Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κυριακή Καρσαμπά - Σχεδόν γυμνή σαν την αλήθεια

 

 

 Μη νομίσετε 

ότι στα ποιήματά μου με συναντάτε

εκεί όπου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο.

Συχνά κρυμμένη είμαι σε μια γωνιά,

γλιστράω στις παύσεις, στ΄αποσιωπητικά...

και ψιθυρίζω λέξεις δυσανάγνωστες.

 

 

~~~

 

 

Ο ήχος της σιωπής

 

Γέμισε τον κόσμο με λέξεις:

Χαμηλόφωνες, ηχηρές, 

θλιμμένες, χαρούμενες, 

επαναστατικές, ειρηνικές,

άγριες, τρυφερές, ερωτικές,

γήινες, ουράνιες.

 

Κι ύστερα αποσύρθηκε

στα ενδότερα

ν' ακούσει τον απόηχο.

 

Μα τι περίεργο, 

άκουσε τον ήχο της Σιωπής! 



~~~



Τρυφερή μοναξιά

 

Τα δώσαμε όλα στην αγάπη!

Και τι κερδίσαμε λοιπόν;

Μα λίγο είναι 

να μπορείς να δακρύζεις

με του αηδονιού την έκσταση,

να μπαίνεις έκθαμβος τα βράδια

στον κήπο με τις λέξεις;

 

 

~~~ 



Γράφω ποιήματα 


Γράφω ποιήματα σημαίνει:

κάθομαι εδώ κι ενώ ο χρόνος

με κυνικές γκριμάτσες

μου γνέφει θυμίζοντας

τον τελικό αφανισμό μου

μηχανεύομαι ύμνους,

φωταγωγώ την άβυσσο

μ' ελπιδοφόρους πυρσούς.

Στην εμμονή του

να ζωγραφίζει βέλη

με κατεύθυνση το χώμα

του απαντώ με βλέμματα

που στοχεύουν καρτερικά 

τον αχανή ουρανό!

 

 

~~~

 

 

Tabula rasa

 

Τι ταξίδι κι αυτό!

Να σου έχει σβηστεί η μνήμη

του τόπου εκκίνησης

και του τόπου προορισμού! 



~~~



Οι ευλογίες


Όμως το φως δε μας έλλειψε

σε τούτη τη ζωή.

Την ευλογία του την είχαμε συχνά.

Μερικές φορές μάλιστα ήταν

τόσο δυνατό που έμοιαζε κατάρα!

Την ευλογία του σκοταδιού

δεν καταλάβαμε ακόμα.



~~~

 

 

Αν είναι κάτι που έμαθα καλά

είναι το πόσο κοντά βρίσκονται

μέσα στον ίδιο άνθρωπο

η δύναμη και η αδυναμία!

 

 

~~~

 

 

Και βρίσκονται ξαφνικά χίλιοι φίλοι στη λύπη σου.

Κανένας στη χαρά σου.

 

 

~~~

 

 

Που να 'ξερα τότε ότι εκείνος ο αφόρητος πόνος

θα ΄ταν η αιτία για τις κατοπινές επιδόσεις μου στην αντοχή!

 

 

~~~

 

 

Οι αγαπημένοι μου

 

Οι αγαπημένοι μου έφυγαν.

Γλίστρησαν από μια σχισμή του χρόνου.

Μέσα στο φως κοιμούνται

δίχως πρόσωπο, οδύνη, δάκρυα, φθορά.

Κοιμούνται - καμιά ρυτίδα- σαν παιδιά

οι αγαπημένοι μου...

 

Δίχως έγνοια καμιά. 

 

 

~~~

 

 

Τώρα πια

δεν κρατάει πολύ η λύπη μου,

αλλά ούτε και η χαρά μου!

Κι ούτε που ξέρω αν πρέπει

να λυπηθώ ή να χαρώ γι' αυτό.

 

 

~~~

 

 

Ύπαρξη 

 

Και μόνο όταν με ξέχασαν

-πόσο στ' αλήθεια το φοβόμουν!-

δοκίμασα

χωρίς καμιάν εξάρτηση

απ' την ανάγκη θορύβου,

τι είναι πραγματικά να υπάρχεις

βαθιά και σιωπηλά.

Μικρή γνωριμία μ' αυτό που λέμε θάνατο

που όταν τον δεις από τη μέσα μεριά

μοιάζει να είναι

μια πιο έντονη αυτοτελής ζωή. 

 

 

