Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

C. Η μεγαλόκαρδη υπηρέτρια… C. La servante au grand coeur…~ Τα άνθη του κακού, Παρισινές εικόνες, Charles Baudelaire [μτφ. Μαριάννα Γ. Παπουτσοπούλου]

 

C. Η μεγαλόκαρδη υπηρέτρια… (1857)

Η μεγαλόκαρδη υπηρέτρια που εσύ φθονούσες,
Κάτω από το ταπεινό χορτάρι έχει τώρα κοιμηθεί,
Οφείλουμε, ωστόσο, λίγα λουλουδάκια να της πάμε.
Γιατί οι νεκροί, οι φτωχοί νεκροί, έχουν μεγάλο πόνο στην ψυχή,
Κι όταν φυσά ο Οκτώβρης, κλαδευτής των γερασμένων δέντρων,
Στα μάρμαρα των τάφων γύρω μελαγχολικό το ξεροβόρι,
Πιστεύουν σίγουρα αχάριστο πολύ τον κόσμο των ανθρώπων,
Που στα σεντόνια τους κοιμούνται, στο ζεστό κλινάρι,
Την ώρα που, από μαύρες ονειροπολήσεις σπαραγμένα,
Χωρίς δυο λόγια συμπαθητικά ή στην αγκάλη ταίρι ,
Γέρικα σκέλεθρα, ξεπαγιασμένα, απ’το σκουλίκι δουλεμένα,
Τα χιόνια του χειμώνα μόνο νιώθουν που σταλάζουν,
Και τον αιώνα που κυλά, χωρίς η οικογένεια ούτε οι φίλοι,
Τα ράκη που έβαλαν στα κάγκελα του τάφου τους ν’ αλλάζουν.
Κι όταν τα κούτσουρα σφυρίζουν τραγουδώντας στη φωτιά,
Αν κάποιο βράδυ τη θωρούσα εκεί στην πολυθρόνα καθισμένη
Ή κάποια νύχτα του Δεκέμβρη, παγωμένη και μαβιά,
Στης κάμαράς μου τη γωνιά την έβρισκα κρυμμένη,
Ως θά ‘ρχοταν από τα βάθη του αιώνιου λίκνου της βαριά,
Να δει λιγάκι το παιδί που ανάθρεψε το μητρικό της βλέμμα,
Τι θα είχα ν’απαντήσω στην ευλαβική αυτή ψυχή,
Δάκρια αν έβλεπα να στάζουν απ’ τα μάγουλα τα φαγωμένα;
[μτφ. Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Τα άνθη του κακού, Παρισινές εικόνες, εκδ Κουκούτσι, 2019]
C. La servante au grand coeur…
La servante au grand coeur dont vous étiez jalouse,
Et qui dort son sommeil sous une humble pelouse,
Nous devrions pourtant lui porter quelques fleurs.
Les morts, les pauvres morts, ont de grandes douleurs,
Et quand Octobre souffle, émondeur des vieux arbres,
Son vent mélancolique à l'entour de leurs marbres,
Certe, ils doivent trouver les vivants bien ingrats,
À dormir, comme ils font, chaudement dans leurs draps,
Tandis que, dévorés de noires songeries,
Sans compagnon de lit, sans bonnes causeries,
Vieux squelettes gelés travaillés par le ver,
Ils sentent s'égoutter les neiges de l'hiver
Et le siècle couler, sans qu'amis ni famille
Remplacent les lambeaux qui pendent à leur grille.
Lorsque la bûche siffle et chante, si le soir,
Calme, dans le fauteuil je la voyais s'asseoir,
Si, par une nuit bleue et froide de décembre,
Je la trouvais tapie en un coin de ma chambre,
Grave, et venant du fond de son lit éternel
Couver l'enfant grandi de son oeil maternel,
Que pourrais-je répondre à cette âme pieuse,
Voyant tomber des pleurs de sa paupière creuse?





Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Σαν ευχή για μια γυναίκα [04/02] ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι πίσω από τον τοίχο έχει μια θάλασσα ένα λιβάδι και παγωτά έχει ένα ροζ ποδήλατο, ένα για την καθεμιά μας έχει όνειρα «ξανά» από την αρχή ένα πικάπ να παίζει τα τραγούδια που αγαπήσαμε και λαστιχάκια, για να ξαναφορέσω στα μαλλιά σου. Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι, είμαστε μαζί. Το βάρος της μοναξιάς, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2024

Stanza ~ Μαρία Καντ (Καντωνίδου)

  ευθαρσώς και στα ίσα Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά - ωραίο πρόσωπο,  ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας (τι χαράκια κι αυτά για την ποίηση). Λίγο πιο πριν και πιο έξω το αρχαίο νταμάρι και οι αμαξωτοί. Χρόνε ανίκατε μάχαν, δεν έχω πλέον χρόνο για μυθιστορίες,  του είπε ευθαρσώς και στα ίσα.  ουδόλως ντρεπόταν Να εξηγούμαστε: ουδόλως ντρεπόταν για τα καράτια στα φτερά του, ίσως γι' αυτό να πέθανε άγγελος μόνο μόνο άγγελος σε ράφι βιτρίνας με θέα. Σαν πιάνει η άνοιξη κι η περσεφόνη, ψάχνω τους από μη- χανής θεούς μου και τ' αγάλματα, δηλώνει αγωνιωδώς και αμέριμνος. Και κείνη την αντηλιά την όλο νάζι. Έξω οι άνθρωποι τρώνε αμίλητοι.  τι φωνασκούν τα αγάλματα στην αγορά Και τότε εσύ - για σένα μιλούσαμε πριν,  τι φωνασκούν τα αγάλματα στην αγορά, να λες, τι τα φτενά τους δόρατα, τι τα καλοθρεμμένα ούτ' ένας αίας καταγής, ούτ' ένας τεύκρος κάτω,  τέτοιοι ψηλοί αστράγαλοι εμένα με λιγώνουν. Στη γωνία ένας τουρίστας περιμένει...

Τέσσερα Ποιήματα ~ Μιχελουδάκης Δημήτρης

  Ο ΧΡΟΝΟΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΠΕΤΑΙ     ξεκινά εκεί που συγγενεύεις με τη σιωπή   και φτάνει ως το πιο συχνό σου ρίγος   εξάλλου η αγωνία   είναι μονάχα   μια ταριχευμένη σύγκρουση   - καθόλου δεν ματώνει   είναι πολλοί αέρηδες   ανάμεσα στις μνήμες   - στην προκειμένη περίπτωση   με σφυριά                γκριμάτσες                           αινίγματα     καμιά θρησκεία   δεν άντεξε το τράνταγμα   - σε κάθε θαύμα   να σου και λεπίδες   όσοι τις χαιδεψαν   μαζί τις τροχισαν   κι είναι όλοι τους εξαφανισμένοι     ζουν μεσα στα μάτια σου       ~ ~ ~   ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΙΛΙΓΓΟΣ - ΚΕΝΟ     ώσπου έφτιαξα   (έχω κρύψει στ...

Κόρη διεσταλμένη - Ξανθίππη Λευθεριώτου

οι λέξεις  Σταγόνες χρώματα θα λες οι λέξεις πως ήτανε διαμάντια στο στέμμα σου μικροί αγέννητοι πρίγκιπες. Με το όνομά της Δεν έδωσε στο παιδί το όνομά του. Πέρασαν εβδομάδες και χρόνια στην απομόνωση. Χρειάστηκε μόνο ν' ανοίγει πού και πού τις γρίλιες για το φως το γκαζάκι για τις μολότωφ το γόνατο για τις αγρυπνίες το πιρούνι για να βγάζει τα μάτια της. Κι εκείνη η Άνοιξη ερχόταν ξεδιάντροπη, ορμητική με κόκκινα και ροζ και πορτοκαλιά στα πάρκα της. Στις άκρες της τα δάχτυλα έτρεμαν απ' το φόβο του κενού της κάμπιας τη φαγουρόσκονη. Βάθρο ψηλό και βαθύ φυτρωμένο δεν έλεγε να ξεραθεί Τόσες φορές που το τράβαγε άλλες τόσες ρίζωνε. Το δήλωσε με το όνομα  και το επώνυμό της. Όπως θάλασσα -Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξέ με... -Όπως χορτάρι, πουρνάρι και σκίνο; -Όπως θάλασσα. Πνίγομαι. Μην είναι η αγάπη μια κόκκινη διάτρητη  Πανοπλία; Δε θέλω αίματα - είπες -  Σπρώξε τα μολύβια στο πάτωμα Βγάλε τη γλώσσα στο Νι μπροστά απ' τα χειλικόληκτα και βάλε κραγιόν στα σημεία στί...

