Θυμήθηκα τους χειμώνες σαν μια παραθαλάσσια κωμόπολη με ήπιο κλίμα μα όταν σε χάιδευα το κρύο, κρύο. Η πνοή του χρόνου, παγωμένη σούπα γύρω σου, κομμάτια βούτυρο που επιπλέουν στην επιφάνεια δίχως να λιώνουν. Αυτιά, μύτη, χιόνι. Νιώθεις πόσο ζωντανός είναι ο τοίχος στο πλάι σου, βρύα και πόες σε διάλογο μ´ έναν υπερθετικό άνεμο. Έπειτα σηκώνεσαι από το ειδικό κρεβάτι, το στρώμα που άντεξε για λίγο την αδρανή σάρκα σου τρίζει, και η αντλία βρυχάται με παράπονο. Δεν το κατάφερε (ποιο; - να σε βαλσαμώσει εν ζωή). Τυλίγεις τα σεντόνια στη μέση, τα δένεις σε μια πόρπη, πυκνώνουν τα μαλλιά σου ολόξανθα και διαυγούν τα μάτια απ' την ομοιόσταση. Ξυπόλητη βγαίνεις στη βεράντα, σταχτί το φως της μέρας, ίσως και νύχτα, ίσως και πρωί. Αυτά τα χαλίκια θα σε πάνε στο μονοπάτι τους ως εκεί πέρα, μαύρα κι άσπρα σαν αυγά φραγκόκοτας• τη βροχή περιμένανε να αναπνεύσουν, η βροχή που στάζει σαλιγκάρια τα σίγασε μες στο σαματά, έγιναν ένα άλλο στρώμα, σε κάθε βήμα σπάνε τα καύκαλά τους κι ο αέρας μ...
σκόρπιες σκέψεις, αναγνώσεις, ιδέες, αφορισμοί, ανησυχίες... Ποίηση