~~~

 

 

Ο αιώνια ερχόμενος


Απ' το παράθυρο 

το δρόμο αγναντεύω.

Κι Εσύ από μακριά όλο έρχεσαι.

Μικρή φιγούρα.

Ποτέ δε μεγαλώνεις.


Δεν είναι δα και τόσο μακριά αυτό το βάθος.

Είναι τόσο κοντά που με κάνει να ελπίζω.

Και βάζω τη μουσική υποδοχής να παίζει.

Κι ανοίγω φώτα και στην πόρτα αδημονώ

το χτύπημα ν' ακούσω.


Ακούω καμιά φορά

το ελαφρό πράο χεράκι του ανέμου

και ξεγελιέμαι.

Μήπως σαν κύμα σιωπηλό

έρχεσαι και πάλι φεύγεις;


Κύριε, κουράστηκα απ' τους ανθρώπους...

Η σχέση μου μαζί του είναι τόσο εύθραυστη.


Θα 'θελα σαν Εγώ-Εσύ να έρθεις.

Σαν Εαυτός σε σχέση ακατάλυτη!


Ξέρω, θα έρθεις.

Αλλά θα είναι για να μείνεις;

Ή για να με συντρίψεις;

 

 

                    ΑΩ Εκδόσεις




Zbigniew Pronaszko



 

 

 

 

 



Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος

  Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.

Ευαγγελία Τάτση ~ Ποιήματα

  ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ Ένα σμήνος πουλιά που έχασε τον δρόμο του βρίσκεται τώρα μέσα στο κεφάλι μου άκου, μου λένε αυτός ο άχρηστος άνεμος δεν βγάζει πουθενά έξω δεν έχει βορρά ούτε και νότο καλύτερα εδώ στη λιμνοθάλασσα ας είναι.     ~~~       Το Καλοκαίρι βαρέθηκε φέτος να μας εγκαταλείψει και το Φθινόπωρο βαρέθηκε να μας βρει. Μια φίλη μου βαρέθηκε τελικά να βγει απ' το σπίτι αν και πολύ θα ήθελε να με δει. Κάτι σταγόνες βροχής άραξαν πάνω στα σύννεφα το μεσημέρι γιατί βαρέθηκαν να πέσουν. Σε μια ξένη χώρα ένας πόλεμος συνεχίζεται χρόνια λες και οι άνθρωποι βαρέθηκαν να ζουν. Ένα πεινασμένο σκυλί βαρέθηκε να γαυγίζει κι άρχισε να κλαίει. Ένας ηλικιωμένος τραγουδιστής έβγαλε καινούργιο δίσκο γιατί βαρέθηκε να πεθάνει. Ένας πεθαμένος προφήτης αναστήθηκε να πει τις ίδιες προφητείες γιατί βαρέθηκε ξαπλωμένος τόσα χρόνια στο χώμα. Όσο για μένα βαρέθηκα όλες τις λέξεις. Όσο για μένα γράφω αυτό το ποίημα σαν να πνίγομαι. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο πνιγμένος απ' ...

Στη Μαρία Λουίζα (Shew) ~ Edgar Allan poe [Μετάφραση Μήτσος Παπανικολάου, εκδόσεις Σμίλη] σελ.161

  Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την      αυγή απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η      νύχτα το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι      της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-      θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-      νηθήτω φως!" να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το       σεραφικό βλέμμα των ματιών σου, απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-      μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-      ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-      τόν, απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι      το πνεύμα του επ...

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

  Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο. Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569                         Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα,  Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020] Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής κι εμείς στις όχθες παίζοντας   τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες   σε κυνηγούσα κι έτρεχες σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας μέχρι που κάποια στιγμή θα γίνω πηγή μού φωνάζεις μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα κι εσύ αμέσως άφαντη   από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα έρχομαι αφρισμένος να σε βρω ~~~ Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, ...