Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βασίλης Παχουνδάκης ~ Ανοιχτά της Χίου



φωτογραφία :Βασίλης Παχουνδάκης 




Ανέφικτο το παρόν
που αλαλάζοντας αποδεκατίζει
με χειρονομίες
και κραυγές τις μέρες
και τις νύχτες μου.
Αστόχαστα έψαξα στα συρτάρια
να βρω την κλεμμένη μου παρηγοριά κύλισα  σαν έρεβος 
στο πάτωμα χάνοντας ένα μέρος της φαντασίας μου, μη θέλοντας να κρατήσω άλλο σιγή ιχθύος,
πούλησα την τελευταία μου φωνή
σε παραπλαίοντα  σκάφη της ακτοφυλακής για να σηκώσουν
τη σημαία του φόνου που έρχεται
και ξαναέρχεται φλεγόμενη
στις ακτές.


~ ~ ~


Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
γιατί
δεν θέλω
να θυμάμαι
την βρεγμένη
ανάσα σου
ούτε
την φτωχή σου
από
αγάπη μυρωδιά.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
κι ίσως να έρθω
να καθίσω
στα πόδια σου
σαν τότε μικρό παιδί
που αρνήθηκες
να μου πεις
το παραμύθι
συγχωρώντας
το λάθος μου.
Έλα μάνα γνέψε μου
από μακρυά
για να αφήσουν
να λυθούν τα μάγια
της ύπαρξης μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
γιατί δεν μπορώ να έρθω
...τα δικά μου παιδιά
φωνάζουν βοήθεια
για να σωθούν
από την θλίψη
που προκαλούν
οι βιτρίνες
του πάθους μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
κι ίσως βρεθώ
έξω
από την πόρτα
των χρόνων σου
και δεν θα
χρειαστεί
να χτυπήσω
ξέρω θα έχεις
το κλειδί
πάνω
στο πρεβάζι
στην γλάστρα
με τους μπαξέδες ,
και θα μπω
και θα καθίσω
δίπλα
από την σόμπα
που έσβηνε
τα χάδια
της νύχτας.
Έλα μάνα..
μάνα Μήδεια
μάνα Εκάβη
...έλα
στη μήτρα
που σε ανάθρεψε.
Έλα μάνα
για να ξεχάσω
το φόβο
του φόβου μου.
Έλα μάνα
 μάνα
της μάνας μου
που αγκιστρώθηκα
στην κλαρωτή  σου
φούστα
φωνάζοντας
 με μια άηχη 
κραυγή.
Έλα βρε μάνα
γνέψε  μου
από μακρυά
και 'γω
θα σβήσω
από την
μνήμη μου
τα θύματα
του χρέους σου
που φόρτωσες
σε μένα.
Μάνα....
έλα μάνα
που είσαι μάνα
της Ηλέκτρας
και της Αντιγόνης
της Ιφιγένειας,
της Λίτσας ,
της Κούλας ,
του Ορέστη,
του Κωστή
μάνα της αγωνίας
ενός κρεβατιού
ετοιμοθάνατου θανάτου
...ενός Έρωτα
μάνα....
Μάνα ....
γνέψε  μου ..
Φιμώθηκε
η αήθεια σου
στη στάχτη σου.
και το πρόσωπό σου
Μάνα ......
Μαμά....
Θύμωσα ..μάνα !!!


~ ~ ~ 


ξέρεις ρε γαμώτο  θέλω να σου μιλήσω να σου ακουμπήσω την μιλιά μου μέσα στο δικό σου στόμα να γευτώ το σάλιο σου στον ουρανίσκο να νιώσω τις τελευταίες στιγμές του φαγητού ή του κρασιού που είχες πιει , να προσαρμόσω τις λέξεις μου ώστε να χωρούν στα δικά σου χείλη και στη μικρή εσοχή της γλώσσα σου και μετά να μιλήσουμε την ίδια γλώσσα με τις ίδιες φράσεις που θα έχουν πολλά φωνήεντα και διφθόγγους και σύμφωνα που δεν θα συμφωνούν με εμάς αλλά εμείς θα είμαστε πάντα ένα βήμα μπροστά από την καρδιά μας.
ξέρεις ρε γαμώτο θέλω και να σε ακούσω να  μου μιλάς ,ακόμα πιο πολύ να μου λες για πράγματα που δεν θα φανταζόμουν ότι υπάρχουν αλλά που εσύ έχεις βιώσει και ζήσει και θέλω μετά να φανταστώ ότι κάπου εκεί ανάμεσα σε όλα αυτά θα υπάρχω  και γω έτσι περαστικός σαν από σκιά , και να έρχεσαι να με αγκαλιάζεις ακουμπώντας το κεφάλι σου στο δικό μου στήθος ακροβατώντας ανάμεσα στους δυο μου κόσμους , αλλά εμείς θα είμαστε μαζί και ένα βήμα μπροστά από την καρδιά μας.


~ ~ ~ 


Συνήθως κάτι ψυθιριζε,
κάτι που έμοιαζε μ ‘ευχή,
σαν πρωινό τάμα,
πριν χαθεί το καϊμάκι
πριν σβήσει η τελευταία αχτίδα
που έσπαγε το τζάμι,
για να χωρέσει στην χαραμαδα
που είχε για καρδιά.


~ ~ ~ 


Δεν χορταίνουν τα μάτια
και σα σπασμένα κλαριά
αφήνονται στο έλεος του καιρού.
Χάθηκαν οι λέξεις
κάτω από τη γλώσσα
αφήνοντας ακάλυπτα τα δόντια.
Αχυράνθρωποι είναι
με σπασμένες ραχοκοκαλιές.


~ ~ ~


Ποτέ δεν θα σωθούμε
μια αλλαξιά είμαστε.
Μέσα σε δανεικά ρούχα,
και αποτεφρωμένες ανάσες,
κι είναι αχόρταγη η μέρα
που με τρώει σιωπηλά,
κι ύστερα με ξερνάει
εξίσου αχόρταγα.
Έλα όμως
που εγώ βολεύτηκα,
στο αναπηρικό αμαξίδιο
της καρδιάς μου!













Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

Ήταν Μάιος ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες οφειλές να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου. Τις Κυριακές κοιτάζω τις βιτρίνες, μοιάζουν κουρασμένες γυναίκες που προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ άπλυτα και να ταιριάξουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Κάποιες Κυριακές τουλάχιστον θυμάμαι τον πατέρα ν’ ανάβει μια φωτιά κι εμείς ν’ απλώνουμε τα χέρια· ήταν Μάιος κι εγώ χαμογελούσα.     Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, Αθήνα 2024, [σελ.42]  

Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα

Η ΑΠΌΦΑΣΗ Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω. Πνεύμα λειψό εξυψωμένο πολυσχιδής πώληση ψυχής. Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι. Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου. Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη. Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα. Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα και στη θλίψη της Οφηλίας. Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω. ΝΗΝΕΜΊΑ Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου. Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία. Μπορούν άραγε οι σελίδες όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο να γίνουν ο κυματοθραύστης; Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ Βαραίνει απόψε το φεγγάρι τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν η πόλη και πάλι ασθμαίνει. Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά αναπάντητες κλήσεις ...

Τα Παράθυρα ~ Κ. Π. Καβάφης

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.— Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει. (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Ντίνα Γεωργαντοπούλου - Απροσποίητα

  ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ Σε αγαπώ θέλω να ξέρεις πως ο χειμώνας κατεβαίνει στα δυτικά μονοπάτια κρατώντας ένα λουλούδι που ευωδιάζει ικανό να κάψει τον οισοφάγο. Σε αγαπώ τις νύχτες που ρουφάς τα όνειρά μου κι ιδρώνω χωρίς φωνή και χέρια  μόνο με τη γλώσσα χαϊδεύω τον αυχένα που γίνεται κρυστάλλινος και λιώνει στο χρόνο που με το κοπίδι σκαλίζεις τις τελείες. Σε αγαπώ θέλω να ξέρεις πως αποκοιμήθηκα αγκαλιά με τα θηλαστικά που πέφτουν σε χειμερία νάρκη μέχρι να φανεί το φεγγάρι του Γενάρη για να απλώσω λευκές δαντέλες στο κρεβάτι. Σε αγαπώ  στα ρινίσματα των γραμμάτων που επιζητούν θέση στο σώμα, στο μυαλό και στις αισθήσεις στο πάτωμα σήμερα και ταυτόχρονα στο ταβάνι της ηθικής που τρέχει σε μαραθώνιο  και πρέπει να έχει αντοχές. Σε αγαπώ ήθελα να ξέρεις.  ~~~ ΦΟΒΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ Με απλά υλικά έπλαθε ό,τι απαιτεί η κατασκευή χειμερινών ηλιαχτίδων που θα μπορούσε να αποθηκεύσει όπως και άλλες φυσικές προθέσεις. Το σώμα ήταν δοχείο για μεταγενέστερη χρήση οικιακ...