Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η καµπάνα της Ανάστασης ~ Γιάννης Δ. Μπάρτζης

Ήταν ένα είδος άγραφου εθίµου στο χωριό µας και φάνταζε άθλος τρανός στα παιδικά µας όνειρα, το χαρµόσυνο χτύπηµα της καµπάνας τη νύχτα της Ανάστασης. Εκείνα τα χρόνια -όχι και τόσο µακρινά- το έργο του κωδωνοκρούστη στις µικρές ενορίες της επαρχίας ήταν στα χέρια των παιδιών και των εφήβων. Από µικρή ηλικία όλοι γνωρίζαµε τη συνθηµατική γλώσσα της καµπάνας και πρόθυµα τρέχαµε, τραβώντας το µακρύ σχοινί της, να της δώσουµε πνοή, να ακουστεί στα πέρατα το ηχηρό της κάλεσµα για λειτουργίες και τελετές, για κηδεία, για πυρκαγιά, για συγκέντρωση στην πλατεία και για ό,τι έκτακτο µπορούσε να ταράξει την υπαίθρια γαλήνη µας.  

Ιδιαίτερα στις ηµέρες του Πάσχα το καµπαναριό ήταν στις δόξες του. Η καµπάνα του χωριού συµµετείχε οργανικά στην ανάµνηση του θείου δράµατος και µε τη µαγεία των ήχων της έµπαζε τις ψυχές µας στην υποβλητική ατµόσφαιρα της Εβδοµάδας των Παθών. 

Τη Μεγάλη Παρασκευή δε σταµατούσε να µυρώνει την ατµόσφαιρα µε τον δικό της Επιτάφιο Θρήνο. Απ’ το πρωί αχάραγα ίσαµε τα µεσάνυχτα που θα τελείωνε η λιτανεία της περιφοράς, το σκοινί της ρόζιαζε τα χέρια µας. Αυτός ο πένθιµος ρυθµός, νταααν…νταααν! νταααν… νταααν! νταααν… νταααν! µονότονος, βαρύθυµος, διαρκής, ώρες ατελείωτες φόρτιζε τον αέρα που αναπνέαµε µε µιαν άφατη θλίψη. 

Κι εµείς σπρωχνόµαστε και γκρινιάζαµε αναµεταξύ µας ποιος θα τη χτυπήσει περισσότερο· διαγωνιζόµαστε ποιος θα την κάνει να ηχήσει πιο εκφραστικά, πιο πένθιµα· µαλώναµε και γελάγαµε και βριζόµαστε µες στην ορµή του ανταγωνισµού µας. Στον αυλόγυρο εκεί της εκκλησιάς κάτω από το πέτρινο καµπαναριό, ξετυλιγόταν ο δυναµισµός µας, ωρίµαζε η ευαισθησία µας, µέστωνε εντός µας το φιλότιµο και κονταροχτυπιόντανε η αθωότητα µε τη ζωντάνια µας. 

Όµως, τη νύχτα της Λαµπρής, η διεκδίκηση πρωτιάς στον αναστάσιµο καµπανισµό ξεπέρναγε τα όρια κάθε επιτρεπτής µεθόδευσης. Εκείνος που θα ηχούσε πρώτος το βροντώδες κάλεσµα στη γιορτή της Ανάστασης, αυτός που θα ξυπνούσε πρώτος το χωριό µε γιγάντιες νότες µετάλλινης χαράς, θα συζητιόταν για πολλές ηµέρες σαν τοπικός µας ήρωας. Θα άκουγε εγκώµια από τους γέροντες, θα τον παινεύανε οι µεγάλοι, θα τον ζήλευαν τα παιδιά, θα τον κρυφόδειχναν τα κορίτσια… «Και του χρόνου πάλι απ’ τα χέρια σου!» θα του λέγανε δεκάδες στόµατα. Ήταν για το χωριό µας κάτι σαν τον πρωτοβουτηχτή, που πιάνει τον Σταυρό τα Θεοφάνεια σε άλλους τόπους πιο ευλογηµένους, που έχουνε θάλασσες, λίµνες και ποταµούς. Πού τέτοιες χάρες το ξεροβούνι µας!… 

