Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου


Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν

κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις

κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου.

Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν

πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου

τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη.


Κι εγώ…

που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω,

είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι,

δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!»

πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου.

Καντήλι ανάβω στον ωκεανό

προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου.


Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου

ήρθες με χέρια ματωμένα

και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου.

«Μάνα» σου φώναζα

«Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω».


Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου

γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο

τα μάτια μαυρισμένα

τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα.


Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου

κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου

δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω

μου κλέψανε τη νιότη μου.


«Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε»

η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή

μην τρομάζεις με τον άνθρωπο

και τις υπεκφυγές του.


Tote Mutter, του Egon Schiele




«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)


Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985


Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;»
Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό.
Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.


~~~ 



Ευγενίας μνήμη ~ Νικηφόρος Βρεττάκος 

Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης
όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν
τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν,
την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει
ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.
 
(Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι
που γράφω εναντίον της νύχτας).

Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976)



~~~



Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου

Είδα τη μητέρα
Χαμογελούσε
Είχε κόκκινα μαλλιά


Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;
Έγινα πιά χρόνος
Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος
Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό 
και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε
Ο χρόνος είναι κόκκινος
Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο


Ύστερα ήρθαν τα πουλιά
κι ο ουρανός χύθηκε
στο δωμάτιο


Η πόρτα άνοιξε και ρώτησα πάλι
Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα;


Τότε
Ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε
και σήκωσε ψηλά το τελευταίο 
φύλλο
ήταν κι εκείνο κόκκινο
σαν το φως που άγγιξε
ήσυχα
όλο το δωμάτιο


Στο μονοπάτι των σκύλων, εκδ. Περισπωμένη 


~~~



Τα παλιά μου ρούχα ~ Αθανασία Δρακοπούλου
Μητέρα! Εσύ φταις που σκότωσα
όλες τις γυναίκες μέσα μου, για να μάθω
τη λειτουργία της ανάσας .
Κι έπειτα
τόσο κουράγιο πού βρέθηκε
για ν' αναστηθούν μόνο εκείνες .
Που έπεφταν , έπεφταν, έπεφταν,
πάνω μου, έπεφταν
έπεφταν πάνω μου στοργικά
σαν ρούχα μαλακά, ποτισμένα με το άρωμα
της λεβάντας ,απελευθερώνοντας
όλο το βάρος κι όλο το παράπονο
των αδικοχαμένων.

Οι Αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου, Εκδόσεις Τύρφη.



~~~


" Τ ο β α θ ύ π η γ ά δ ι τ ο υ σ π ι τ ι ο ύ μ ο υ" ~ Καίτη Παυλή


".....Πλιν- πλιν-πλιν, πλαν-πλαν! Χτυπήματα πλήκτρων ενός αόρατου πιάνου οι πρώτες σταγόνες της βροχής από την οροφή στο πάτωμα και να σε λίγο μια μικρή λιμνούλα λάμπει μες στη σκοτεινιά μ’ ένα φως απροσδόκητο και μ’ ανταριάζει. Σαν οφθαλμαπάτη, αλλά ακουμπώ τα δάχτυλά μου πάνω και είναι νερό. Νερό που ανταυγάζει φως. Ναι, είναι εκεί μια στρογγυλή απλωσιά νερού. Κοιτάζομαι στο σκοτεινό καθρέφτη της επιφάνειας που ανοίγει σιγά-σιγά τον κύκλο και βαθαίνει, βαθαίνει συνεχώς, και φως ανεβαίνει απ’ το απίθανο βάθος που δημιουργείται με τρόπο θαυμαστό μπρος στα μάτια μου. Ένα πηγάδι! Ένα πηγάδι με άνοιγμα όσο το άνοιγμα των χεριών με χείλος από μαύρες άγριες πέτρες.
Ακουμπώ τα χέρια μου και σκύβω να δω το βάθος του. «Κατέβα!» ακούω μια φωνή υποβλητική. Μα πώς να κατεβώ; Τρομάζω. Κατέβα, κατέβα, κατέβα ακούω τη φωνή, πολλαπλασιασμένη ηχώ από τα έγκατα. Σκύβω ξανά και βλέπω τις προεξοχές στο κοίλο εσωτερικό του τοίχωμα, προεξοχές που σχηματίζουν σχεδόν μια κλίμακα. Περνώ τα πόδια προς τα μέσα, γαντζώνομαι κι αρχίζω μετά φόβου την κατάβαση.
Η ψυχή φτερουγίζει εντός μου για το θαυμαστό φαινόμενο. Κατεβαίνω πατώντας στις πέτρες που εξέχουν και φτάνω ανέλπιστα σ’ ένα άνοιγμα. Γλυκό φως ξεχύνεται από το εσωτερικό του. ...

... Μένω μαρμαρωμένη και πριν προλάβω να πω κάτι σηκώνονται ένας- ένας και φεύγουν. Σηκώνονται ψηλά σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο και χάνονται. Μένει μόνο η μάνα μου και μ’ ένα νεύμα με καλεί να την ακολουθήσω. Προηγείται κρατώντας στο χέρι της ένα κερί κι αναπάντεχα εμφανίζεται μπροστά μας ένα σκοτεινό άνοιγμα με μια σκάλα που οδηγεί προς τα κάτω. Τρομάζω, αλλά ακολουθώ βήμα-βήμα προσεχτικά. Και να που φτάνουμε σ’ έναν πάμφωτο χώρο με κόσμο πολύ και μουσικές. Είναι η μεγάλη κάμαρα του σπιτιού μας με τα τρία παράθυρα, αυτή που είχαμε ως σάλα τον παλιό καλό καιρό. Γυναίκες άντρες και μικρά παιδιά κάθονται ολόγυρα, στον καναπέ, στις πολυθρόνες και τις καρέκλες της τραπεζαρίας. Κοπέλες με το δίσκο στα χέρια κερνούν τον κόσμο φοντάν, αμυγδαλωτά κι άλλα γλυκά. Στο κέντρο του καναπέ κάθεται μια νόστιμη μελαχρινή με σγουρά μαλλιά. Φορά ένα μακρύ μεταξωτό φόρεμα με δαντέλες πλούσιες στο γιακά και στα μανίκια με ροζ κεντημένα τριανταφυλλάκια στο κορσάζ και διάσπαρτα στο υπόλοιπο φόρεμα. Αναγνωρίζω τη μητέρα μου νέα με το όμορφο νυφικό της φόρεμα. Μικρή με μάγευε και το θαύμαζα όταν άνοιγε το μπαούλο. Είναι η μέρα του γάμου της λοιπόν..."


" Φύσηξε αγέρας και σκόρπισαν", εκδ. Παρέμβαση, 2023



~~~



γιώργος Α Κωνσταντίνου 



Περσεφόνη Σαράντα Κιλών ~ Άννα Γρίβα [καρυοθραύστις τχ21, Μάρτιος 2026, σ.244]

 


Αν εκείνη κατόρθωσε

με έξι σπόρους ροδιού

να διαβεί του θανάτου την πύλη

και να γίνει βασίλισσα

τότε γιατί να μην μπορέσω εγώ

να επιζήσω

μασώντας σιωπηλά

τους καρπούς των ανέμων

τα φύλλα των αόρατων δέντρων μου

τα κλωνάρια του τίποτα;


Ύστερα αν μου πουν

πως δεν γίνεται χωρίς κρέας

χωρίς ψωμί

χωρίς κάτι στέρεο στο αίμα μου

θα καλέσω με τα δυο χέρια μου

σφικτά ενωμένα

του Άδη τη νύφη.

Εκείνη θα ξέρει 

πώς ν' ανασάνει μυστικά 

μέσα στο στόμα μου 

το σκοτεινό της φαγητό

να τραφώ λίγο ακόμη

να μείνω στην ύλη

στη βαρύτητα

να μην ίπταμαι καθώς περπατώ.


Η αρπαγή της Περσεφόνης, Niccolò dell’ Abbate.




Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]


Ποιητού το ήθος


Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι
από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό
τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο
ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι


Μόνο αυτό θα έχεις
των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή
πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι


Ευχή κι όχι κατάρα
με μια ελάχιστη φωνή
το πιο βαρύ στα ποιήματα 
φορτίο που σηκώνεις


Ήθος του ποιητή
το άχθος του ανθρώπου 



