Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυθος ~ Διονύσιος Σολωμός

 ΚΕΦ. 2 ~

Ο Ιερομόναχος πολεμάει να παρηγορηθεί

 

    1. Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό και παρμένο.
    2. Και το στήθος σκεδόν πάντα σημαδεμένο από τες αβδέλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και αποκάτου εκρεμόντανε δυο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.
    3. Και αυτό το μικρό κορμί επερπατούσε γοργότατα, και οι αρμοί της εφαινόντανε ξεκλείδωτοι.
    4. Είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού, και έβλεπες ένα μεγάλο μάκρο, αν εκοίταζες από την άκρη του πηγουνιού ώς την άκρη του κεφαλιού,
    5. εις την οποία ήτανε μία πλεξίδα στρογγυλοδεμένη, και αποπάνου ένα χτένι θεόρατο.
    6. Και όποιος ήθελε σιμώσει την πιθαμή για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελ' έβρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.
    7. Και το μάγουλό της εξερνούσε πάντα σάγριο, πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.
    8. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για ν' αναγελάσει τους άλλους, και έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια που εσμίγανε με τα απάνου πού 'τανε λευκότατα και μακρία.
    9. Και μ' όλον πού 'τανε νια, οι μηλίγγοι και το μέτωπο, και τα φρύδια, και η κατεβασία της μύτης γεροντίστικα.
    10. Πάντα γεροντίστικα, όμως ξεχωριστά όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξί μελετώντας την πονηρία.
    11. Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο.
    12. Και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.
    13. Και μες στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι που σ' έκανε να στοχαστείς, ότι η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την τρικυμίσει.
    14. Και τούτη ήταν η κατοικιά της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής.
    15. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας.
    16. Και όταν εμιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φήμη του ανθρώπου, έμοιαζε η φωνή της με το ψιθύρισμα του ψαθιού πατημένο από το πόδι του κλέφτη.
    18. Και όταν εμίλειε δυνατά εφαινότουνα η φωνή της, εκείνη οπού κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους.
    19. Και μ' όλον τούτο, όταν ήτουν μοναχή επήγαινε στον καθρέφτη και κοιτώντας εγέλουνε και έκλαιε.
    20. Και εθάρρειε πως είναι η ωραιότερη απ' όσες είναι στα Εφτάνησα.
    21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγενα και αδέλφια, επιδέξια σαν το Χάρο.
    22. Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της, εξύπναε τρομασμένη.
    23. Ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά, της ετραβούσανε πάντα τα σωθικά,
    24. σαν τα βρωμόπαιδα της γειτονιάς, τα βλέπεις ξεντερολοϊσμένα και λερωμένα, να σημαίνουν τα σήμαντρα του πανηγυριού, και βουρλίζουν τον κόσμο.
 
 
 
 Εδώ σταματάει, κάπως απότομα, το δεύτερο κεφάλαιο, αφήνοντας έξι σελίδες άγραφες.
Το επόμενο κεφάλαιο, ο Σολωμός το είχε αριθμήσει ― συμβατικά, λέει ο Πολίτης ― πρώτα 18ο και αργότερα 20ό. Ένα είναι βέβαιο: αρχικά, το κεφάλαιο που θα διαβάσουμε τώρα, περιλάμβανε 50 παραγράφους, τις οποίες κατόπι ο Σολωμός υποδιαίρεσε σε 11 + 38 παραγράφους, δημιουργώντας έτσι δύο ανισομεγέθη κεφάλαια.
 
 
 
Σωτήρης Σόρογκας, εικονογράφηση για τη Γυναίκα της Ζάκυθος (χειμώνας 1997) [πηγή: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Λυκείου]        

 
 
 
 https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=3527

Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος

  Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.

Ευαγγελία Τάτση ~ Ποιήματα

  ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ Ένα σμήνος πουλιά που έχασε τον δρόμο του βρίσκεται τώρα μέσα στο κεφάλι μου άκου, μου λένε αυτός ο άχρηστος άνεμος δεν βγάζει πουθενά έξω δεν έχει βορρά ούτε και νότο καλύτερα εδώ στη λιμνοθάλασσα ας είναι.     ~~~       Το Καλοκαίρι βαρέθηκε φέτος να μας εγκαταλείψει και το Φθινόπωρο βαρέθηκε να μας βρει. Μια φίλη μου βαρέθηκε τελικά να βγει απ' το σπίτι αν και πολύ θα ήθελε να με δει. Κάτι σταγόνες βροχής άραξαν πάνω στα σύννεφα το μεσημέρι γιατί βαρέθηκαν να πέσουν. Σε μια ξένη χώρα ένας πόλεμος συνεχίζεται χρόνια λες και οι άνθρωποι βαρέθηκαν να ζουν. Ένα πεινασμένο σκυλί βαρέθηκε να γαυγίζει κι άρχισε να κλαίει. Ένας ηλικιωμένος τραγουδιστής έβγαλε καινούργιο δίσκο γιατί βαρέθηκε να πεθάνει. Ένας πεθαμένος προφήτης αναστήθηκε να πει τις ίδιες προφητείες γιατί βαρέθηκε ξαπλωμένος τόσα χρόνια στο χώμα. Όσο για μένα βαρέθηκα όλες τις λέξεις. Όσο για μένα γράφω αυτό το ποίημα σαν να πνίγομαι. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο πνιγμένος απ' ...

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Στη Μαρία Λουίζα (Shew) ~ Edgar Allan poe [Μετάφραση Μήτσος Παπανικολάου, εκδόσεις Σμίλη] σελ.161

  Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την      αυγή απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η      νύχτα το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι      της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-      θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-      νηθήτω φως!" να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το       σεραφικό βλέμμα των ματιών σου, απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-      μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-      ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-      τόν, απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι      το πνεύμα του επ...