Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Αυγούστου 2, 2024

Η Αλκυόνη ψάχνει τον σύζυγό της (1915), έργο του Herbert James Draper ~ Χέρμπερτ Τζέιμς Ντρέιπερ

Και στης ζωής τους πιο βαριούς χειμώνες αλκυονίδες μέρες καρτερώ. (Ι. Δροσίνης)     Η Αλκυόνη περίμενε τον άνδρα της στο ακρογιάλι και καθώς περνούσε η ώρα κι ο καιρός η αγωνία της μεγάλωνε ακόμη περισσότερο . Μέσα από τη μανιασμένη θάλασσα το μόνο που μπορούσε πια να αντικρύσει ήταν κάποια ξύλα από το καράβι του Κύηκα . Άρχισε τότε να κλαίει απαρηγόρητα . Ημερόνυχτα θρηνούσε το χαμό του αγαπημένου της Κύηκα . Ο Δίας στο τέλος τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε ένα πανέμορφο πουλί , με λαμπερά γαλάζια φτερά , την αλκυόνα (Alcedo atthis ) . Η αλκυόνα ζει και αναπαράγεται κοντά σε ακτές , ποτάμια , λίμνες , υγροτόπους και σε παράκτιες λιμνοθάλασσες της Ελλάδας , της Κύπρου και της Ευρώπης γενικότερα . Μοιάζει σα να περιμένει να εμφανιστεί μέσα από τα κύματα ο αγαπημένος της Κύηκας . Το μαρτύριο όμως της αλκυόνας δεν τελείωνε εδώ . Γεννούσε τα αυγά της μέσα στη βαρυχειμωνιά και τα κλωσούσε πάνω σε πέτρες και βράχια στις ακτές . Κάποιες φορές τα αγριεμένα κύματα όμως ορμούσαν με ...

Σοφία Περδίκη 2 ποιήματα «Η σειρήνα του χρόνου», εκδ. ΑΩ, 2024

  ΟΙ ΔΕΛΦΙΝΕΣ Οι Δελφίνες μιλούσαν με φωνές συριστικές. Ανοιγόκλειναν τα χείλη μόνο και μόνο για να σχηματίσουν με τα χνότα τα σήματα εκείνα που σημαίνουν αναγνώριση. Σε μια συνωμοσία του άλεκτου μπλεγμένες, έστρωναν με προσοχή τη φούστα της βελούδινης γαλήνης συγκρατούσαν την τραχιά οργή μες στα διακριτικά τους δάχτυλα τυλίγονταν με την κάπα για να μη φαίνεται ο σφιγμένος αυχένας έμπηγαν μια καρφίτσα στα στέρνα τους που πάλλονταν ρυθμικά από μιαν άγρια καρδιά κι είχαν τις χαίτες τους κρυμμένες στην κουκούλα. Aν, ο μη γένοιτο, ξέφευγε κάποια τούφα με τσιμπιδάκι αλαβάστρινο την στερέωναν πίσω από το μετωπιαίο τους οστό. Οι Δελφίνες κοιτούσαν με βλέμματα κενά. Ανοιγόκλειναν τα βλέφαρα μόνο και μόνο για να εντοπίσουνε την ενοχή η μια στην άλλη. Έτειναν, τότε, το χέρι χάιδευαν την κοινή κυανή τους φλέβα και μ’ ένα νεύμα συγκαταβατικό έγερναν τα κεφάλια στον ώμο αποφασισμένες να χορέψουν της γενιάς τους τον χορό με σάλτα στον αέρα μέχρι να χαθούν...