Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γεράσιμος Δενδρινός ~ Απέραντες συνοικίες, Τόμος Α΄ [Απόσπασμα 5.Η μελωδία της ευτυχίας]

 [...] Ο αετός έπνεε, τώρα, τα λοίσθια, οι τούμπες στον αέρα είχαν πολλαπλασιαστεί, και, απ' ό,τι φαινόταν, ο Συμεών είχε δίκιο για τα ζύγια της ουράς. Ήμουν καταρρακωμένος, γιατί πάλι τα πράγματα γίνονταν έτσι όπως τα ήθελε η γιαγιά. Η Τέσι γελούσε για την κατάντια του αετού μου κι ο πατέρας πήρε τον σπάγκο στα χέρια του. Με το ένα χέρι τραβούσε, ενώ με το άλλο ξανάφηνε τον μαζεμένο σπάγκο, με αποτέλεσμα να μην κατεβαίνει καθόλου ο αετός και τ' ακροβατικά νούμερα να συνεχίζονται.

"Να τον αφήσουμε να πέσει στην Ελευσίνα!", πρότεινε θριαμβευτικά η γιαγιά, αλλά ο πατέρας έκανε δυο βήματα στο πλάι, γιατί φοβόταν μήπως ο αετός πάρει νέα τούμπα. "Μα, είσαι στα καλά σου βρε Θοδωρή, που δίνεις σημασία σ' έναν ψωροαετό;", του φώναξε, κι εκείνος, αδιάφορος για τα λόγια της, συνέχιζε με αγωνία να μαζεύει τον σπάγγο. 

Ο ουρανός είχε για τα καλά σκοτεινιάσει. Τα μολυβένια σύννεφα πίσω απ΄τα καράβια της Ελευσίνας είχαν γρήγορα σκεπάσει τον υπόλοιπο ουρανό. Οι πιο πολλοί αετοί κατεβαίνανε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα - ήταν κι αυτό τύχη με τόσον αέρα. 

"Για δώσε μου κανένα απ΄τα πούρα σου, για να δω πώς είναι...", παρακάλεσε η γιαγιά τον θείο.

