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ
βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα
έρχομαι αφρισμένος να σε βρω
~~~
Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2024]
Κάτι φορές τα χέρια μου
αμήχανα το σώμα σου κοιτάζουν
τα δάχτυλα ιδρώνοντας
κινούνται αδέξια στον αέρα
ώσπου οι χούφτες δειλές
αντί να τολμήσουν να πληρωθούν
γυρεύουν τρύπα να κρυφτούν
χώνονται γρήγορα στις τσέπες μου
λαγοί που μπαίνουν στο λαγούμι
για ν’ αποφύγουν το λαγωνικό
λουφάζουν εκεί μέσα με τις ώρες
κι όταν κάποτε ξεμυτίσουν
οι ίδιες τώρα
λαγωνικά που χάσαν τον λαγό
καραδοκούν μυρίζοντας και πάλι
το στήθος σου
~~~
Ο συνοδός [Στιγμιότυπα του σώματος, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014]
επίμονα σχεδόν μ' ακολουθεί
χωρίς να με ρωτάει
μπερδεύεται στα πόδια μου αμίλητος
άλλοτε πάει μπροστά άλλοτε πίσω
κι άλλοτε από τα πλάγια ξεφυτρώνει
ενίοτε με εξοργίζει
μα όποτε εξαφανίζεται
αισθάνομαι μισός
ώσπου μια μέρα εκεί που περπατούσα
ξεκολλάει από τα πόδια μου
και κοκαλώνει καταγής
πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο
να κείτεται ατάραχος
αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει
κοιτάζομαι πιάνομαι
αλλά δεν έχω σώμα
ένας ίσκιος είμαι
κι ο ίσκιος στο χώμα
το σώμα μου
~~~
Του γιοφυριού της ποίησης [Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004]
χρόνια ολόκληρα πάλευα
να φτιάξω αυτό το ποίημα
ολονυχτίς το έγραφα
πρωί πρωί δαιμονισμένο
έτρωγε τις λέξεις
ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε
το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί
αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο
το ποίημα δεν στεριώνει
και μη στοιχειώσεις κριτικό
μήτ’ επαρκή αναγνώστη
παρά της άγριας έμπνευσης
την όμορφη την κόρη
που ’ρχεται βάζει τη φωτιά
κι ύστερα παίρνει δρόμο
κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό
να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας
είπε κι εξαφανίστηκε
κι εγώ ενεός
έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί
βαθιά καμάρα γιοφυριού
που μέσα γυάλιζε προκλητικά
το δαχτυλίδι
Μοναξιά
Σε κάθε βήμα της
σκοτείνιαζε το διάβα
σε κάθε ανάσα
ο ουρανός της, βάραινε
κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε.
Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο
όπως σκίζεται το δέρμα
που διψά για ένα χάδι,
όπως πνίγεται η θάλασσα
που στεριά δεν ανταμώνει.
Μαύρα πουλιά δραπέτευαν
απ' τις ραφές των ρούχων της,
χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν
στην άκρη των ματιών της
μα δάκρυ δεν γεννιόταν.
Φτερουγίσματα πένθιμα
παγωμένη μελωδία,
ο ανυπόφορος βηματισμός
της μοναξιάς
που μια ψυχή διασχίζει.
~~~
Ψύχρα
και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου,
η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω
κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα
στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη-
θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των
ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω
από το ψάθινο καπέλο.
Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο,
το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με
τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης.
~~~
Λευκή σιωπή
Λευκή σιωπή με χάιδεψε
στα βλέμματα των άλλων
λευκή σιωπή κατάπιε τη ζωή μου
κι ανάποδα τα βράδια περπατάει
στα ταβάνια η μορφή μου
αν σιωπηλά πονάς και υπομένεις
λένε πως γι' άλλες θάλασσες τραβάς
σβήνεις και ξαφνικά σωπαίνεις
μόνος σου κρυφά θυμάσαι να μιλάς
και μόνο τότε ανασαίνεις.
Πότισε κείνα τα μαλλιά
ρόδα μέσα τους ν' ανθίσουν
που θα ΄χουν ρίζα την καρδιά
σκέψεις να καρποφορήσουν
ρότα ν' αλλάξει η ζωή
στην ομορφιά να πάει
χρώμα να βάψει η σιωπή
να πάψει να πονάει.
~~~
Συνέβη
δεν είναι ποίημα
κι ούτε θα γίνει
Μάης δακρυσμένος
στέκεται απέναντί σου
μπουκέτα από στάχτες
και άλλα ποδοπατημένα
δεν είναι ποίημα
κι ούτε θα γίνει,
συνέβη.
Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν
κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις
κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου.
Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν
πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου
τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη.
Κι εγώ…
που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω,
είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι,
δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!»
πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου.
Καντήλι ανάβω στον ωκεανό
προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου.
Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου
ήρθες με χέρια ματωμένα
και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου.
«Μάνα» σου φώναζα
«Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω».
Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου
γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο
τα μάτια μαυρισμένα
τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα.
Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου
κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου
δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω
μου κλέψανε τη νιότη μου.
«Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε»
η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή
μην τρομάζεις με τον άνθρωπο
και τις υπεκφυγές του.
![]() |
| Tote Mutter, του Egon Schiele |
Μες τις παιδικές λαχτάρες ακούς τη ζωή. Φωνάζει δυνατά και άναρχα μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα. Δεν κρατά τα προσχήματα μ...