Ανέφικτο το παρόν
που αλαλάζοντας αποδεκατίζει
με χειρονομίες
και κραυγές τις μέρες
και τις νύχτες μου.
Αστόχαστα έψαξα στα συρτάρια
να βρω την κλεμμένη μου παρηγοριά κύλισα σαν έρεβος
στο πάτωμα χάνοντας ένα μέρος της φαντασίας μου, μη θέλοντας να κρατήσω άλλο σιγή ιχθύος,
πούλησα την τελευταία μου φωνή
σε παραπλαίοντα σκάφη της ακτοφυλακής για να σηκώσουν
τη σημαία του φόνου που έρχεται
και ξαναέρχεται φλεγόμενη
στις ακτές.
με χειρονομίες
και κραυγές τις μέρες
και τις νύχτες μου.
Αστόχαστα έψαξα στα συρτάρια
να βρω την κλεμμένη μου παρηγοριά κύλισα σαν έρεβος
στο πάτωμα χάνοντας ένα μέρος της φαντασίας μου, μη θέλοντας να κρατήσω άλλο σιγή ιχθύος,
πούλησα την τελευταία μου φωνή
σε παραπλαίοντα σκάφη της ακτοφυλακής για να σηκώσουν
τη σημαία του φόνου που έρχεται
και ξαναέρχεται φλεγόμενη
στις ακτές.
~ ~ ~
Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
γιατί
δεν θέλω
να θυμάμαι
την βρεγμένη
ανάσα σου
ούτε
την φτωχή σου
από
αγάπη μυρωδιά.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
κι ίσως να έρθω
να καθίσω
στα πόδια σου
σαν τότε μικρό παιδί
που αρνήθηκες
να μου πεις
το παραμύθι
συγχωρώντας
το λάθος μου.
Έλα μάνα γνέψε μου
από μακρυά
για να αφήσουν
να λυθούν τα μάγια
της ύπαρξης μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
γιατί δεν μπορώ να έρθω
...τα δικά μου παιδιά
φωνάζουν βοήθεια
για να σωθούν
από την θλίψη
που προκαλούν
οι βιτρίνες
του πάθους μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
κι ίσως βρεθώ
έξω
από την πόρτα
των χρόνων σου
και δεν θα
χρειαστεί
να χτυπήσω
ξέρω θα έχεις
το κλειδί
πάνω
στο πρεβάζι
στην γλάστρα
με τους μπαξέδες ,
και θα μπω
και θα καθίσω
δίπλα
από την σόμπα
που έσβηνε
τα χάδια
της νύχτας.
Έλα μάνα..
μάνα Μήδεια
μάνα Εκάβη
...έλα
στη μήτρα
που σε ανάθρεψε.
Έλα μάνα
για να ξεχάσω
το φόβο
του φόβου μου.
Έλα μάνα
μάνα
της μάνας μου
που αγκιστρώθηκα
στην κλαρωτή σου
φούστα
φωνάζοντας
με μια άηχη
κραυγή.
Έλα βρε μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
και 'γω
θα σβήσω
από την
μνήμη μου
τα θύματα
του χρέους σου
που φόρτωσες
σε μένα.
Μάνα....
έλα μάνα
που είσαι μάνα
της Ηλέκτρας
και της Αντιγόνης
της Ιφιγένειας,
της Λίτσας ,
της Κούλας ,
του Ορέστη,
του Κωστή
μάνα της αγωνίας
ενός κρεβατιού
ετοιμοθάνατου θανάτου
...ενός Έρωτα
μάνα....
Μάνα ....
γνέψε μου ..
Φιμώθηκε
η αήθεια σου
στη στάχτη σου.
και το πρόσωπό σου
Μάνα ......
Μαμά....
Θύμωσα ..μάνα !!!
από μακρυά
γιατί
δεν θέλω
να θυμάμαι
την βρεγμένη
ανάσα σου
ούτε
την φτωχή σου
από
αγάπη μυρωδιά.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
κι ίσως να έρθω
να καθίσω
στα πόδια σου
σαν τότε μικρό παιδί
που αρνήθηκες
να μου πεις
το παραμύθι
συγχωρώντας
το λάθος μου.
Έλα μάνα γνέψε μου
από μακρυά
για να αφήσουν
να λυθούν τα μάγια
της ύπαρξης μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
γιατί δεν μπορώ να έρθω
...τα δικά μου παιδιά
φωνάζουν βοήθεια
για να σωθούν
από την θλίψη
που προκαλούν
οι βιτρίνες
του πάθους μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
κι ίσως βρεθώ
έξω
από την πόρτα
των χρόνων σου
και δεν θα
χρειαστεί
να χτυπήσω
ξέρω θα έχεις
το κλειδί
πάνω
στο πρεβάζι
στην γλάστρα
με τους μπαξέδες ,
και θα μπω
και θα καθίσω
δίπλα
από την σόμπα
που έσβηνε
τα χάδια
της νύχτας.
Έλα μάνα..
μάνα Μήδεια
μάνα Εκάβη
...έλα
στη μήτρα
που σε ανάθρεψε.
Έλα μάνα
για να ξεχάσω
το φόβο
του φόβου μου.
Έλα μάνα
μάνα
της μάνας μου
που αγκιστρώθηκα
στην κλαρωτή σου
φούστα
φωνάζοντας
με μια άηχη
κραυγή.
Έλα βρε μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
και 'γω
θα σβήσω
από την
μνήμη μου
τα θύματα
του χρέους σου
που φόρτωσες
σε μένα.
Μάνα....
έλα μάνα
που είσαι μάνα
της Ηλέκτρας
και της Αντιγόνης
της Ιφιγένειας,
της Λίτσας ,
της Κούλας ,
του Ορέστη,
του Κωστή
μάνα της αγωνίας
ενός κρεβατιού
ετοιμοθάνατου θανάτου
...ενός Έρωτα
μάνα....
Μάνα ....
γνέψε μου ..
Φιμώθηκε
η αήθεια σου
στη στάχτη σου.
και το πρόσωπό σου
Μάνα ......
Μαμά....
Θύμωσα ..μάνα !!!
~ ~ ~
ξέρεις ρε γαμώτο θέλω να σου μιλήσω να σου ακουμπήσω την μιλιά μου μέσα στο δικό σου στόμα να γευτώ το σάλιο σου στον ουρανίσκο να νιώσω τις τελευταίες στιγμές του φαγητού ή του κρασιού που είχες πιει , να προσαρμόσω τις λέξεις μου ώστε να χωρούν στα δικά σου χείλη και στη μικρή εσοχή της γλώσσα σου και μετά να μιλήσουμε την ίδια γλώσσα με τις ίδιες φράσεις που θα έχουν πολλά φωνήεντα και διφθόγγους και σύμφωνα που δεν θα συμφωνούν με εμάς αλλά εμείς θα είμαστε πάντα ένα βήμα μπροστά από την καρδιά μας.
ξέρεις ρε γαμώτο θέλω και να σε ακούσω να μου μιλάς ,ακόμα πιο πολύ να μου λες για πράγματα που δεν θα φανταζόμουν ότι υπάρχουν αλλά που εσύ έχεις βιώσει και ζήσει και θέλω μετά να φανταστώ ότι κάπου εκεί ανάμεσα σε όλα αυτά θα υπάρχω και γω έτσι περαστικός σαν από σκιά , και να έρχεσαι να με αγκαλιάζεις ακουμπώντας το κεφάλι σου στο δικό μου στήθος ακροβατώντας ανάμεσα στους δυο μου κόσμους , αλλά εμείς θα είμαστε μαζί και ένα βήμα μπροστά από την καρδιά μας.
~ ~ ~
Συνήθως κάτι ψυθιριζε,
κάτι που έμοιαζε μ ‘ευχή,
σαν πρωινό τάμα,
πριν χαθεί το καϊμάκι
πριν σβήσει η τελευταία αχτίδα
που έσπαγε το τζάμι,
για να χωρέσει στην χαραμαδα
που είχε για καρδιά.
~ ~ ~
Δεν χορταίνουν τα μάτια
και σα σπασμένα κλαριά
αφήνονται στο έλεος του καιρού.
Χάθηκαν οι λέξεις
κάτω από τη γλώσσα
αφήνοντας ακάλυπτα τα δόντια.
Αχυράνθρωποι είναι
με σπασμένες ραχοκοκαλιές.
~ ~ ~
Ποτέ δεν θα σωθούμε
μια αλλαξιά είμαστε.
Μέσα σε δανεικά ρούχα,
και αποτεφρωμένες ανάσες,
κι είναι αχόρταγη η μέρα
που με τρώει σιωπηλά,
κι ύστερα με ξερνάει
εξίσου αχόρταγα.
Έλα όμως
που εγώ βολεύτηκα,
στο αναπηρικό αμαξίδιο
της καρδιάς μου!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου