Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)


Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985


Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;»
Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό.
Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.


~~~ 



Ευγενίας μνήμη ~ Νικηφόρος Βρεττάκος 

Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης
όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν
τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν,
την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει
ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.
 
(Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι
που γράφω εναντίον της νύχτας).

Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976)



~~~



Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου

Είδα τη μητέρα
Χαμογελούσε
Είχε κόκκινα μαλλιά


Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;
Έγινα πιά χρόνος
Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος
Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό 
και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε
Ο χρόνος είναι κόκκινος
Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο


Ύστερα ήρθαν τα πουλιά
κι ο ουρανός χύθηκε
στο δωμάτιο


Η πόρτα άνοιξε και ρώτησα πάλι
Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;


Τότε
Ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε
και σήκωσε ψηλά το τελευταίο 
φύλλο
ήταν κι εκείνο κόκκινο
σαν το φως που άγγιξε
ήσυχα
όλο το δωμάτιο


Στο μονοπάτι των σκύλων, εκδ. Περισπωμένη 


~~~



Τα παλιά μου ρούχα ~ Αθανασία Δρακοπούλου
Μητέρα! Εσύ φταις που σκότωσα
όλες τις γυναίκες μέσα μου, για να μάθω
τη λειτουργία της ανάσας .
Κι έπειτα
τόσο κουράγιο πού βρέθηκε
για ν' αναστηθούν μόνο εκείνες .
Που έπεφταν , έπεφταν, έπεφταν,
πάνω μου, έπεφταν
έπεφταν πάνω μου στοργικά
σαν ρούχα μαλακά, ποτισμένα με το άρωμα
της λεβάντας ,απελευθερώνοντας
όλο το βάρος κι όλο το παράπονο
των αδικοχαμένων.

Οι Αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου, Εκδόσεις Τύρφη.



~~~


" Τ ο β α θ ύ π η γ ά δ ι τ ο υ σ π ι τ ι ο ύ μ ο υ" ~ Καίτη Παυλή


".....Πλιν- πλιν-πλιν, πλαν-πλαν! Χτυπήματα πλήκτρων ενός αόρατου πιάνου οι πρώτες σταγόνες της βροχής από την οροφή στο πάτωμα και να σε λίγο μια μικρή λιμνούλα λάμπει μες στη σκοτεινιά μ’ ένα φως απροσδόκητο και μ’ ανταριάζει. Σαν οφθαλμαπάτη, αλλά ακουμπώ τα δάχτυλά μου πάνω και είναι νερό. Νερό που ανταυγάζει φως. Ναι, είναι εκεί μια στρογγυλή απλωσιά νερού. Κοιτάζομαι στο σκοτεινό καθρέφτη της επιφάνειας που ανοίγει σιγά-σιγά τον κύκλο και βαθαίνει, βαθαίνει συνεχώς, και φως ανεβαίνει απ’ το απίθανο βάθος που δημιουργείται με τρόπο θαυμαστό μπρος στα μάτια μου. Ένα πηγάδι! Ένα πηγάδι με άνοιγμα όσο το άνοιγμα των χεριών με χείλος από μαύρες άγριες πέτρες.
Ακουμπώ τα χέρια μου και σκύβω να δω το βάθος του. «Κατέβα!» ακούω μια φωνή υποβλητική. Μα πώς να κατεβώ; Τρομάζω. Κατέβα, κατέβα, κατέβα ακούω τη φωνή, πολλαπλασιασμένη ηχώ από τα έγκατα. Σκύβω ξανά και βλέπω τις προεξοχές στο κοίλο εσωτερικό του τοίχωμα, προεξοχές που σχηματίζουν σχεδόν μια κλίμακα. Περνώ τα πόδια προς τα μέσα, γαντζώνομαι κι αρχίζω μετά φόβου την κατάβαση.
Η ψυχή φτερουγίζει εντός μου για το θαυμαστό φαινόμενο. Κατεβαίνω πατώντας στις πέτρες που εξέχουν και φτάνω ανέλπιστα σ’ ένα άνοιγμα. Γλυκό φως ξεχύνεται από το εσωτερικό του. ...

... Μένω μαρμαρωμένη και πριν προλάβω να πω κάτι σηκώνονται ένας- ένας και φεύγουν. Σηκώνονται ψηλά σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο και χάνονται. Μένει μόνο η μάνα μου και μ’ ένα νεύμα με καλεί να την ακολουθήσω. Προηγείται κρατώντας στο χέρι της ένα κερί κι αναπάντεχα εμφανίζεται μπροστά μας ένα σκοτεινό άνοιγμα με μια σκάλα που οδηγεί προς τα κάτω. Τρομάζω, αλλά ακολουθώ βήμα-βήμα προσεχτικά. Και να που φτάνουμε σ’ έναν πάμφωτο χώρο με κόσμο πολύ και μουσικές. Είναι η μεγάλη κάμαρα του σπιτιού μας με τα τρία παράθυρα, αυτή που είχαμε ως σάλα τον παλιό καλό καιρό. Γυναίκες άντρες και μικρά παιδιά κάθονται ολόγυρα, στον καναπέ, στις πολυθρόνες και τις καρέκλες της τραπεζαρίας. Κοπέλες με το δίσκο στα χέρια κερνούν τον κόσμο φοντάν, αμυγδαλωτά κι άλλα γλυκά. Στο κέντρο του καναπέ κάθεται μια νόστιμη μελαχρινή με σγουρά μαλλιά. Φορά ένα μακρύ μεταξωτό φόρεμα με δαντέλες πλούσιες στο γιακά και στα μανίκια με ροζ κεντημένα τριανταφυλλάκια στο κορσάζ και διάσπαρτα στο υπόλοιπο φόρεμα. Αναγνωρίζω τη μητέρα μου νέα με το όμορφο νυφικό της φόρεμα. Μικρή με μάγευε και το θαύμαζα όταν άνοιγε το μπαούλο. Είναι η μέρα του γάμου της λοιπόν..."