Όλο το µυστικό για την επιτυχία του αναστάσιµου κωδωνοκρούστη βρισκόταν στην παρακολούθηση των νυχτερινών κινήσεων του παπα-Μήτσου. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ξαπλώναµε όλοι νωρίς να κοιµηθούµε. Το χτύπηµα της καµπάνας, απότοµο µες στην απόλυτη σιωπή, δυνατό, ασυγκράτητο, ηχηρό, θα τρύπωνε µε χαρούµενη βία στα φτωχικά µας και θα µας έβγαζε από τη γλυκιά θαλπωρή του Μορφέα. Με τον χτύπο της ξυπνούσαν όλες οι φαµελιές κι έπαιρναν ζωή τα στενά µας σοκάκια. Καλοντυµένα πρόσωπα, φωτισµένα χαµόγελα και παιδικά χασµουρητά, µε προποµπούς τους µεγαλύτερους µε λαµπάδες στα χέρια και κεριά, κατευθυνόµαστε γοργά προς την εκκλησία. Και η καµπάνα να λαλεί συνέχεια το προσκάλεσµα στη θεϊκή χαρά. Να γιατί λογιάζονταν ήρωας, αυτός που σήκωνε στο πόδι το χωριό και πλούµιζε µε ήχους από το καµπαναριό ψηλά όλο αυτό το πανηγύρι. 

Αν ήθελες να τύχεις τέτοια µοναδική καταξίωση, έπρεπε να µείνεις ξυπνητός τη νύχτα της Ανάστασης και να κατασκοπεύεις το σπίτι του παπά ή του καντηλανάφτη. Οι δυο τους είχαν τα κλειδιά και άνοιγαν την εκκλησία. Το πιο σίγουρο βέβαια ήταν το σπίτι του παπά, αφού χωρίς αυτόν λειτουργία δε γίνεται. 

Μόλις άναβε η λάµπα και φώτιζε η κάµαρα του παπα-Μήτσου, ακούγονταν νεανικές φωνές από τους γύρω θάµνους: «Να χτυπήσουµε, παππούλη;» «Ορµάτε, παιδιά!» έβγαινε πίσω απ’ το παράθυρο µε ύφος στρατηγού η εντολή. «Ξυπνάτε τους όλους! Πάµε για Ανάσταση!» 

Άρχιζαν τότε τα τρεξίµατα και οι τρικλοποδιές κι έµπαιναν σε εφαρµογή ποικίλες και πρωτότυπες -αθέµιτες- εµπνεύσεις, που θα έφερναν τον έναν -τον πιο επιτήδειο- πρώτο στις σκάλες του καµπαναριού. 

Μια χρονιά όµως ο Αντώνης της Κονταράκαινας, ο επονοµαζόµενος «Κεφάλας», θέλησε να εξασφαλίσει για λογαριασµό του την υψηλή τιµή του αναστάσιµου καµπανισµού. Και το σιγούρεψε µε τρόπο πράγµατι πρωτότυπο, αν και καθόλου έντιµο. Το προηγούµενο Πάσχα είχε καταφέρει να µείνει ξάγρυπνος και ξεροστάλιασε νυχτιάτικα κάτω απ’ το παράθυρο του παπα-Μήτσου, αλλά κάποιοι του έκαναν ζαβολιά και τον έβγαλαν από τον αγώνα. Είχαν τεντώσει ένα σύρµα στο µονοπάτι που έτρεχε. Κουτρουβαλιάστηκε, τσακίστηκε και λίγο έλειψε να κάνει Λαµπρή στο κρεβάτι. Είχε άγιο -που λένε-, µα την πρωτιά της καµπάνας τού την άρπαξε άλλος. 

Ο Αντώνης έµεινε ξύπνιος πάλι την επόµενη χρονιά, αλλά δεν πήγε κατά του παπά το σπίτι. Ούτε έξω απ’ του καντηλανάφτη κρυφοφύλαξε. Στήθηκε µόνος κάτω απ’ το καµπαναριό και περίµενε. Κόντευε µάλιστα να πάρει έναν υπνάκο, όταν έφτασε ασθµαίνοντας ο πρώτος επίδοξος κωδωνοκρούστης. Ατάραχος ο Αντώνης τον άφησε να ανέβει ξέπνοος τα σαράντα σκαλιά, ενώ ένα σαρδόνιο χαµόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του. 

«Δεν υπάρχει γλωσσίδι! Πού είναι το γλωσσίδι;» ακουγόταν από ψηλά η αγανακτισµένη διαµαρτυρία. Σε λίγο κατέφτασαν κι άλλοι «δροµείς». Πιστεύοντας καθένας τους ότι θα τύχει την πρωτιά, έτρεχαν ως επάνω, ώσπου στοιβάχτηκαν όλοι στο στενό κεφαλόσκαλο. Όταν κατάλαβαν ποια ήταν η αιτία της καθυστέρησης του χαρµόσυνου χτύπου, άρχισαν ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι τριγύρω στα τοιχώµατα και στα σκαλιά, µήπως βρεθεί το χαµένο σιδερικό. 

Ώσπου έφτασε κι ο παπα-Μήτσος µε τον καντηλανάφτη. «Ακόµα να χτυπήσετε; Περνάει η ώρα! Βαράτε τη! Βαράτε τη, ευλογηµένοι!» Κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό ο αγαθός ιερέας, σαν άκουσε το κακό που βρήκε το χωριό! Σταυροκοπιόταν και µουρµούριζε προσευχές, προτού ν’ αποφασίσει τι θα ’πρεπε να κάνει σ’ αυτή την κρίσιµη στιγµή. Τα παιδαρέλια σιωπούσαν ταραγµένα. 

Τότε ο Αντώνης ο «Κεφάλας» έλυσε την αινιγµατική σιωπή του. «Πες τους, παππούλη, να κατέβουν όλοι κάτω και να µπούνε στην εκκλησιά. Την καµπάνα θα τη χτυπήσω εγώ φέτος!» «Τι είν’ αυτά που λες, Αντωνάκη, παιδί µου;» απόρησε ο καηµένος ο παπα-Μήτσος. «Αφού σου λένε ότι πάει το γλωσσίδι. Χάθηκε! Πήρε ο θεός το πρόσωπό του από πάνω µας!» «Εγώ το πήρα το γλωσσίδι, παππούλη!» οµολόγησε ο Αντώνης µε καµάρι. «Πού το ’χεις, ευλογηµένε! Φέρ’ το γρήγορα να σηµάνουµε Ανάσταση!» φρύαξε αγανακτισµένος µα και µε κάποιαν ανακούφιση ο παπάς µας. «Το ’χω κρύψει ψηλά στον Καµίκο», είπε, δείχνοντας µε το χέρι του ο Αντώνης την κορυφή του βραχόλοφου, που ορθωνόταν στα βόρεια του χωριού. 

Κάποιοι κινήθηκαν καταπάνω του µε άγριες διαθέσεις. Εκείνος ατρόµητος φώναξε στον παπά: «Πες τους να µη µε αγγίξουν, παππούλη, γιατί δε θα σας φανερώσω ποτέ το γλωσσίδι!… Αφήστε µε ήσυχο να πάω να το φέρω». Ο παπα-Μήτσος σταυροκοπήθηκε και παρακάλεσε τ’ άλλα παιδιά να κάνουν στην άκρη. «Τρέξτε», τους είπε, «να ειδοποιήσετε τους ψάλτες κι όσους νοικοκυραίους µπορείτε. Χτυπήστε τις πόρτες και φωνάξτε στους δρόµους “Ανάσταση! Ανάσταση!” Τρέξτε, παιδιά µου, γιατί θα ’ρθει το ξηµέρωµα κι εµείς δε θα ’χουµε αναστήσει ακόµα τον Κύριο!» 

Πάνω στην ώρα ήρθαν κι η παπαδιά µε τις κόρες της, η γυναίκα του καντηλανάφτη και καναδυό ενορίτισσες που άκουσαν τη φασαρία και ξύπνησαν. Ο Αντώνης έγινε καπνός και οι άλλοι µπήκανε στον ναό να ετοιµάσουν τη λειτουργία. Ο παπα-Μήτσος δεν µπορούσε να περιµένει περισσότερο. Με τους λίγους που άρχισαν να καταφτάνουν ξεκίνησε όπως όπως, προσπαθώντας να πνίξει τη οργή και το θυµό του. Όσο και να το καθυστερούσε όµως, πλησίαζε η στιγµή για το «Δεύτε, λάβετε φως…». Κι ύστερα θα έβγαιναν στο προαύλιο για το «Χριστός ανέστη». «Μα, γιατί αργεί τόσο;» αναρωτιόταν. Κι όλο έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια τροπάρια, µήπως και έρθουν περισσότεροι χωριανοί. 

Ξαφνικά µια βουερή θύελλα χαλκών ήχων συνεπήρε την πλάση. Ο Αντώνης θαυµατουργούσε από την κορυφή του καµπαναριού και αχολογούσε η οικουµένη τη χαρά της Ανάστασης! Ο παπα-Μήτσος δάκρυσε από το κύµα ανακούφισης που πληµµύρισε το είναι του. «Επιτέλους! Επιτέλους! Σήµανε!» 

Έδωσε εντολή στα παιδιά µε τα λάβαρα και τον σταυρό να κινήσουν προς την έξοδο του ναού. Ξοπίσω ακολούθησε όλο το εκκλησίασµα µε τις λαµπάδες αναµµένες και µε πλατιά χαµόγελα στα πρόσωπα. Από τους γύρω δρόµους συνέρρεαν µπουλούκια γιορτινά οι αργοπορηµένοι χωριανοί. Σε λίγα µόνο λεπτά το προαύλιο της Παναγίας γέµισε ασφυκτικά από κόσµο. Και το αντιλάληµα της καµπάνας, που δε σταµάταγε ούτε στιγµή, θαρρείς και έψελνε µαζί µε τον παπά και τους ψαλτάδες: 

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών

θανάτω θάνατον πατήσας

και τοις εν τοις µνήµασι

 ζωήν χαρισάµενος».






Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος

  Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.

Ευαγγελία Τάτση ~ Ποιήματα

  ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ Ένα σμήνος πουλιά που έχασε τον δρόμο του βρίσκεται τώρα μέσα στο κεφάλι μου άκου, μου λένε αυτός ο άχρηστος άνεμος δεν βγάζει πουθενά έξω δεν έχει βορρά ούτε και νότο καλύτερα εδώ στη λιμνοθάλασσα ας είναι.     ~~~       Το Καλοκαίρι βαρέθηκε φέτος να μας εγκαταλείψει και το Φθινόπωρο βαρέθηκε να μας βρει. Μια φίλη μου βαρέθηκε τελικά να βγει απ' το σπίτι αν και πολύ θα ήθελε να με δει. Κάτι σταγόνες βροχής άραξαν πάνω στα σύννεφα το μεσημέρι γιατί βαρέθηκαν να πέσουν. Σε μια ξένη χώρα ένας πόλεμος συνεχίζεται χρόνια λες και οι άνθρωποι βαρέθηκαν να ζουν. Ένα πεινασμένο σκυλί βαρέθηκε να γαυγίζει κι άρχισε να κλαίει. Ένας ηλικιωμένος τραγουδιστής έβγαλε καινούργιο δίσκο γιατί βαρέθηκε να πεθάνει. Ένας πεθαμένος προφήτης αναστήθηκε να πει τις ίδιες προφητείες γιατί βαρέθηκε ξαπλωμένος τόσα χρόνια στο χώμα. Όσο για μένα βαρέθηκα όλες τις λέξεις. Όσο για μένα γράφω αυτό το ποίημα σαν να πνίγομαι. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο πνιγμένος απ' ...

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Στη Μαρία Λουίζα (Shew) ~ Edgar Allan poe [Μετάφραση Μήτσος Παπανικολάου, εκδόσεις Σμίλη] σελ.161

  Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την      αυγή απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η      νύχτα το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι      της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-      θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-      νηθήτω φως!" να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το       σεραφικό βλέμμα των ματιών σου, απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-      μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-      ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-      τόν, απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι      το πνεύμα του επ...