![]() |
Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο.Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569 |
Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα
κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής
κι εμείς στις όχθες παίζοντας
τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί
και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες
σε κυνηγούσα κι έτρεχες
σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα
γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα
ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας
μέχρι που κάποια στιγμή
θα γίνω πηγή μού φωνάζεις
μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα
κι εσύ αμέσως άφαντη
από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας
αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας
μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες
ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ
βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα
έρχομαι αφρισμένος να σε βρω
~~~
Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2024]
Κάτι φορές τα χέρια μου
αμήχανα το σώμα σου κοιτάζουν
τα δάχτυλα ιδρώνοντας
κινούνται αδέξια στον αέρα
ώσπου οι χούφτες δειλές
αντί να τολμήσουν να πληρωθούν
γυρεύουν τρύπα να κρυφτούν
χώνονται γρήγορα στις τσέπες μου
λαγοί που μπαίνουν στο λαγούμι
για ν’ αποφύγουν το λαγωνικό
λουφάζουν εκεί μέσα με τις ώρες
κι όταν κάποτε ξεμυτίσουν
οι ίδιες τώρα
λαγωνικά που χάσαν τον λαγό
καραδοκούν μυρίζοντας και πάλι
το στήθος σου
~~~
Ο συνοδός [Στιγμιότυπα του σώματος, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014]
επίμονα σχεδόν μ' ακολουθεί
χωρίς να με ρωτάει
μπερδεύεται στα πόδια μου αμίλητος
άλλοτε πάει μπροστά άλλοτε πίσω
κι άλλοτε από τα πλάγια ξεφυτρώνει
ενίοτε με εξοργίζει
μα όποτε εξαφανίζεται
αισθάνομαι μισός
ώσπου μια μέρα εκεί που περπατούσα
ξεκολλάει από τα πόδια μου
και κοκαλώνει καταγής
πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο
να κείτεται ατάραχος
αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει
κοιτάζομαι πιάνομαι
αλλά δεν έχω σώμα
ένας ίσκιος είμαι
κι ο ίσκιος στο χώμα
το σώμα μου
~~~
Του γιοφυριού της ποίησης [Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004]
χρόνια ολόκληρα πάλευα
να φτιάξω αυτό το ποίημα
ολονυχτίς το έγραφα
πρωί πρωί δαιμονισμένο
έτρωγε τις λέξεις
ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε
το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί
αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο
το ποίημα δεν στεριώνει
και μη στοιχειώσεις κριτικό
μήτ’ επαρκή αναγνώστη
παρά της άγριας έμπνευσης
την όμορφη την κόρη
που ’ρχεται βάζει τη φωτιά
κι ύστερα παίρνει δρόμο
κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό
να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας
είπε κι εξαφανίστηκε
κι εγώ ενεός
έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί
βαθιά καμάρα γιοφυριού
που μέσα γυάλιζε προκλητικά
το δαχτυλίδι

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου