[ Το ασημένιο τάλιρο] Τους έδειχνε το ασημένιο τάλιρο στη χούφτα του. Μετά την έκλεινε σφιχτά και τους προκαλούσε, έναν έναν, όποιον πίστευε πως μπορούσε με τη δύναμή του να την ανοίξει και να το κάνει δικό του. Αν δεν το κατάφερναν, του έδιναν κάποιες δραχμές, αποδεχόμενοι την ήττα τους. Να ήταν τα μονότονα τοπία της Ανατολίας και η βαρεμάρα του στρατοπέδου ή η επιθυμία να αγωνιστείς για ένα λάφυρο που την επαύριο ίσως και να σου ήταν άχρηστο; Φαντάζομαι τον παππού μου τον Κρητικό, από τη μεριά της μάνας μου, στο Εσκίσεχιρ και στο Αφιόν Καραχισάρ, με το χέρι τεντωμένο μπροστά, μανίκι σηκωμένο-τίμιες δουλειές, και τη χούφτα κλειστή. Οι φλέβες καλογραμμένες, τα κλειδιά του θησαυροφυλάκιου. Οι άλλοι να πλησιάζουν διστακτικά. Στην αρχή κόντραρε με το ασημένιο νόμισμα τους φαντάρους μόνο στη σκηνή, αλλά τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και μετά από λίγο δεν υπήρχε κανείς στο στρατόπεδο που να μην είχε ήδη δοκιμάσει ή να μην ήθελε. Θα μπορούσε κάλλιστα να προσκαλεί και να προκαλεί χωρίς τίπ...
σκόρπιες σκέψεις, αναγνώσεις, ιδέες, αφορισμοί, ανησυχίες... Ποίηση

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου