Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νίκος Βαραλής ~ 3 Ποιήματα

 

 ΥΠΟΨΙΑ ΦΩΤΟΣ

Είμαι η βρύση ενός γυμνού διαλόγου που δεν έγινε ποτέ.
Είμαι το βουνό μιας άδειας προσμονής
Δεν γνώρισα ποτέ τον ήχο, ούτε μια νότα δεν πρασίνισε
 
Ξέρω από πηγάδια, από φωνές
από μια άδεια απόφαση δεν νικήθηκα ποτέ
στάθηκα στον στρατηγό Ανδρούτσο
αλλά ήταν καλοκαίρι
και η πληγή ήταν ωμή
 
Κόπηκε το σκοινί και βρέθηκα όρθιος
κάτω από την Ακρόπολη.
καμιά πολεμική μηχανή
μια διάθεση μόνο λούνα παρκ
μια παραίτηση από το είναι,
πώς να το ορίσεις;
 
Την ώρα που τρως παγωτό μεσημέρι
στην άνω πολίχνη του μυθιστορήματος
αφηγούμαι την σιωπή,
το γυμνό λαιμό του δαιμόνιου σπίνου
την φλόγα μιας φαντεζί λαίδης Χαβισαμ
αλλά στο λέω δεν έχουν σχέση τα βιβλία
είναι ο λόγος που συλλέγει, που μαζεύει
αλλά ο λόγος μας δεν έχει νόημα.
 
Όταν σταμάτησα η μουσική είχε φύγει
είχε απομείνει μόνη η νύχτα
από λάσπη πολύ και βούτυρο.
όλα λειώσανε στο φως.
 
 
 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
ΤΟ ΤΩΡΑ
 
Σπουδάσαμε θάνατο στα μουσεία
 
Όταν μας κατάπινε ο ουρανός
Ήμασταν σαν δεμάτια από αστέρια
κι έβρεχε παντού μια απουσία.
 
Στις λαμαρίνες τώρα ακούγεται η βροχή
και είναι σαν να παίζει μια παλιά ταινία
Τότε στα όνειρα βλέπαμε μικρά παιδιά
αλλά τώρα είμαστε εμείς το παιδί
μέσα στα άδεια δωμάτια του χώρου
στα ηδονικά σεντόνια
που γίνονται σάβανα στιγμών.
 
«Τι θέλεις να πεις;»
Θέλω να πω ότι γυρνάς και ξαναγυρνάς
στα ίδια δωμάτια
στα άδεια δωμάτια των ονείρων σου
αλλά το παρελθόν είναι ανύπαρκτο
μια κατασκευή απλή, της θλίψης σου.
 
Το μέλλον σου είναι ένα άδειο σπίτι
που αυτή την στιγμή αγοράζεις τα έπιπλα του
Το μέλλον είναι μια νοσταλγία αυτού που πέρασε
και δεν θα έρθει πια, ποτέ.
 
Βγες έξω στην αυλή του χρόνου
εκεί που ο χρόνος δεν ορίζεται
Μην γράφεις ποιήματα
όλα είναι εδώ σε αυτή την στιγμή
κι ο θάνατος στο τώρα δεν υπάρχει.
 
 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Τώρα που ξέρω ότι η πιθανότητα μιας άνοιξης
δεν κρύβεται εις τας εποχάς
τώρα καταλαβαίνω ότι μέσα μου
έχουν κατοικία πολλά σκυλιά.

Τα βράδια κυρίως, αλυχτούνε μεγαλοφώνως
παραμορφώνοντας το τοπίο
τοποθετώντας θάλασσα
εκεί που έπρεπε να υπάρχει ουρανός

Τα πρωινά τα σκυλιά είναι ήσυχα
τρέφονται από είδωλα
από στρεβλές εικόνες
κυρίως από αυτό που ονομάζουν οι άλλοι
πραγματικότητα.

Απέναντί τους στέκεται πάντα
ένας δυσερμήνευτος Θεόφιλος
μέγας Αλέξανδρος των ονείρων μας
αυτός που καταπίνει με το πινέλο του
κάθε σκυλίσια μας φιλοδοξία.

Κυκλοφορεί με την φουστανέλα του λερή
κατουρώντας τα χρώματα
που φτιάχνουν ουρανούς,
κατουρώντας τα ωραία ηλιοτρόπια
που σκύβουν στο μέσα μέρος των ονείρων μας.
Εμείς είμαστε η απόληξή του
που ταξιδεύει συνεχώς
στα αγύρευτα της ιστορίας παροράματα.

Είμαστε το όνειρο ενός ζωγράφου
είμαστε το βλέμμα του τριαντάφυλλου
και των καλών σκυλιών του ήλιου.
Είμαστε η τρομαγμένη ιδέα του τίποτα
η στολισμένη με ωραίες εικόνες.

Όμως είμαστε και η νέα ανατολή
αυτή που μέσα στο κενό της ύπαρξης
ξέρει να ζωγραφίζει με λέξεις
ενα απίθανο βλέμμα γεμάτο με παιδιά
που χορεύουν καταμεσής στον ήλιο.
 
 
 
Φωτ. Νίκος Βαραλής

 
 
 
 
 

Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

Ήταν Μάιος ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες οφειλές να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου. Τις Κυριακές κοιτάζω τις βιτρίνες, μοιάζουν κουρασμένες γυναίκες που προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ άπλυτα και να ταιριάξουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Κάποιες Κυριακές τουλάχιστον θυμάμαι τον πατέρα ν’ ανάβει μια φωτιά κι εμείς ν’ απλώνουμε τα χέρια· ήταν Μάιος κι εγώ χαμογελούσα.     Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, Αθήνα 2024, [σελ.42]  

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου. Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη. Κι εγώ… που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω, είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι, δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!» πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου. Καντήλι ανάβω στον ωκεανό προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου. Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου ήρθες με χέρια ματωμένα και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου. «Μάνα» σου φώναζα «Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω». Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο τα μάτια μαυρισμένα τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα. Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω μου κλέψανε τη νιότη μου. «Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε» η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή μην τρομάζεις με τον άνθρωπο και τις υπεκ...

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

  Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο. Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569                         Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα,  Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020] Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής κι εμείς στις όχθες παίζοντας   τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες   σε κυνηγούσα κι έτρεχες σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας μέχρι που κάποια στιγμή θα γίνω πηγή μού φωνάζεις μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα κι εσύ αμέσως άφαντη   από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα έρχομαι αφρισμένος να σε βρω ~~~ Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, ...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.