" Φύσηξε αγέρας και σκόρπισαν", εκδ. Παρέμβαση, 2023



~~~



γιώργος Α Κωνσταντίνου 



Αύγουστος



Αυγουστιάτικος άνεμος, Νικηφόρος Βρεττάκος


Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν

καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν

αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά

κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα

στην κάτασπρη γύρη του.

Νιώθω μέσα στο στήθος μου

την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω

σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε

για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και

χαρούμενος,

προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι

κάθεσαι και

δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,

δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,

ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις

φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.



Οδυσσέα Ελύτη, «Ο Αύγουστος»

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
    κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά

Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένα ορκιζόμαστε
    πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε

Απ΄την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
   κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν΄ανάψουμε

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
   κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.



Από τη συλλογή Ήλιος ο πρώτος (1943)

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 285]


φωτ. Κατερίνα Ατσόγλου


Οι εραστές τ’ Αυγούστου- Ιωσήφ Μπρόντσκι


Οι εραστές τ’ Αυγούστου,

οι εραστές τ’ Αυγούστου με λουλούδια στα χέρια έρχονται,

τ’ αόρατα καλέσματά τους τραβούν στις αυλές,

οι εραστές τ’ Αυγούστου με κόκκινα πουκάμισα και μισάνοιχτα στόματα

τρεμοσβήνουν στα σταυροδρόμια,

εξαφανίζονται στα σοκάκια,

τρέχουν στις πλατείες.

Στους εραστές τ’ Αυγούστου

αχνοφέγγουν στη βραδινή ατμόσφαιρα

οι ερυθρόλευκες γραμμές των κεντημένων λουλουδιών πάνω

στα πουκάμισά τους,

φωτίζονται τ’ ανοιχτά παραθύρια στις σκοτεινές αυλές

κι αυτοί όλο πηγαίνουν κι όλο τρέχουν σε κάποιο κάλεσμα.

Να και το δείλι της ζωής, να και το δείλι που δίπλα περνά απ’ την πόλη,

να το που χρωματίζει τα δέντρα,

που σβήνει τη λάμπα,

που γυαλίζει τ’ αυτοκίνητα . . .

Στα στενά σοκάκια βιαστικά ηχούν οι παρέες,

γύρισε πίσω, έβγα στο μπαλκόνι και πέταξε το παλτό.

Βλέπεις, οι εραστές τ’ Αυγούστου τρέχουν κρατώντας λουλούδια στα χέρια.

Οι γαλάζιες ανταύγειες των διαφημίσεων κυλούν από τις στέγες

κι εσύ κοιτάζεις κάτω, δίχως ποτέ και με κανένα θέση δεν αλλάζεις,

συνομιλώντας με τον εαυτό σου.

Να τα λουλούδια και τια διαμέρισμα με το νέο έρωτα,

με το καινούριο μαστίγιο, που μπαίνει σε κύκλο νέο,

παραδίδοντας τον εαυτό του με νέα κραυγή και νέο αίμα,

παραδίδοντας τον εαυτό του, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν απ’ τα χέρια του.

Το νέο δείλι θορυβεί,

κανείς δεν θα επιστρέψει στη νέα ζωή,

κανείς δε θα περάσει κάτω απ’ το μπαλκόνι για να ‘ρθει να σε δει,

κανείς δε θα σου παρασταθεί,

κανείς δε θα σου σταθεί,

πιο κοντά, απ’ ό,τι εσύ στον εαυτό σου,

απ’ τα λουλούδια,

απ’ ότι είσαι εσύ στον εαυτό σου.



(Ιωσήφ Μπρόντσκι, 1961, Οι εραστές τ’ Αυγούστου. Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)


φωτ. Κατερίνα Ατσόγλου



Ο έρωτας ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Ο έρωτας δεν ρωτά.
Δεν ζητά το λόγο ευγενικά.
Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά.
Δεν υπολογίζει λογικές.
Ζει κάτω από χόρτα ξερά
έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά
μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου.


Ο έρωτας έρχεται...
Σκαρφαλώνει στα πόδια σου
τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου
κατακτά τα φρούρια
σπάει τις πανοπλίες.
Σε γυμνώνει.
Σε αποτελειώνει.
Σε συνθλίβει.
Σε αφήνει μόνο.


Συμβολισμοί, εκδόσεις Βακχικόν, σελ.25


Χαρακτικό έργο "επεστρεφε"
(Λεπτομέρεια)Λινογραφια, 2023, γιωργος Α. Κωνσταντίνου





Αφιέρωμα στον Πατέρα [Α']


O Γουίλιαμ Τζάκσον Σμαρτ και η κόρη του Σονόρα 
σε άρθρο της εφημερίδας The River Press


Κ.Π.Καβάφης, Ιερεύς του Σεραπίου


Τον γέροντα καλόν πατέρα μου,

τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα·

τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ

που πέθανε προχθές, ολίγο πριν χαράξει.

 

Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα

της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ

εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον,

εις κάθε σκέψι είν’ η προσπάθεια μου

