«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)
Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985
Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;»
Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό.
Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.
Είδα τη μητέρα
Χαμογελούσε
Είχε κόκκινα μαλλιά
Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;
Έγινα πιά χρόνος
Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος
Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό
και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε
Ο χρόνος είναι κόκκινος
Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο
Ύστερα ήρθαν τα πουλιά
κι ο ουρανός χύθηκε
στο δωμάτιο
Η πόρτα άνοιξε και ρώτησα πάλι
Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;
Τότε
Ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε
και σήκωσε ψηλά το τελευταίο
φύλλο
ήταν κι εκείνο κόκκινο
σαν το φως που άγγιξε
ήσυχα
όλο το δωμάτιο
" Τ ο β α θ ύ π η γ ά δ ι τ ο υ σ π ι τ ι ο ύ μ ο υ" ~ Καίτη Παυλή
".....Πλιν- πλιν-πλιν, πλαν-πλαν! Χτυπήματα πλήκτρων ενός αόρατου πιάνου οι πρώτες σταγόνες της βροχής από την οροφή στο πάτωμα και να σε λίγο μια μικρή λιμνούλα λάμπει μες στη σκοτεινιά μ’ ένα φως απροσδόκητο και μ’ ανταριάζει. Σαν οφθαλμαπάτη, αλλά ακουμπώ τα δάχτυλά μου πάνω και είναι νερό. Νερό που ανταυγάζει φως. Ναι, είναι εκεί μια στρογγυλή απλωσιά νερού. Κοιτάζομαι στο σκοτεινό καθρέφτη της επιφάνειας που ανοίγει σιγά-σιγά τον κύκλο και βαθαίνει, βαθαίνει συνεχώς, και φως ανεβαίνει απ’ το απίθανο βάθος που δημιουργείται με τρόπο θαυμαστό μπρος στα μάτια μου. Ένα πηγάδι! Ένα πηγάδι με άνοιγμα όσο το άνοιγμα των χεριών με χείλος από μαύρες άγριες πέτρες.
Ακουμπώ τα χέρια μου και σκύβω να δω το βάθος του. «Κατέβα!» ακούω μια φωνή υποβλητική. Μα πώς να κατεβώ; Τρομάζω. Κατέβα, κατέβα, κατέβα ακούω τη φωνή, πολλαπλασιασμένη ηχώ από τα έγκατα. Σκύβω ξανά και βλέπω τις προεξοχές στο κοίλο εσωτερικό του τοίχωμα, προεξοχές που σχηματίζουν σχεδόν μια κλίμακα. Περνώ τα πόδια προς τα μέσα, γαντζώνομαι κι αρχίζω μετά φόβου την κατάβαση.
Η ψυχή φτερουγίζει εντός μου για το θαυμαστό φαινόμενο. Κατεβαίνω πατώντας στις πέτρες που εξέχουν και φτάνω ανέλπιστα σ’ ένα άνοιγμα. Γλυκό φως ξεχύνεται από το εσωτερικό του. ...
... Μένω μαρμαρωμένη και πριν προλάβω να πω κάτι σηκώνονται ένας- ένας και φεύγουν. Σηκώνονται ψηλά σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο και χάνονται. Μένει μόνο η μάνα μου και μ’ ένα νεύμα με καλεί να την ακολουθήσω. Προηγείται κρατώντας στο χέρι της ένα κερί κι αναπάντεχα εμφανίζεται μπροστά μας ένα σκοτεινό άνοιγμα με μια σκάλα που οδηγεί προς τα κάτω. Τρομάζω, αλλά ακολουθώ βήμα-βήμα προσεχτικά. Και να που φτάνουμε σ’ έναν πάμφωτο χώρο με κόσμο πολύ και μουσικές. Είναι η μεγάλη κάμαρα του σπιτιού μας με τα τρία παράθυρα, αυτή που είχαμε ως σάλα τον παλιό καλό καιρό. Γυναίκες άντρες και μικρά παιδιά κάθονται ολόγυρα, στον καναπέ, στις πολυθρόνες και τις καρέκλες της τραπεζαρίας. Κοπέλες με το δίσκο στα χέρια κερνούν τον κόσμο φοντάν, αμυγδαλωτά κι άλλα γλυκά. Στο κέντρο του καναπέ κάθεται μια νόστιμη μελαχρινή με σγουρά μαλλιά. Φορά ένα μακρύ μεταξωτό φόρεμα με δαντέλες πλούσιες στο γιακά και στα μανίκια με ροζ κεντημένα τριανταφυλλάκια στο κορσάζ και διάσπαρτα στο υπόλοιπο φόρεμα. Αναγνωρίζω τη μητέρα μου νέα με το όμορφο νυφικό της φόρεμα. Μικρή με μάγευε και το θαύμαζα όταν άνοιγε το μπαούλο. Είναι η μέρα του γάμου της λοιπόν..."
" Φύσηξε αγέρας και σκόρπισαν", εκδ. Παρέμβαση, 2023
~~~
![]() |
| γιώργος Α Κωνσταντίνου |

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου