Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

 

Μοναξιά


Σε κάθε βήμα της 

σκοτείνιαζε το διάβα

σε κάθε ανάσα

ο ουρανός της, βάραινε

κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε.


Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο

όπως σκίζεται το δέρμα

που διψά για ένα χάδι,

όπως πνίγεται η θάλασσα

που στεριά δεν ανταμώνει.


Μαύρα πουλιά δραπέτευαν 

απ' τις ραφές των ρούχων της, 

χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν

στην άκρη των ματιών της

μα δάκρυ δεν γεννιόταν.


Φτερουγίσματα πένθιμα

παγωμένη μελωδία,

ο ανυπόφορος βηματισμός

της μοναξιάς

που μια ψυχή διασχίζει.



~~~



Ψύχρα


και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου,

η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω

κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα

στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη-

θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των

ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω

από το ψάθινο καπέλο.


Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο,

το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με 

τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης.



~~~



Λευκή σιωπή


Λευκή σιωπή με χάιδεψε

στα βλέμματα των άλλων

λευκή σιωπή κατάπιε τη ζωή μου

κι ανάποδα τα βράδια περπατάει

στα ταβάνια η μορφή μου


αν σιωπηλά πονάς και υπομένεις

λένε πως γι' άλλες θάλασσες τραβάς

σβήνεις και ξαφνικά σωπαίνεις

μόνος σου κρυφά θυμάσαι να μιλάς

και μόνο τότε ανασαίνεις.


Πότισε κείνα τα μαλλιά

ρόδα μέσα τους ν' ανθίσουν

που θα ΄χουν ρίζα την καρδιά 

σκέψεις να καρποφορήσουν


ρότα ν' αλλάξει η ζωή

στην ομορφιά να πάει

χρώμα να βάψει η σιωπή

να πάψει να πονάει.



~~~



Συνέβη


δεν είναι ποίημα

κι ούτε θα γίνει

Μάης δακρυσμένος

στέκεται απέναντί σου

μπουκέτα από στάχτες

και άλλα ποδοπατημένα

δεν είναι ποίημα

κι ούτε θα γίνει,

συνέβη.












Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου. Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη. Κι εγώ… που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω, είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι, δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!» πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου. Καντήλι ανάβω στον ωκεανό προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου. Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου ήρθες με χέρια ματωμένα και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου. «Μάνα» σου φώναζα «Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω». Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο τα μάτια μαυρισμένα τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα. Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω μου κλέψανε τη νιότη μου. «Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε» η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή μην τρομάζεις με τον άνθρωπο και τις υπεκ...

Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα

Η ΑΠΌΦΑΣΗ Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω. Πνεύμα λειψό εξυψωμένο πολυσχιδής πώληση ψυχής. Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι. Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου. Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη. Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα. Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα και στη θλίψη της Οφηλίας. Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω. ΝΗΝΕΜΊΑ Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου. Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία. Μπορούν άραγε οι σελίδες όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο να γίνουν ο κυματοθραύστης; Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ Βαραίνει απόψε το φεγγάρι τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν η πόλη και πάλι ασθμαίνει. Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά αναπάντητες κλήσεις ...

Αέρινη Λεπτή, Aνάλαφρη ~ Σαραντάρης Γιώργος

Θυμάμαι. Θέλω και θυμάμαι H ανάμνηση, με την ανατροφή, αέρινη λεπτή γίνεται ηδονή· βασανισμένη, γοητεύει τα δάκρυά της με χαμογέλια· είναι κι αισθάνεται τον εαυτό της ηδονή αέρινη λεπτή, ανάλαφρη... (από το Σαν Πνοή του Aέρα, Eρμής 1999)

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.

Τα Παράθυρα ~ Κ. Π. Καβάφης

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.— Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει. (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)