Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η καµπάνα της Ανάστασης ~ Γιάννης Δ. Μπάρτζης

Ήταν ένα είδος άγραφου εθίµου στο χωριό µας και φάνταζε άθλος τρανός στα παιδικά µας όνειρα, το χαρµόσυνο χτύπηµα της καµπάνας τη νύχτα της Ανάστασης. Εκείνα τα χρόνια -όχι και τόσο µακρινά- το έργο του κωδωνοκρούστη στις µικρές ενορίες της επαρχίας ήταν στα χέρια των παιδιών και των εφήβων. Από µικρή ηλικία όλοι γνωρίζαµε τη συνθηµατική γλώσσα της καµπάνας και πρόθυµα τρέχαµε, τραβώντας το µακρύ σχοινί της, να της δώσουµε πνοή, να ακουστεί στα πέρατα το ηχηρό της κάλεσµα για λειτουργίες και τελετές, για κηδεία, για πυρκαγιά, για συγκέντρωση στην πλατεία και για ό,τι έκτακτο µπορούσε να ταράξει την υπαίθρια γαλήνη µας.  

Ιδιαίτερα στις ηµέρες του Πάσχα το καµπαναριό ήταν στις δόξες του. Η καµπάνα του χωριού συµµετείχε οργανικά στην ανάµνηση του θείου δράµατος και µε τη µαγεία των ήχων της έµπαζε τις ψυχές µας στην υποβλητική ατµόσφαιρα της Εβδοµάδας των Παθών. 

Τη Μεγάλη Παρασκευή δε σταµατούσε να µυρώνει την ατµόσφαιρα µε τον δικό της Επιτάφιο Θρήνο. Απ’ το πρωί αχάραγα ίσαµε τα µεσάνυχτα που θα τελείωνε η λιτανεία της περιφοράς, το σκοινί της ρόζιαζε τα χέρια µας. Αυτός ο πένθιµος ρυθµός, νταααν…νταααν! νταααν… νταααν! νταααν… νταααν! µονότονος, βαρύθυµος, διαρκής, ώρες ατελείωτες φόρτιζε τον αέρα που αναπνέαµε µε µιαν άφατη θλίψη. 

Κι εµείς σπρωχνόµαστε και γκρινιάζαµε αναµεταξύ µας ποιος θα τη χτυπήσει περισσότερο· διαγωνιζόµαστε ποιος θα την κάνει να ηχήσει πιο εκφραστικά, πιο πένθιµα· µαλώναµε και γελάγαµε και βριζόµαστε µες στην ορµή του ανταγωνισµού µας. Στον αυλόγυρο εκεί της εκκλησιάς κάτω από το πέτρινο καµπαναριό, ξετυλιγόταν ο δυναµισµός µας, ωρίµαζε η ευαισθησία µας, µέστωνε εντός µας το φιλότιµο και κονταροχτυπιόντανε η αθωότητα µε τη ζωντάνια µας. 

Όµως, τη νύχτα της Λαµπρής, η διεκδίκηση πρωτιάς στον αναστάσιµο καµπανισµό ξεπέρναγε τα όρια κάθε επιτρεπτής µεθόδευσης. Εκείνος που θα ηχούσε πρώτος το βροντώδες κάλεσµα στη γιορτή της Ανάστασης, αυτός που θα ξυπνούσε πρώτος το χωριό µε γιγάντιες νότες µετάλλινης χαράς, θα συζητιόταν για πολλές ηµέρες σαν τοπικός µας ήρωας. Θα άκουγε εγκώµια από τους γέροντες, θα τον παινεύανε οι µεγάλοι, θα τον ζήλευαν τα παιδιά, θα τον κρυφόδειχναν τα κορίτσια… «Και του χρόνου πάλι απ’ τα χέρια σου!» θα του λέγανε δεκάδες στόµατα. Ήταν για το χωριό µας κάτι σαν τον πρωτοβουτηχτή, που πιάνει τον Σταυρό τα Θεοφάνεια σε άλλους τόπους πιο ευλογηµένους, που έχουνε θάλασσες, λίµνες και ποταµούς. Πού τέτοιες χάρες το ξεροβούνι µας!… 

