Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Baudelaire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Baudelaire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Charles Baudelaire, Τα άνθη του κακού, μτφ. Μαριάννα Γ. Παπουτσοπούλου, Κουκούτσι 2019

 

Κάρολος Μπωντλαίρ
Τα άνθη του κακού
LXXVI. SPLEEN (1857)
Πιότερες έχω αναμνήσεις απ’ όσες μια χιλιόχρονη ζωή.
Ένας μεγάλος φωριαμός, που πνίγουν απολογισμοί,
Στίχοι, μπιλιέτα τρυφερά,δικογραφίες και ρομάντσες,
Μπούκλες βαριές μες σ’ αποδείξεις ενοικίων τυλιγμένες,
Λιγότερα έχει μυστικά από το λυπημένο μου μυαλό.
Μια πυραμίδα πες, κατώι φοβερό,
Με πιότερους νεκρούς από τους τάφους τους κοινούς.
-Εν’ απεχθές νεκροταφείο είμαι της σελήνης, δυστυχώς,
Όπου οι στίχοι σούρνονται αδιαλείπτως και μακροσκελώς
Σαν τύψεις, και ορμούν στους πιο αγαπημένους μου νεκρούς.
Είμαι ένα γέρικο μπουντουάρ γεμάτο μαραμένα ρόδα,
Όπου συμφύρεται κάθε λογής παρωχημένη μόδα,
Όπου παραπονιάρικα παστέλ, Μπουσέ ωχροί,
Μόνοι, σαν μπουκαλάκι που άνοιξε, αφήνουν κάποια οσμή.
Τίποτε πιο μακρόσυρτο από τις μέρες κείνες τις κουτσές,
Όταν, κάτω απ’ των χιονισμένων χρόνων τις νιφάδες τις βαριές
Η πλήξη, γέννημα σκυθρωπής αδιαφορίας,
Φτάνει να παίρνει τις διαστάσεις της αθανασίας.
-Και δεν υπάρχεις πια, ω ζώσα ύλη!
Παρά ένας γρανίτης, που αόριστη κυκλώνει φρίκη
Ξάπλα στο βάθος μιας Σαχάρας, στη θολούρα έχει χαθεί
Σφίγγα αρχαία, που ο ξέγνοιαστος ο κόσμος αγνοεί,
Σαν ξεχασμένη μες τον χάρτη, και η αγριεμένη της ψυχή
Μόνο για τις αχτίνες του ήλιου που πια γέρνει τραγουδεί.
Κάρολος Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, μτφ. Μ. Παπουτσοπούλου, Κουκούτσι 2019, [εξαντλημένο]
LXXVI.SPLEEN
J'ai plus de souvenirs que si j'avais mille ans.
Un gros meuble à tiroirs encombré de bilans,
De vers, de billets doux, de procès, de romances,
Avec de lourds cheveux roulés dans des quittances,
Cache moins de secrets que mon triste cerveau.
C'est une pyramide, un immense caveau,
Qui contient plus de morts que la fosse commune.
- Je suis un cimetière abhorré de la lune,
Où comme des remords se traînent de longs vers
Qui s'acharnent toujours sur mes morts les plus chers.
Je suis un vieux boudoir plein de roses fanées,
Où gît tout un fouillis de modes surannées,
Où les pastels plaintifs et les pâles Boucher
Seuls, respirent l'odeur d'un flacon débouché.
Rien n'égale en longueur les boiteuses journées,
Quand sous les lourds flocons des neigeuses années
L'ennui, fruit de la morne incuriosité
Prend les proportions de l'immortalité.
- Désormais tu n'es plus, ô matière vivante!
Qu'un granit entouré d'une vague épouvante,
Assoupi dans le fond d'un Sahara brumeux
Un vieux sphinx ignoré du monde insoucieux,
Oublié sur la carte, et dont l'humeur farouche
Ne chante qu'aux rayons du soleil qui se couche









