Μαριάννα Γ. Παπουτσοπούλου ~ Καλοκαιρινή σκέψη

 


Καλοκαιρινή σκέψη
ένα όνειρο μόνο έχω, να μπορούσαμε να πλημμυρίσουμε τα χέρια των νέων και των παιδιών με βιβλία, τα μάτια τους με ζωγραφική, το μυαλό τους με σκέψη, την καρδιά με συμπόνοια και αλληλεγγύη
κι όλα τούτα να τα πλούτιζαν, αντί για καινούρια ρούχα και αντηλιακά και μηχανήματα και γκάτζετ χωρίς αξία
και να ήταν η ψυχή τους ελεύθερη χωρίς να την κανοναρχούν οι ηθικολόγοι και οι κορέκτ, και το σώμα τους ελεύθερο χωρίς να το κακοποιεί ο κάθε παλιάνθρωπος...
και οι θάλασσες και τα νησιά του τόπου μας να ήταν λέει ξανά καθαρά και στα μέτρα του ανθρώπου και ήσυχα, και να τα διάβαιναν με ελαφρύ βήμα, και να μη βούλιαζαν από πελώρια σκάφη και χιλιάδες ταλαίπωρους περιηγητές,
και τα σχολεία τους να ήταν γεμάτα γνώση και ομορφιά και να έβρισκαν μια δουλειά και τα φτωχότερα, και να είχαν μια ασπίδα και τα πιο άτυχα, και πάνω απ' όλα να έφεγγε η ειρήνη και η φιλία και η δικαιοσύνη
και να τρώνε αμέριμνα το καρπούζι τους και να τρέχουν τα ζουμιά χωρίς να τα νοιάζει -
και τότε θα μπορούσαν να ζήσουν.


φωτογραφία: Κατερίνα Ατσόγλου [Αρχαίο Λιμάνι Κεγχρεών]



Λευτέρης Πούλιος ~ Από τη συλλογή Το αλληγορικό σχολείο, 1978

ΤΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΑ φιλιά μας

μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον έναν απ' τον άλλον.
Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σαν ναυαγός
ν' αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.



(Από τη συλλογή Το αλληγορικό σχολείο, 1978)






[Egon Schiele, The kiss 1911]

Νίκος Βαραλής ~ 3 Ποιήματα

 

 ΥΠΟΨΙΑ ΦΩΤΟΣ

Είμαι η βρύση ενός γυμνού διαλόγου που δεν έγινε ποτέ.
Είμαι το βουνό μιας άδειας προσμονής
Δεν γνώρισα ποτέ τον ήχο, ούτε μια νότα δεν πρασίνισε
 
Ξέρω από πηγάδια, από φωνές
από μια άδεια απόφαση δεν νικήθηκα ποτέ
στάθηκα στον στρατηγό Ανδρούτσο
αλλά ήταν καλοκαίρι
και η πληγή ήταν ωμή
 
Κόπηκε το σκοινί και βρέθηκα όρθιος
κάτω από την Ακρόπολη.
καμιά πολεμική μηχανή
μια διάθεση μόνο λούνα παρκ
μια παραίτηση από το είναι,
πώς να το ορίσεις;
 
Την ώρα που τρως παγωτό μεσημέρι
στην άνω πολίχνη του μυθιστορήματος
αφηγούμαι την σιωπή,
το γυμνό λαιμό του δαιμόνιου σπίνου
την φλόγα μιας φαντεζί λαίδης Χαβισαμ
αλλά στο λέω δεν έχουν σχέση τα βιβλία
είναι ο λόγος που συλλέγει, που μαζεύει
αλλά ο λόγος μας δεν έχει νόημα.
 
Όταν σταμάτησα η μουσική είχε φύγει
είχε απομείνει μόνη η νύχτα
από λάσπη πολύ και βούτυρο.
όλα λειώσανε στο φως.
 
 
 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
ΤΟ ΤΩΡΑ
 
Σπουδάσαμε θάνατο στα μουσεία
 
Όταν μας κατάπινε ο ουρανός
Ήμασταν σαν δεμάτια από αστέρια
κι έβρεχε παντού μια απουσία.
 
Στις λαμαρίνες τώρα ακούγεται η βροχή
και είναι σαν να παίζει μια παλιά ταινία
Τότε στα όνειρα βλέπαμε μικρά παιδιά
αλλά τώρα είμαστε εμείς το παιδί
μέσα στα άδεια δωμάτια του χώρου
στα ηδονικά σεντόνια
που γίνονται σάβανα στιγμών.
 