Όλο το µυστικό για την επιτυχία του αναστάσιµου κωδωνοκρούστη βρισκόταν στην παρακολούθηση των νυχτερινών κινήσεων του παπα-Μήτσου. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ξαπλώναµε όλοι νωρίς να κοιµηθούµε. Το χτύπηµα της καµπάνας, απότοµο µες στην απόλυτη σιωπή, δυνατό, ασυγκράτητο, ηχηρό, θα τρύπωνε µε χαρούµενη βία στα φτωχικά µας και θα µας έβγαζε από τη γλυκιά θαλπωρή του Μορφέα. Με τον χτύπο της ξυπνούσαν όλες οι φαµελιές κι έπαιρναν ζωή τα στενά µας σοκάκια. Καλοντυµένα πρόσωπα, φωτισµένα χαµόγελα και παιδικά χασµουρητά, µε προποµπούς τους µεγαλύτερους µε λαµπάδες στα χέρια και κεριά, κατευθυνόµαστε γοργά προς την εκκλησία. Και η καµπάνα να λαλεί συνέχεια το προσκάλεσµα στη θεϊκή χαρά. Να γιατί λογιάζονταν ήρωας, αυτός που σήκωνε στο πόδι το χωριό και πλούµιζε µε ήχους από το καµπαναριό ψηλά όλο αυτό το πανηγύρι. 

Αν ήθελες να τύχεις τέτοια µοναδική καταξίωση, έπρεπε να µείνεις ξυπνητός τη νύχτα της Ανάστασης και να κατασκοπεύεις το σπίτι του παπά ή του καντηλανάφτη. Οι δυο τους είχαν τα κλειδιά και άνοιγαν την εκκλησία. Το πιο σίγουρο βέβαια ήταν το σπίτι του παπά, αφού χωρίς αυτόν λειτουργία δε γίνεται. 

Μόλις άναβε η λάµπα και φώτιζε η κάµαρα του παπα-Μήτσου, ακούγονταν νεανικές φωνές από τους γύρω θάµνους: «Να χτυπήσουµε, παππούλη;» «Ορµάτε, παιδιά!» έβγαινε πίσω απ’ το παράθυρο µε ύφος στρατηγού η εντολή. «Ξυπνάτε τους όλους! Πάµε για Ανάσταση!» 

Άρχιζαν τότε τα τρεξίµατα και οι τρικλοποδιές κι έµπαιναν σε εφαρµογή ποικίλες και πρωτότυπες -αθέµιτες- εµπνεύσεις, που θα έφερναν τον έναν -τον πιο επιτήδειο- πρώτο στις σκάλες του καµπαναριού. 

Μια χρονιά όµως ο Αντώνης της Κονταράκαινας, ο επονοµαζόµενος «Κεφάλας», θέλησε να εξασφαλίσει για λογαριασµό του την υψηλή τιµή του αναστάσιµου καµπανισµού. Και το σιγούρεψε µε τρόπο πράγµατι πρωτότυπο, αν και καθόλου έντιµο. Το προηγούµενο Πάσχα είχε καταφέρει να µείνει ξάγρυπνος και ξεροστάλιασε νυχτιάτικα κάτω απ’ το παράθυρο του παπα-Μήτσου, αλλά κάποιοι του έκαναν ζαβολιά και τον έβγαλαν από τον αγώνα. Είχαν τεντώσει ένα σύρµα στο µονοπάτι που έτρεχε. Κουτρουβαλιάστηκε, τσακίστηκε και λίγο έλειψε να κάνει Λαµπρή στο κρεβάτι. Είχε άγιο -που λένε-, µα την πρωτιά της καµπάνας τού την άρπαξε άλλος. 

Ο Αντώνης έµεινε ξύπνιος πάλι την επόµενη χρονιά, αλλά δεν πήγε κατά του παπά το σπίτι. Ούτε έξω απ’ του καντηλανάφτη κρυφοφύλαξε. Στήθηκε µόνος κάτω απ’ το καµπαναριό και περίµενε. Κόντευε µάλιστα να πάρει έναν υπνάκο, όταν έφτασε ασθµαίνοντας ο πρώτος επίδοξος κωδωνοκρούστης. Ατάραχος ο Αντώνης τον άφησε να ανέβει ξέπνοος τα σαράντα σκαλιά, ενώ ένα σαρδόνιο χαµόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του. 