C. Η μεγαλόκαρδη υπηρέτρια… C. La servante au grand coeur…~ Τα άνθη του κακού, Παρισινές εικόνες, Charles Baudelaire [μτφ. Μαριάννα Γ. Παπουτσοπούλου]

 

C. Η μεγαλόκαρδη υπηρέτρια… (1857)

Η μεγαλόκαρδη υπηρέτρια που εσύ φθονούσες,
Κάτω από το ταπεινό χορτάρι έχει τώρα κοιμηθεί,
Οφείλουμε, ωστόσο, λίγα λουλουδάκια να της πάμε.
Γιατί οι νεκροί, οι φτωχοί νεκροί, έχουν μεγάλο πόνο στην ψυχή,
Κι όταν φυσά ο Οκτώβρης, κλαδευτής των γερασμένων δέντρων,
Στα μάρμαρα των τάφων γύρω μελαγχολικό το ξεροβόρι,
Πιστεύουν σίγουρα αχάριστο πολύ τον κόσμο των ανθρώπων,
Που στα σεντόνια τους κοιμούνται, στο ζεστό κλινάρι,
Την ώρα που, από μαύρες ονειροπολήσεις σπαραγμένα,
Χωρίς δυο λόγια συμπαθητικά ή στην αγκάλη ταίρι ,
Γέρικα σκέλεθρα, ξεπαγιασμένα, απ’το σκουλίκι δουλεμένα,
Τα χιόνια του χειμώνα μόνο νιώθουν που σταλάζουν,
Και τον αιώνα που κυλά, χωρίς η οικογένεια ούτε οι φίλοι,
Τα ράκη που έβαλαν στα κάγκελα του τάφου τους ν’ αλλάζουν.
Κι όταν τα κούτσουρα σφυρίζουν τραγουδώντας στη φωτιά,
Αν κάποιο βράδυ τη θωρούσα εκεί στην πολυθρόνα καθισμένη
Ή κάποια νύχτα του Δεκέμβρη, παγωμένη και μαβιά,
Στης κάμαράς μου τη γωνιά την έβρισκα κρυμμένη,
Ως θά ‘ρχοταν από τα βάθη του αιώνιου λίκνου της βαριά,
Να δει λιγάκι το παιδί που ανάθρεψε το μητρικό της βλέμμα,
Τι θα είχα ν’απαντήσω στην ευλαβική αυτή ψυχή,
Δάκρια αν έβλεπα να στάζουν απ’ τα μάγουλα τα φαγωμένα;
[μτφ. Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Τα άνθη του κακού, Παρισινές εικόνες, εκδ Κουκούτσι, 2019]
C. La servante au grand coeur…
La servante au grand coeur dont vous étiez jalouse,
Et qui dort son sommeil sous une humble pelouse,
Nous devrions pourtant lui porter quelques fleurs.
Les morts, les pauvres morts, ont de grandes douleurs,
Et quand Octobre souffle, émondeur des vieux arbres,
Son vent mélancolique à l'entour de leurs marbres,
Certe, ils doivent trouver les vivants bien ingrats,
À dormir, comme ils font, chaudement dans leurs draps,
Tandis que, dévorés de noires songeries,
Sans compagnon de lit, sans bonnes causeries,
Vieux squelettes gelés travaillés par le ver,
Ils sentent s'égoutter les neiges de l'hiver
Et le siècle couler, sans qu'amis ni famille
Remplacent les lambeaux qui pendent à leur grille.
Lorsque la bûche siffle et chante, si le soir,
Calme, dans le fauteuil je la voyais s'asseoir,
Si, par une nuit bleue et froide de décembre,
Je la trouvais tapie en un coin de ma chambre,
Grave, et venant du fond de son lit éternel
Couver l'enfant grandi de son oeil maternel,
Que pourrais-je répondre à cette âme pieuse,
Voyant tomber des pleurs de sa paupière creuse?





Αγαπημένες Αναρτήσεις