Ήταν πολύ αστεία έτσι όπως το κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα, γι΄αυτό και βάλαμε τα γέλια. Πλησίασε τον βράχο που ήτανε δεμένος ο σπάγκος και βάλθηκε να καπνίσει με την ησυχία της - έτσι νομίσαμε. Μα, μόλις κάθισε πάνω στην πέτρα, έκοψε η παμπόνηρη τον σπάγκο με την καύτρα του πούρου. Αυτός, όμως, γλίστρησε μέσα από τα χέρια του πατέρα τόσο γρήγορα, που μόλις που πρόλαβε να φωνάξει δυνατά απ΄την έκπληξη. Έβαλα τα κλάματα όταν είδα τον αετό να παρασύρεται απ΄τον αέρα, σαν χορεύτρια που έχασε τον βηματισμό της, γιατί ξαφνικά υποχώρησε το παλκοσένικο. Ο πατέρας ξαμολήθηκε πίσω του. Ήταν απ΄τις στιγμές εκείνες που είχαμε μαζί με τον πατέρα την ίδια τύχη - μας απειλούσε η παγαμποντιά της γιαγιάς, σε σημείο να γίνουμε ρεζίλι. Έτρεχε κάτω στην πλαγιά και ξοπίσω του έτρεχα κι εγώ με μια λύσσα, λες και υπήρχε περίπτωση να πιάσουμε τον αετό. Σε μιαν άκρη της πλαγιάς, όπου η κατηφόρα δεν πήγαινε άλλο, μείναμε αρκετή ώρα να τον κοιτάζουμε μέχρι που έπεσε κάπου στην Ελευσίνα.

~~~~

 

Φεύγαμε με τ΄αυτοκίνητο του πατέρα και η γιαγιά με το φορτηγάκι του Συμεών, όταν άρχισε να μπουμπουνίζει και ν΄αστράφτει για τα καλά. Με τις πρώτες σταγόνες, οι παρέες του λόφου τα μάζευαν και κατέβαιναν κακήν κακώς,  ενώ όσοι αετοί δεν είχαν μαζευτεί, αντιστέκονταν πεισματικά στον αέρα. 




Γεράσιμος Δενδρινός ~ Απέραντες συνοικίες, Τόμος Α', εκδόσεις Υψικάμινος, Αθήνα 2024.



Αλέκος Φασιανός


Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα

Η ΑΠΌΦΑΣΗ Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω. Πνεύμα λειψό εξυψωμένο πολυσχιδής πώληση ψυχής. Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι. Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου. Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη. Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα. Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα και στη θλίψη της Οφηλίας. Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω. ΝΗΝΕΜΊΑ Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου. Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία. Μπορούν άραγε οι σελίδες όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο να γίνουν ο κυματοθραύστης; Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ Βαραίνει απόψε το φεγγάρι τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν η πόλη και πάλι ασθμαίνει. Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά αναπάντητες κλήσεις ...

Ιωάννης Παπαπανάγου ~ Περιήγηση

  Θα πρέπει να το συνηθίσουμε. Οι κοινότητες αργά στην αρχή (πριν εξήντα χρόνια), με μεγάλη ταχύτητα την τελευταία δεκαετία, μαραζώνουν. Φαίνεται πως ο υπαρκτικός τους τρόπος έχει εκλείψει, δεν έχει δηλαδή ανάγκη ο ένας τον άλλο με τον τρόπο δηλαδή της καθολικής, μεταξύ των μελών της κοινότητας, δέσμευσης. Η μετανεωτερικότητα έχει δημιουργήσει άλλον υπαρκτικό τρόπο, μονήρη και σκληρό, μέσα σε απρόσωπες πόλεις. Δεν έχει αλήθεια ανάγκη ο ένας τον άλλο; Προς τι τότε οι εκκλήσεις για ενσυναίσθηση; Και πώς αυτή όταν δεν βλέπεις το προσώπου του άλλου και την ανάγκη του; Με τα... social; Οι κοινότητες δεν έχουν πλέον νόημα, παρά μόνο ως αναμνήσεις. Αυτές τις αναμνήσεις προσπαθούμε με κάθε τρόπο να κρατάμε ζωντανές. Ας σωθεί, ό,τι είναι δυνατόν... Καλημέρα, καλή εβδομάδα, καλά Χριστούγεννα! (Στη φωτογραφία μου μνημείο, με το παρακείμενο μνημείο της φύσεως να το παραστέκει) φωτογραφία: του ιδίου 

Αφορισμοί ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ Πάντα θα μένεις να κοιτάς τα καρτ ποστάλ που θα σου στέλνουν φίλοι και εχθροί. Θα ζεις γιορτές και θα εύχεσαι περαστικά. 〰〰〰〰〰〰 Ο άνθρωπος και ο καιρός στις φουρτούνες φαίνονται τις άλλες ώρες μαγεμένοι απολαμβάνουμε τη γαλάζια γαλήνη τους 〰〰〰〰〰〰 Υπάρχει ζωή; ναι μα κρύβεται κάτω από τσαλακωμένες συνειδήσεις και πνίγεται στον ιδρώτα του μόχθου 〰〰〰〰〰〰 Δεν έχω τίποτα να προσθέσω στις αφαιρετικές του καιρού έμμονες ιδέες 〰〰〰〰〰〰 Εσείς που κάνετε το ψέμα αλήθεια σταθείτε για μια στιγμή λυπηθείτε το αίμα που θα χυθεί από τις μάχες που θα προκαλέσετε Ατσόγλου Κατερίνα, Συμβολισμοί, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2020

Σιωπηλά αλλά λαλίστατα ~ Ειρήνη Βεργοπούλου

  Εχθές, 28 Οκτωβρίου, σε επίσκεψη σε σπίτι υπεραγαπημένης φίλης στην πανέμορφη γειτονιά του Υμηττού, και περπατώντας για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες επί της οδού Κολοκοτρώνη, στις παρυφές του πάρκου Άρη Αλεξάνδρου, διότι για δεκαετίες διεσχιζα μόνο με το αυτοκίνητο το δρόμο αυτό, είχα την ευλογία της "συναντησης" με τις δύο λαβωμένες μεν, αλλά ακόμα ωραιότατες αυτές κυρίες, στολίδια της περιμέτρου του πάρκου, τις οποίες ίσως πια ελάχιστοι προσέχουν και χαιρετούν, αυτες όμως δεν σταματούν να νεύουν στον διαβάτη, υπομονετικά, καρτερικά. φωτ. Ειρήνη Βεργοπούλου