«Τι θέλεις να πεις;»
Θέλω να πω ότι γυρνάς και ξαναγυρνάς
στα ίδια δωμάτια
στα άδεια δωμάτια των ονείρων σου
αλλά το παρελθόν είναι ανύπαρκτο
μια κατασκευή απλή, της θλίψης σου.
 
Το μέλλον σου είναι ένα άδειο σπίτι
που αυτή την στιγμή αγοράζεις τα έπιπλα του
Το μέλλον είναι μια νοσταλγία αυτού που πέρασε
και δεν θα έρθει πια, ποτέ.
 
Βγες έξω στην αυλή του χρόνου
εκεί που ο χρόνος δεν ορίζεται
Μην γράφεις ποιήματα
όλα είναι εδώ σε αυτή την στιγμή
κι ο θάνατος στο τώρα δεν υπάρχει.
 
 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Τώρα που ξέρω ότι η πιθανότητα μιας άνοιξης
δεν κρύβεται εις τας εποχάς
τώρα καταλαβαίνω ότι μέσα μου
έχουν κατοικία πολλά σκυλιά.

Τα βράδια κυρίως, αλυχτούνε μεγαλοφώνως
παραμορφώνοντας το τοπίο
τοποθετώντας θάλασσα
εκεί που έπρεπε να υπάρχει ουρανός

Τα πρωινά τα σκυλιά είναι ήσυχα
τρέφονται από είδωλα
από στρεβλές εικόνες
κυρίως από αυτό που ονομάζουν οι άλλοι
πραγματικότητα.

Απέναντί τους στέκεται πάντα
ένας δυσερμήνευτος Θεόφιλος
μέγας Αλέξανδρος των ονείρων μας
αυτός που καταπίνει με το πινέλο του
κάθε σκυλίσια μας φιλοδοξία.

Κυκλοφορεί με την φουστανέλα του λερή
κατουρώντας τα χρώματα
που φτιάχνουν ουρανούς,
κατουρώντας τα ωραία ηλιοτρόπια
που σκύβουν στο μέσα μέρος των ονείρων μας.
Εμείς είμαστε η απόληξή του
που ταξιδεύει συνεχώς
στα αγύρευτα της ιστορίας παροράματα.

Είμαστε το όνειρο ενός ζωγράφου
είμαστε το βλέμμα του τριαντάφυλλου
και των καλών σκυλιών του ήλιου.
Είμαστε η τρομαγμένη ιδέα του τίποτα
η στολισμένη με ωραίες εικόνες.

Όμως είμαστε και η νέα ανατολή
αυτή που μέσα στο κενό της ύπαρξης
ξέρει να ζωγραφίζει με λέξεις
ενα απίθανο βλέμμα γεμάτο με παιδιά
που χορεύουν καταμεσής στον ήλιο.
 
 
 
Φωτ. Νίκος Βαραλής

 
 
 
 
 

Ελένη Νανοπούλου

Έκοβε φέτες λεπτές τα λεμόνια, πολύ προσεχτικά και τις έβαζε σε ένα ποτήρι με νερό και πάγο και φρεσκοκομμένο δυόσμο από τον κήπο του. Μιλούσε για τη Ρόζα του, για τα λεπτά της δάκτυλα, τους φίνους αστραγάλους. Διέσχιζε τους κήπους βόρεια και ανατολικά και νότια και δυτικά, όλο δυτικά.

Με έχασα… είπε, «πήγα σε ένα Βουδιστικό μοναστήρι στο Κι της Ινδίας και σε ένα Σέρβικο στην Οστρότσκα Γκρέντα, κατέληξα στο Oxtotipac, στο Μεξικό, έφερα ότι κομποσκοίνι και πετρούλα μπορείς να φανταστείς. Η Ρόζα… έχει συλλογή από κομποσκοίνια και πέτρες, πολλά από αυτά είναι σε κούτες στην αποθήκη.
Καθόλου σώμα| κομμάτια βράχου και ο βράχος στο χώμα-άργιλος
καθόλου μάτια | δεν θα γεράσουν-είπε- και κλάψαμε εκεί-που λείπουν
μα κάτι εύθραυστο εκεί | και ούτε μια φορά από τότε-φιλί
Σαν κάποιος-λέει-σαν κάποιος να ξεκολλάει τα σχήματα
Εν τω μεταξύ-
η αφήγηση είχε κήπους και σώματα με κοιλότητες που συγκρατούν ανέμους
κατά τόπους είχε εποχές και ήχους και εκρήξεις και ένα άσπρο φόρεμα
πολύ χαμηλά ξαπλωμένο
ένα πλάσμα λίγο στο φως
λίγο στη σκιά
και μια μικρή βροχή
Αυτή η ψίχα της γης τι όμορφα που πλέει σαν ρούχο λινό.





Φωτογραφία: Ελε.Να. 2024









Εκκρεμότητες ~ Γρηγόρης Σακαλής

 

Σ’ ένα δωματιάκι
μ’ έναν φεγγίτη
διάγω τον βίο μου.
Ιδέες μεγάλες
οράματα ζωντανά
σχεδόν πραγματικά
δεν περιορίζεται
η ψυχή
ούτε φυλακίζεται
ολετήρας ο χρόνος
ψυχών και σωμάτων
με καταπίνει και μένα
στα βάραθρα της ανυπαρξίας
μα πρώτα έχω
κάποιες εκκρεμότητες να κλείσω
να γράψω
ν’ αγαπήσω
να ζήσω.


φωτ. @Erina Espiritu


Ανοιξιάτικες φωτογραφίες ~ Ηλίας Μάρκος


Μην στέλνεις άλλες ανοιξιάτικες φωτογραφίες
τα λίγα τους αγριολούλουδα μαράθηκαν αργά
μέσα στον απόκοσμο και βροχερό τους φόντο
διαιωνίστηκαν σπαρμένα στον υποσχετικό ορίζοντα
με τα θαμπά τους ανοιξιάτικα σημάδια
εδώ τώρα αρχίζει μια περίοδος ξηρασίας
με απρόσμενες κι ανισόρροπες καθημερινές βροχές
και μ’ ένα άνυδρο και θολό ρέμα
να κατατρώει αργά το χωμάτινο ρούχο μας
μια παρατεταμένη κι απροσδιόριστη αναμονή
να συντροφεύει τις μέρες μας
έτσι λοιπόν μη στέλνεις τ' απολιθώματα του καιρού
σφάλματα φωτός κι άλλα παράπονα κι ανησυχίες
μονάχα κοίτα την κάθε στιγμή στα μάτια
κι όπου κι αν βρεθείς άπλωνε το βλέμμα τριγύρω
ας πούμε αγκάλιασε τον κόσμο σε μια ματιά
δες τα πρώτα φανταχτερά βερίκοκα στο πιάτο
και δίπλα την κούπα με τον φρέσκο καφέ
το κλωνάρι του βασιλικού που μιλάει με το γυαλί
χαμογέλα δίπλα στον σκοτεινό βλέμμα του γείτονα
κι ας μην ήταν ποτέ εκεί κοντά
λόγω μοναξιάς κι άλλα διάφορα τέτοια
ντύσε με τα δροσερά κύματα της αιώνιας θάλασσας
κι αυτό το μακρύ κι άγνωστο καλοκαίρι.



Φωτογραφία: Ηλίας Μάρκος 



Με Κυκλώνει Απόψε ~ Ιωάννου Γιώργος

 

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά.
Θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Mε ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Tο παίρνει, το αιωρεί πάνω απ' την πόλη.
Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.
Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.


(από Tα Xίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα, Kέδρος 1988)






Ιωάννου Γιώργος, «Με κυκλώνει απόψε», Διαγώνιος, τχ. 1 (Ιανουάριος-Ιούνιος 1959), σ. 4

@erina espiritu











Ανήξεροι ~ Γιώργος Μπακλάκος


Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι.

Μόνο σημάδι ενθύμησης η Ακρόπολη

που στέκει πάνω απ’ τη Νεκρόπολη.

Οι σοφοί κουκουλωμένοι στο πιθάρι,

εγώ στο πληκτρολόγιο κάνω το παλικάρι

κάθε μέρα περισσότερο κραυγάζω

να πείθομαι πως έτσι αλλάζω.

Θα φύγω δίχως να περάσω απ’ την ευθύνη

κατηγορώντας άλλους που τίποτα δεν έχει γίνει

αδιαφορώντας για το μόνο που άφησα σημάδι

της ιστορίας πως ήμουνα το ξεφτισμένο υφάδι.

Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι.