η καθημερινή. Κι όσους σε αρνούνται

τους αποστρέφομαι. — Αλλά τώρα θρηνώ·

οδύρομαι, Χριστέ, για τον πατέρα μου

μόλο που ήτανε — φρικτόν ειπείν —

στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς.

 

[1926*]




1926: Alexandria Railway Station, Egypt.




Νικηφόρος Βρεττάκος, Παλαιοί μόνιμοι κάτοικοι

Εδώ περιφέρονται κ’ οι σκιές των προγόνων μου.
Κάποτε μάλιστα θαρρώ πως ανοίγει
του μεγάλου, ακατοίκητου παλιού μας
σπιτιού το παράθυρο ο πατέρας μου.
Πως βγάζει σιγά-σιγά το κεφάλι, βγάζει
το χέρι. Με το μεγάλο του δάχτυλο
μου δείχνει στο βάθος κάτι
σαν όνειρο, κάτι σαν ένα περι-
πλανώμενο, άπιαστο, ουράνιο τόξο.
Τον ρωτώ
αν αυτό που βλέπω μπορεί να είναι
η ειρήνη. Με ακούει και αθόρυβα,
χωρίς ν’ απαντήσει, κλείνει σιγά-σιγά
το παράθυρο πάλι ο πατέρας.




Νικηφόρος Βρεττάκος



Γιώργος Τζιας, Πατρός του Αγίου

Στην αγκαλιά του Ήφαιστου μεγάλωσες.
Το αμόνι και το σίδερο, οι παιδικοί σου φίλοι.
Σφυρί, καλέμι και φωτιά, τα πρώτα σου παιχνίδια.
Δούλεψε παραγιέ δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Στα υπόγεια φαρνατζίδικα, έδεσε το κορμί σου.
Στράντζα και κύλινδρος ρουφήξανε το εφηβικό σου αίμα.
Μουντζούρα, ιδρώτας, βάσανα, της νιότης σου η εικόνα.
Δούλεψε βλαστάρι δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Στο παγωμένο μέταλλο ξέσπασε η οργή σου.
Η τέχνη των μαστόρων σου γαλήνεψε το νου σου.
Στα ροζιασμένα χέρια σου εφώλιασεν η γνώση.
Δούλεψε άνθρωπε δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Μπέσα, αντριλίκι και καρδιά, μοίρασες στους δικούς σου.
Τεχνίτης, μάστορας μαζί, έγραψαν στο όνομα σου.
Της λαμαρίνας γητευτής η εικόνα στα όνειρα μας.
Δούλεψε μάστορα δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Μάστορα, φίλε, αδερφέ, της εργατιάς καμάρι.
Του Προμηθέα είσαι απόγονος, της ανθρωπιάς πατέρας.
Η γειτονιά μας κάστρο σου, το σπίτι μας απάγκιο.
Δούλεψες μάστορα δούλεψες, μας έπλασες ανθρώπους.





Είμαι σαν Εσένα - Κατερίνα Ατσόγλου [19/06/2016] 

Πατέρα
ακόμα σε αναζητώ
δεν με κατάλαβες ποτέ
ούτε εγώ εσένα.

Στέκεσαι σιωπηλός
στέκεσαι μακριά μου
δεν έτρεξα ποτέ
στην αγκαλιά σου.

Σκληρός σαν το μυστρί
που μας έθρεψε
και καθαρός σαν το νερό
μες τον ασβέστη.

Πατέρα μου έλειψες πολύ
ήθελα στον αέρα αγκαλιές
και βόλτες με ποδήλατο
ήθελα να έχω χρώμα ροζ για 'σένα...

Είμαι σαν εσένα
σκληρή και μόνη!


Διαμαντόπουλος Διαμαντής (1914 - 1995)
Σοβατζής, 1949, Μεταξοτυπία , 59,5 x 49,2 εκ.





Γιάννης Βαρβέρης, Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα.
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
– Είσαι καλά; Του λέω.
– Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
– Άντε, στην υγειά σου, είπε.
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
– Δεν πίνεις; Ρώτησα.
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω…


 Γιάννης Βαρβέρης 


Ανέστης Ευαγγέλου, Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και -να μην
το ξεχάσω- και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ`εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.
Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και που να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ` ουρανού.


Πηγή: Ανέστης Ευαγγέλου «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» 1956-1986, σελ.234, Εκδόσεις Παρατηρητής









Μάρβιν Παυλίνα, 2016
Ο πατέρας μου καμιά φορά, γίνεται υπερβολικός. Ρώτησε τις προάλλες το νεκροθάφτη αν βλέπει συχνά ποντίκια στους τάφους επειδή το βρήκε τόσο θλιβερό τα σώματα που αγάπησε να τα μασουλάνε τα ποντίκια. Σαν παιδί μάζεψε τσιγκάκια από τα γυάλινα μπουκάλια της πορτοκαλάδας και αναμετριόταν με τα γειτόνια ατελείωτες ώρες. Θα 'θελε, λέει, να έχει αναλώσει λιγότερο χρόνο στο παιχνίδι των δρόμων. Του είπα πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από εκείνην του παιδιού και πως εκείνος την έχασε πια για πάντα. Στο παιδικό μου ημερολόγιο έγραψα «μην ξεχάσεις ποτέ τι σε κάνει να διαφέρεις από τους μεγάλους» αλλά δεν έγραψα τι. Ο πατέρας μου είπε πως είναι τώρα πιο χαρούμενος από ποτέ. Πιο πολύ κι απ' όταν ήταν παιδί. Τον ρώτησα δύσπιστα γιατί. Μου απάντησε πως δε θυμάται πια ποιο απ' τα δυο του πόδια έχει χειρουργήσει. Κάποια πράγματα, δεν είναι ποτέ εκτός θέματος. Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου, Κίχλη, 2016




Ραλφ Γουάλντο Έμερσον ~ Τι σημαίνει θρίαμβος, (από το "Σκάφανδρο του Αισιόδοξου", Άλλαν Πέρσυ, μτφρ. Αγαθή Δημητρούκα )

The horse crossing on the sea, 1961 - by Ikko Narahara (1931 - 2020), Japanese Να γελάς πολύ και συχνά· να αξίζεις τον σεβασμό των ευφυών αν...

Αγαπημένες Αναρτήσεις