«Δεν υπάρχει γλωσσίδι! Πού είναι το γλωσσίδι;» ακουγόταν από ψηλά η αγανακτισµένη διαµαρτυρία. Σε λίγο κατέφτασαν κι άλλοι «δροµείς». Πιστεύοντας καθένας τους ότι θα τύχει την πρωτιά, έτρεχαν ως επάνω, ώσπου στοιβάχτηκαν όλοι στο στενό κεφαλόσκαλο. Όταν κατάλαβαν ποια ήταν η αιτία της καθυστέρησης του χαρµόσυνου χτύπου, άρχισαν ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι τριγύρω στα τοιχώµατα και στα σκαλιά, µήπως βρεθεί το χαµένο σιδερικό. 

Ώσπου έφτασε κι ο παπα-Μήτσος µε τον καντηλανάφτη. «Ακόµα να χτυπήσετε; Περνάει η ώρα! Βαράτε τη! Βαράτε τη, ευλογηµένοι!» Κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό ο αγαθός ιερέας, σαν άκουσε το κακό που βρήκε το χωριό! Σταυροκοπιόταν και µουρµούριζε προσευχές, προτού ν’ αποφασίσει τι θα ’πρεπε να κάνει σ’ αυτή την κρίσιµη στιγµή. Τα παιδαρέλια σιωπούσαν ταραγµένα. 

Τότε ο Αντώνης ο «Κεφάλας» έλυσε την αινιγµατική σιωπή του. «Πες τους, παππούλη, να κατέβουν όλοι κάτω και να µπούνε στην εκκλησιά. Την καµπάνα θα τη χτυπήσω εγώ φέτος!» «Τι είν’ αυτά που λες, Αντωνάκη, παιδί µου;» απόρησε ο καηµένος ο παπα-Μήτσος. «Αφού σου λένε ότι πάει το γλωσσίδι. Χάθηκε! Πήρε ο θεός το πρόσωπό του από πάνω µας!» «Εγώ το πήρα το γλωσσίδι, παππούλη!» οµολόγησε ο Αντώνης µε καµάρι. «Πού το ’χεις, ευλογηµένε! Φέρ’ το γρήγορα να σηµάνουµε Ανάσταση!» φρύαξε αγανακτισµένος µα και µε κάποιαν ανακούφιση ο παπάς µας. «Το ’χω κρύψει ψηλά στον Καµίκο», είπε, δείχνοντας µε το χέρι του ο Αντώνης την κορυφή του βραχόλοφου, που ορθωνόταν στα βόρεια του χωριού. 

Κάποιοι κινήθηκαν καταπάνω του µε άγριες διαθέσεις. Εκείνος ατρόµητος φώναξε στον παπά: «Πες τους να µη µε αγγίξουν, παππούλη, γιατί δε θα σας φανερώσω ποτέ το γλωσσίδι!… Αφήστε µε ήσυχο να πάω να το φέρω». Ο παπα-Μήτσος σταυροκοπήθηκε και παρακάλεσε τ’ άλλα παιδιά να κάνουν στην άκρη. «Τρέξτε», τους είπε, «να ειδοποιήσετε τους ψάλτες κι όσους νοικοκυραίους µπορείτε. Χτυπήστε τις πόρτες και φωνάξτε στους δρόµους “Ανάσταση! Ανάσταση!” Τρέξτε, παιδιά µου, γιατί θα ’ρθει το ξηµέρωµα κι εµείς δε θα ’χουµε αναστήσει ακόµα τον Κύριο!» 