Συμπόσιο - Ερρίκος Μπελιές


Χορέψανε τον κόρδακα οι εταίρες
επιπλέον ήταν και το μεθύσι
οι σκλάβοι με τα κεφάλια και τα φρύδια ξυρισμένα
κάποια κουβέντα για τη φοβερή επιδημία
που 'πεσε πρόσφατα. - Τίποτα ιδιαίτερο είπαν -
έπειτα η γαλήνη της εσπέρας νότιας πολίχνης
και συριακά δαμάσκηνα και φρούτα εξωτικά.
Χαλαρωμένοι όλοι τονίζοντας τα επίκτητα
- η φυσική πορεία των σωμάτων προς τις εκβολές -
Αλλά τα φιλιά λίγα. Μετρημένα .
Γιατί η αγάπη δεν είναι ποτέ συναλλαγή.


Από τη συλλογή Οι Δίαυλοι, Κέδρος 1980



Ερρίκος Μπελιές (1950 - 19 Απριλίου 2016)


Ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυθος ~ Διονύσιος Σολωμός

 ΚΕΦ. 2 ~

Ο Ιερομόναχος πολεμάει να παρηγορηθεί

 

    1. Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό και παρμένο.
    2. Και το στήθος σκεδόν πάντα σημαδεμένο από τες αβδέλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και αποκάτου εκρεμόντανε δυο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.
    3. Και αυτό το μικρό κορμί επερπατούσε γοργότατα, και οι αρμοί της εφαινόντανε ξεκλείδωτοι.
    4. Είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού, και έβλεπες ένα μεγάλο μάκρο, αν εκοίταζες από την άκρη του πηγουνιού ώς την άκρη του κεφαλιού,
    5. εις την οποία ήτανε μία πλεξίδα στρογγυλοδεμένη, και αποπάνου ένα χτένι θεόρατο.
    6. Και όποιος ήθελε σιμώσει την πιθαμή για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελ' έβρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.
    7. Και το μάγουλό της εξερνούσε πάντα σάγριο, πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.
    8. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για ν' αναγελάσει τους άλλους, και έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια που εσμίγανε με τα απάνου πού 'τανε λευκότατα και μακρία.
    9. Και μ' όλον πού 'τανε νια, οι μηλίγγοι και το μέτωπο, και τα φρύδια, και η κατεβασία της μύτης γεροντίστικα.
    10. Πάντα γεροντίστικα, όμως ξεχωριστά όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξί μελετώντας την πονηρία.
    11. Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο.
    12. Και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.
    13. Και μες στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι που σ' έκανε να στοχαστείς, ότι η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την τρικυμίσει.
    14. Και τούτη ήταν η κατοικιά της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής.
    15. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας.
    16. Και όταν εμιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φήμη του ανθρώπου, έμοιαζε η φωνή της με το ψιθύρισμα του ψαθιού πατημένο από το πόδι του κλέφτη.
    18. Και όταν εμίλειε δυνατά εφαινότουνα η φωνή της, εκείνη οπού κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους.
    19. Και μ' όλον τούτο, όταν ήτουν μοναχή επήγαινε στον καθρέφτη και κοιτώντας εγέλουνε και έκλαιε.
    20. Και εθάρρειε πως είναι η ωραιότερη απ' όσες είναι στα Εφτάνησα.
    21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγενα και αδέλφια, επιδέξια σαν το Χάρο.
    22. Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της, εξύπναε τρομασμένη.
    23. Ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά, της ετραβούσανε πάντα τα σωθικά,
    24. σαν τα βρωμόπαιδα της γειτονιάς, τα βλέπεις ξεντερολοϊσμένα και λερωμένα, να σημαίνουν τα σήμαντρα του πανηγυριού, και βουρλίζουν τον κόσμο.
 
 
 
 Εδώ σταματάει, κάπως απότομα, το δεύτερο κεφάλαιο, αφήνοντας έξι σελίδες άγραφες.
Το επόμενο κεφάλαιο, ο Σολωμός το είχε αριθμήσει ― συμβατικά, λέει ο Πολίτης ― πρώτα 18ο και αργότερα 20ό. Ένα είναι βέβαιο: αρχικά, το κεφάλαιο που θα διαβάσουμε τώρα, περιλάμβανε 50 παραγράφους, τις οποίες κατόπι ο Σολωμός υποδιαίρεσε σε 11 + 38 παραγράφους, δημιουργώντας έτσι δύο ανισομεγέθη κεφάλαια.
 
 
 
Σωτήρης Σόρογκας, εικονογράφηση για τη Γυναίκα της Ζάκυθος (χειμώνας 1997) [πηγή: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Λυκείου]        

 
 
 
 https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=3527

Αγαπημένες Αναρτήσεις