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου ~ Της μιας ανάσας ποιήματα

Ι. Βεντάλια θέρους  (και μια πλαγιά σκιερή να σ΄ αγναντεύω)  ~~~ ΑΧΘΟΣ ΑΙΘΕΡΑ Γαλάζιους σάκους κουβαλά, μ΄ αρώματα. Τον λεν Μαΐστρο.  ~~~ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ Ψέματα σου ΄πα ότι δεν θα σ΄ άλλαζα με τη θάλασσα. ~~~ ΥΠΟΜΟΝΗ Καύσων, ας είναι,  σαν ανεπιθύμητος έρως θα διαβεί. ~~~ ΙΙ. Φθινοπωρινό αναλόγιο (πάνω σε ίχνη βροχής) ~~~ ΠΕΡΑΣΜΑ Ήρθες Σεπτέμβρη, βροχούλα του Οκτώβρη, λήθη του Μάρτη. ~~~ ΧΑΪΚΟΥ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΓΕΡΑΝΟΥ Οι φτερούγες μου: τα δεδομένα χέρια των ερώτων μου. ~~~ ΑΠΟΒΡΟΧΟ Μετά τη βροχή παντού μικρές λιμνούλες, λιωμένα άστρα. ~~~ ΑΠΟΡΡΙΨΗ Κλειστά παντζούρια και μέσα φέγγει γυμνός έρωτας ψεύτης. ~~~ KINTSUGI Το θέμα είναι να κρατηθείς στη ζωή μέχρι θανάτου. ~~~ ΠΑΡΑΝΑΛΩΜΑ Μες στη φωτιά σου  η πνοή τού έρωτα  με λιγοστεύει.  ~~~ ΑΠΟΚΟΜΙΔΗ Έξω θόρυβος: Τ΄ απορριμματοφόρο του έρωτά μου.  ~~~ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ Μια πεταλούδα στο μανίκι του θεού ειν΄ η ψυχή μας. ~~~ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΚΑΚΟ Για να ανθίσουν  όμορφα οι κερασιές, πίνουν θάνατο. Εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 20...

Κυριακή Καρσαμπά - Σχεδόν γυμνή σαν την αλήθεια

     Μη νομίσετε  ότι στα ποιήματά μου με συναντάτε εκεί όπου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο. Συχνά κρυμμένη είμαι σε μια γωνιά, γλιστράω στις παύσεις, στ΄αποσιωπητικά... και ψιθυρίζω λέξεις δυσανάγνωστες.     ~~~     Ο ήχος της σιωπής   Γέμισε τον κόσμο με λέξεις: Χαμηλόφωνες, ηχηρές,  θλιμμένες, χαρούμενες,  επαναστατικές, ειρηνικές, άγριες, τρυφερές, ερωτικές, γήινες, ουράνιες.   Κι ύστερα αποσύρθηκε στα ενδότερα ν' ακούσει τον απόηχο.   Μα τι περίεργο,  άκουσε τον ήχο της Σιωπής!  ~~~ Τρυφερή μοναξιά   Τα δώσαμε όλα στην αγάπη! Και τι κερδίσαμε λοιπόν; Μα λίγο είναι  να μπορείς να δακρύζεις με του αηδονιού την έκσταση, να μπαίνεις έκθαμβος τα βράδια στον κήπο με τις λέξεις;     ~~~  Γράφω ποιήματα  Γράφω ποιήματα σημαίνει: κάθομαι εδώ κι ενώ ο χρόνος με κυνικές γκριμάτσες μου γνέφει θυμίζοντας τον τελικό αφανισμό μου μηχανεύομαι ύμνους, φωταγωγώ την άβυσσο μ' ελπιδοφόρους πυρσούς. Στην ...

Ελένη Νέστορα ~ 3 Ποιήματα

Fabienne Verdier θ' απλώσω τη θάλασσα στο τραπέζι  να βρέχει τα λόγια με τα κύματα  να πνίγει τις σιωπές  ν' ανασταίνει των φθόγγων τους ήχους  να σχηματίζονται οι λέξεις  να φέρνει από μακριά τ' άρωμα μιας μέρας που δεν ξημέρωσε στο κατώφλι ύστερα  των αχινών τα κελύφη θ' απομαζέψω  εκείνα τα διάτρητα από αμάχης πάλη λάφυρα έτσι τα μεσημέρια του καλοκαιριού  θ' αναθυμούμαι  πως σαν καταπιείς τ' αγκάθια τους  το πιο όμορφο αξιώνεσαι  σώμα της αγάπης με τον καιρό θα ξεχαστούν  οι άγονες μέρες  καθώς θα πλέκω τες καινούριες φορεσιές  κι η Γοργόνα θα' χει μάθει πια την αλήθεια καμιά ερώτηση αναπάντητη δε θα σκάει στα βράχια *********** η μνήμη  η θάλασσα  η μνήμη της θάλασσας  η θάλασσα της μνήμης παιχνιδίσματα μεσημεριού  μπροστά σ' ανοιχτή πόρτα  θερινής κατοικίας ονείρων  παρά θίν' αλός *********** η θάλασσά μου χωρά σ' ένα βότσαλο  το βότσαλο- ίσα με τη χούφτα μου χωρά στην τσέπη μο...