Πάνω στην ώρα ήρθαν κι η παπαδιά µε τις κόρες της, η γυναίκα του καντηλανάφτη και καναδυό ενορίτισσες που άκουσαν τη φασαρία και ξύπνησαν. Ο Αντώνης έγινε καπνός και οι άλλοι µπήκανε στον ναό να ετοιµάσουν τη λειτουργία. Ο παπα-Μήτσος δεν µπορούσε να περιµένει περισσότερο. Με τους λίγους που άρχισαν να καταφτάνουν ξεκίνησε όπως όπως, προσπαθώντας να πνίξει τη οργή και το θυµό του. Όσο και να το καθυστερούσε όµως, πλησίαζε η στιγµή για το «Δεύτε, λάβετε φως…». Κι ύστερα θα έβγαιναν στο προαύλιο για το «Χριστός ανέστη». «Μα, γιατί αργεί τόσο;» αναρωτιόταν. Κι όλο έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια τροπάρια, µήπως και έρθουν περισσότεροι χωριανοί. 

Ξαφνικά µια βουερή θύελλα χαλκών ήχων συνεπήρε την πλάση. Ο Αντώνης θαυµατουργούσε από την κορυφή του καµπαναριού και αχολογούσε η οικουµένη τη χαρά της Ανάστασης! Ο παπα-Μήτσος δάκρυσε από το κύµα ανακούφισης που πληµµύρισε το είναι του. «Επιτέλους! Επιτέλους! Σήµανε!» 

Έδωσε εντολή στα παιδιά µε τα λάβαρα και τον σταυρό να κινήσουν προς την έξοδο του ναού. Ξοπίσω ακολούθησε όλο το εκκλησίασµα µε τις λαµπάδες αναµµένες και µε πλατιά χαµόγελα στα πρόσωπα. Από τους γύρω δρόµους συνέρρεαν µπουλούκια γιορτινά οι αργοπορηµένοι χωριανοί. Σε λίγα µόνο λεπτά το προαύλιο της Παναγίας γέµισε ασφυκτικά από κόσµο. Και το αντιλάληµα της καµπάνας, που δε σταµάταγε ούτε στιγµή, θαρρείς και έψελνε µαζί µε τον παπά και τους ψαλτάδες: 

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών

θανάτω θάνατον πατήσας

και τοις εν τοις µνήµασι

 ζωήν χαρισάµενος».






Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Σαν ευχή για μια γυναίκα [04/02] ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι πίσω από τον τοίχο έχει μια θάλασσα ένα λιβάδι και παγωτά έχει ένα ροζ ποδήλατο, ένα για την καθεμιά μας έχει όνειρα «ξανά» από την αρχή ένα πικάπ να παίζει τα τραγούδια που αγαπήσαμε και λαστιχάκια, για να ξαναφορέσω στα μαλλιά σου. Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι, είμαστε μαζί. Το βάρος της μοναξιάς, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2024

Stanza ~ Μαρία Καντ (Καντωνίδου)

  ευθαρσώς και στα ίσα Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά - ωραίο πρόσωπο,  ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας (τι χαράκια κι αυτά για την ποίηση). Λίγο πιο πριν και πιο έξω το αρχαίο νταμάρι και οι αμαξωτοί. Χρόνε ανίκατε μάχαν, δεν έχω πλέον χρόνο για μυθιστορίες,  του είπε ευθαρσώς και στα ίσα.  ουδόλως ντρεπόταν Να εξηγούμαστε: ουδόλως ντρεπόταν για τα καράτια στα φτερά του, ίσως γι' αυτό να πέθανε άγγελος μόνο μόνο άγγελος σε ράφι βιτρίνας με θέα. Σαν πιάνει η άνοιξη κι η περσεφόνη, ψάχνω τους από μη- χανής θεούς μου και τ' αγάλματα, δηλώνει αγωνιωδώς και αμέριμνος. Και κείνη την αντηλιά την όλο νάζι. Έξω οι άνθρωποι τρώνε αμίλητοι.  τι φωνασκούν τα αγάλματα στην αγορά Και τότε εσύ - για σένα μιλούσαμε πριν,  τι φωνασκούν τα αγάλματα στην αγορά, να λες, τι τα φτενά τους δόρατα, τι τα καλοθρεμμένα ούτ' ένας αίας καταγής, ούτ' ένας τεύκρος κάτω,  τέτοιοι ψηλοί αστράγαλοι εμένα με λιγώνουν. Στη γωνία ένας τουρίστας περιμένει...

Τέσσερα Ποιήματα ~ Μιχελουδάκης Δημήτρης

  Ο ΧΡΟΝΟΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΠΕΤΑΙ     ξεκινά εκεί που συγγενεύεις με τη σιωπή   και φτάνει ως το πιο συχνό σου ρίγος   εξάλλου η αγωνία   είναι μονάχα   μια ταριχευμένη σύγκρουση   - καθόλου δεν ματώνει   είναι πολλοί αέρηδες   ανάμεσα στις μνήμες   - στην προκειμένη περίπτωση   με σφυριά                γκριμάτσες                           αινίγματα     καμιά θρησκεία   δεν άντεξε το τράνταγμα   - σε κάθε θαύμα   να σου και λεπίδες   όσοι τις χαιδεψαν   μαζί τις τροχισαν   κι είναι όλοι τους εξαφανισμένοι     ζουν μεσα στα μάτια σου       ~ ~ ~   ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΙΛΙΓΓΟΣ - ΚΕΝΟ     ώσπου έφτιαξα   (έχω κρύψει στ...

Κόρη διεσταλμένη - Ξανθίππη Λευθεριώτου

οι λέξεις  Σταγόνες χρώματα θα λες οι λέξεις πως ήτανε διαμάντια στο στέμμα σου μικροί αγέννητοι πρίγκιπες. Με το όνομά της Δεν έδωσε στο παιδί το όνομά του. Πέρασαν εβδομάδες και χρόνια στην απομόνωση. Χρειάστηκε μόνο ν' ανοίγει πού και πού τις γρίλιες για το φως το γκαζάκι για τις μολότωφ το γόνατο για τις αγρυπνίες το πιρούνι για να βγάζει τα μάτια της. Κι εκείνη η Άνοιξη ερχόταν ξεδιάντροπη, ορμητική με κόκκινα και ροζ και πορτοκαλιά στα πάρκα της. Στις άκρες της τα δάχτυλα έτρεμαν απ' το φόβο του κενού της κάμπιας τη φαγουρόσκονη. Βάθρο ψηλό και βαθύ φυτρωμένο δεν έλεγε να ξεραθεί Τόσες φορές που το τράβαγε άλλες τόσες ρίζωνε. Το δήλωσε με το όνομα  και το επώνυμό της. Όπως θάλασσα -Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξέ με... -Όπως χορτάρι, πουρνάρι και σκίνο; -Όπως θάλασσα. Πνίγομαι. Μην είναι η αγάπη μια κόκκινη διάτρητη  Πανοπλία; Δε θέλω αίματα - είπες -  Σπρώξε τα μολύβια στο πάτωμα Βγάλε τη γλώσσα στο Νι μπροστά απ' τα χειλικόληκτα και βάλε κραγιόν στα σημεία στί...

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου ~ Της μιας ανάσας ποιήματα

Ι. Βεντάλια θέρους  (και μια πλαγιά σκιερή να σ΄ αγναντεύω)  ~~~ ΑΧΘΟΣ ΑΙΘΕΡΑ Γαλάζιους σάκους κουβαλά, μ΄ αρώματα. Τον λεν Μαΐστρο.  ~~~ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ Ψέματα σου ΄πα ότι δεν θα σ΄ άλλαζα με τη θάλασσα. ~~~ ΥΠΟΜΟΝΗ Καύσων, ας είναι,  σαν ανεπιθύμητος έρως θα διαβεί. ~~~ ΙΙ. Φθινοπωρινό αναλόγιο (πάνω σε ίχνη βροχής) ~~~ ΠΕΡΑΣΜΑ Ήρθες Σεπτέμβρη, βροχούλα του Οκτώβρη, λήθη του Μάρτη. ~~~ ΧΑΪΚΟΥ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΓΕΡΑΝΟΥ Οι φτερούγες μου: τα δεδομένα χέρια των ερώτων μου. ~~~ ΑΠΟΒΡΟΧΟ Μετά τη βροχή παντού μικρές λιμνούλες, λιωμένα άστρα. ~~~ ΑΠΟΡΡΙΨΗ Κλειστά παντζούρια και μέσα φέγγει γυμνός έρωτας ψεύτης. ~~~ KINTSUGI Το θέμα είναι να κρατηθείς στη ζωή μέχρι θανάτου. ~~~ ΠΑΡΑΝΑΛΩΜΑ Μες στη φωτιά σου  η πνοή τού έρωτα  με λιγοστεύει.  ~~~ ΑΠΟΚΟΜΙΔΗ Έξω θόρυβος: Τ΄ απορριμματοφόρο του έρωτά μου.  ~~~ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ Μια πεταλούδα στο μανίκι του θεού ειν΄ η ψυχή μας. ~~~ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΚΑΚΟ Για να ανθίσουν  όμορφα οι κερασιές, πίνουν θάνατο. Εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 20...

