Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

 

Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο.

Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569

               


        Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020]


Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα

κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής

κι εμείς στις όχθες παίζοντας

 

τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί

και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες

 

σε κυνηγούσα κι έτρεχες

σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα

γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα

ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας

μέχρι που κάποια στιγμή

θα γίνω πηγή μού φωνάζεις

μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα

κι εσύ αμέσως άφαντη

 

από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας

αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας

μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες

ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ

βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα

έρχομαι αφρισμένος να σε βρω



~~~




Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2024]



Κάτι φορές τα χέρια μου

αμήχανα το σώμα σου κοιτάζουν

τα δάχτυλα ιδρώνοντας

κινούνται αδέξια στον αέρα

ώσπου οι χούφτες δειλές

αντί να τολμήσουν να πληρωθούν

γυρεύουν τρύπα να κρυφτούν

χώνονται γρήγορα στις τσέπες μου

λαγοί που μπαίνουν στο λαγούμι

για ν’ αποφύγουν το λαγωνικό

λουφάζουν εκεί μέσα με τις ώρες

κι όταν κάποτε ξεμυτίσουν

οι ίδιες τώρα

λαγωνικά που χάσαν τον λαγό

καραδοκούν μυρίζοντας και πάλι

 

το στήθος σου




~~~



Ο συνοδός [Στιγμιότυπα του σώματος, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014]


επίμονα σχεδόν μ' ακολουθεί

χωρίς να με ρωτάει

μπερδεύεται στα πόδια μου αμίλητος

άλλοτε πάει μπροστά άλλοτε πίσω

κι άλλοτε από τα πλάγια ξεφυτρώνει

ενίοτε με εξοργίζει

μα όποτε εξαφανίζεται

αισθάνομαι μισός

 

ώσπου μια μέρα εκεί που περπατούσα

ξεκολλάει από τα πόδια μου

και κοκαλώνει καταγής

 

πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο

να κείτεται ατάραχος

αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει

κοιτάζομαι πιάνομαι

αλλά δεν έχω σώμα

ένας ίσκιος είμαι

κι ο ίσκιος στο χώμα

 

το σώμα μου



~~~




Του γιοφυριού της ποίησης [Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004]


χρόνια ολόκληρα πάλευα                                                                 

να φτιάξω αυτό το ποίημα

ολονυχτίς το έγραφα                                                             

πρωί πρωί δαιμονισμένο

έτρωγε τις λέξεις                 

                                       

ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε

το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί

 

αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο                                               

το ποίημα δεν στεριώνει 

και μη στοιχειώσεις κριτικό                                                               

μήτ’ επαρκή αναγνώστη             

                                                                                                       

παρά  της άγριας έμπνευσης                                    

την όμορφη την κόρη

που ’ρχεται βάζει τη φωτιά

κι ύστερα παίρνει δρόμο                                                       

κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό

να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας     

                                 

είπε κι εξαφανίστηκε

 

κι εγώ ενεός

έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί                                                  

βαθιά καμάρα γιοφυριού                                                 

που μέσα γυάλιζε προκλητικά

το δαχτυλίδι







Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

Ήταν Μάιος ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες οφειλές να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου. Τις Κυριακές κοιτάζω τις βιτρίνες, μοιάζουν κουρασμένες γυναίκες που προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ άπλυτα και να ταιριάξουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Κάποιες Κυριακές τουλάχιστον θυμάμαι τον πατέρα ν’ ανάβει μια φωτιά κι εμείς ν’ απλώνουμε τα χέρια· ήταν Μάιος κι εγώ χαμογελούσα.     Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, Αθήνα 2024, [σελ.42]  

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

Βασίλης Παχουνδάκης ~ Ανοιχτά της Χίου

φωτογραφία :Βασίλης Παχουνδάκης  Ανέφικτο το παρόν που αλαλάζοντας αποδεκατίζει με χειρονομίες και κραυγές τις μέρες και τις νύχτες μου. Αστόχαστα έψαξα στα συρτάρια να βρω την κλεμμένη μου παρηγοριά κύλισα  σαν έρεβος  στο πάτωμα χάνοντας ένα μέρος της φαντασίας μου, μη θέλοντας να κρατήσω άλλο σιγή ιχθύος, πούλησα την τελευταία μου φωνή σε παραπλαίοντα  σκάφη της ακτοφυλακής για να σηκώσουν τη σημαία του φόνου που έρχεται και ξαναέρχεται φλεγόμενη στις ακτές. ~ ~ ~ Έλα μάνα γνέψε μου από μακρυά γιατί δεν θέλω να θυμάμαι την βρεγμένη ανάσα σου ούτε την φτωχή σου από αγάπη μυρωδιά. Έλα μάνα γνέψε μου από μακρυά κι ίσως να έρθω να καθίσω στα πόδια σου σαν τότε μικρό παιδί που αρνήθηκες να μου πεις το παραμύθι συγχωρώντας το λάθος μου. Έλα μάνα γνέψε μου από μακρυά για να αφήσουν να λυθούν τα μάγια της ύπαρξης μου. Έλα μάνα γνέψε μου από μακρυά γιατί δεν μπορώ να έρθω ...τα δικά μου παιδιά φωνάζουν βοήθεια για να σωθούν από την θλίψη που προκαλούν οι βιτρίνες του πάθου...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου. Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη. Κι εγώ… που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω, είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι, δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!» πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου. Καντήλι ανάβω στον ωκεανό προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου. Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου ήρθες με χέρια ματωμένα και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου. «Μάνα» σου φώναζα «Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω». Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο τα μάτια μαυρισμένα τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα. Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω μου κλέψανε τη νιότη μου. «Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε» η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή μην τρομάζεις με τον άνθρωπο και τις υπεκ...