Κυριακή Καρσαμπά - Σχεδόν γυμνή σαν την αλήθεια

     Μη νομίσετε  ότι στα ποιήματά μου με συναντάτε εκεί όπου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο. Συχνά κρυμμένη είμαι σε μια γωνιά, γλιστράω στις παύσεις, στ΄αποσιωπητικά... και ψιθυρίζω λέξεις δυσανάγνωστες.     ~~~     Ο ήχος της σιωπής   Γέμισε τον κόσμο με λέξεις: Χαμηλόφωνες, ηχηρές,  θλιμμένες, χαρούμενες,  επαναστατικές, ειρηνικές, άγριες, τρυφερές, ερωτικές, γήινες, ουράνιες.   Κι ύστερα αποσύρθηκε στα ενδότερα ν' ακούσει τον απόηχο.   Μα τι περίεργο,  άκουσε τον ήχο της Σιωπής!  ~~~ Τρυφερή μοναξιά   Τα δώσαμε όλα στην αγάπη! Και τι κερδίσαμε λοιπόν; Μα λίγο είναι  να μπορείς να δακρύζεις με του αηδονιού την έκσταση, να μπαίνεις έκθαμβος τα βράδια στον κήπο με τις λέξεις;     ~~~  Γράφω ποιήματα  Γράφω ποιήματα σημαίνει: κάθομαι εδώ κι ενώ ο χρόνος με κυνικές γκριμάτσες μου γνέφει θυμίζοντας τον τελικό αφανισμό μου μηχανεύομαι ύμνους, φωταγωγώ την άβυσσο μ' ελπιδοφόρους πυρσούς. Στην ...

Ελένη Νέστορα ~ 3 Ποιήματα

Fabienne Verdier θ' απλώσω τη θάλασσα στο τραπέζι  να βρέχει τα λόγια με τα κύματα  να πνίγει τις σιωπές  ν' ανασταίνει των φθόγγων τους ήχους  να σχηματίζονται οι λέξεις  να φέρνει από μακριά τ' άρωμα μιας μέρας που δεν ξημέρωσε στο κατώφλι ύστερα  των αχινών τα κελύφη θ' απομαζέψω  εκείνα τα διάτρητα από αμάχης πάλη λάφυρα έτσι τα μεσημέρια του καλοκαιριού  θ' αναθυμούμαι  πως σαν καταπιείς τ' αγκάθια τους  το πιο όμορφο αξιώνεσαι  σώμα της αγάπης με τον καιρό θα ξεχαστούν  οι άγονες μέρες  καθώς θα πλέκω τες καινούριες φορεσιές  κι η Γοργόνα θα' χει μάθει πια την αλήθεια καμιά ερώτηση αναπάντητη δε θα σκάει στα βράχια *********** η μνήμη  η θάλασσα  η μνήμη της θάλασσας  η θάλασσα της μνήμης παιχνιδίσματα μεσημεριού  μπροστά σ' ανοιχτή πόρτα  θερινής κατοικίας ονείρων  παρά θίν' αλός *********** η θάλασσά μου χωρά σ' ένα βότσαλο  το βότσαλο- ίσα με τη χούφτα μου χωρά στην τσέπη μο...