~~~



Στο μέτρημα


Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής
αργοσαλεύοντας
νυχτερινά ομοιώματα
γκρίζες σκιές
απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας
ώς το ξημέρωμα


'Έπειτα
πολύ προσεκτικά το μέτρημα
μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν
με τους παρόντες
οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν


Στο τέλος πια σαν αποκάμουν
πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν
μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά
και θριαμβεύσει ο θάνατος


~~~



Συνωμοσία


Παμπάλαια μήτρα
απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα

Κι ο απόηχος
μιας τελειωμένης μέρας

Παράξενα μπερδεύονται 
συνομιλούν κρυφά

Απ' έξω με αφήνουνε
απ' την κλειστή συνωμοσία


[χάνεται πνίγεται ο ήχος της κραυγής κι απομένει 
ο ψίθυρος πόνου παλιού και βιωμένου σημάδι
απομεινάρι σιωπής πριν πολύ πιο πριν κι απ' τη
ζωή την ίδια]









ΕΡΓΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Φωτεινή Χαμιδιελή, Βυθός, μεικτή τεχνική, 50χ40 εκ.








Βασίλης Παχουνδάκης ~ Ανοιχτά της Χίου



φωτογραφία :Βασίλης Παχουνδάκης 




Ανέφικτο το παρόν
που αλαλάζοντας αποδεκατίζει
με χειρονομίες
και κραυγές τις μέρες
και τις νύχτες μου.
Αστόχαστα έψαξα στα συρτάρια
να βρω την κλεμμένη μου παρηγοριά κύλισα  σαν έρεβος 
στο πάτωμα χάνοντας ένα μέρος της φαντασίας μου, μη θέλοντας να κρατήσω άλλο σιγή ιχθύος,
πούλησα την τελευταία μου φωνή
σε παραπλαίοντα  σκάφη της ακτοφυλακής για να σηκώσουν
τη σημαία του φόνου που έρχεται
και ξαναέρχεται φλεγόμενη
στις ακτές.


~ ~ ~


Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
γιατί
δεν θέλω
να θυμάμαι
την βρεγμένη
ανάσα σου
ούτε
την φτωχή σου
από
αγάπη μυρωδιά.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
κι ίσως να έρθω
να καθίσω
στα πόδια σου
σαν τότε μικρό παιδί
που αρνήθηκες
να μου πεις
το παραμύθι
συγχωρώντας
το λάθος μου.
Έλα μάνα γνέψε μου
από μακρυά
για να αφήσουν
να λυθούν τα μάγια
της ύπαρξης μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου από μακρυά
γιατί δεν μπορώ να έρθω
...τα δικά μου παιδιά
φωνάζουν βοήθεια
για να σωθούν
από την θλίψη
που προκαλούν
οι βιτρίνες
του πάθους μου.
Έλα μάνα
γνέψε μου
από μακρυά
κι ίσως βρεθώ
έξω
από την πόρτα
των χρόνων σου
και δεν θα
χρειαστεί
να χτυπήσω
ξέρω θα έχεις
το κλειδί
πάνω
στο πρεβάζι
στην γλάστρα
με τους μπαξέδες ,
και θα μπω
και θα καθίσω
δίπλα
από την σόμπα
που έσβηνε
τα χάδια
της νύχτας.
Έλα μάνα..
μάνα Μήδεια
μάνα Εκάβη
...έλα
στη μήτρα
που σε ανάθρεψε.
Έλα μάνα
για να ξεχάσω
το φόβο
του φόβου μου.
Έλα μάνα
 μάνα
της μάνας μου
που αγκιστρώθηκα
στην κλαρωτή  σου
φούστα
φωνάζοντας
 με μια άηχη 
κραυγή.
Έλα βρε μάνα
γνέψε  μου
από μακρυά
και 'γω
θα σβήσω
από την
μνήμη μου
τα θύματα
του χρέους σου
που φόρτωσες
σε μένα.
Μάνα....
έλα μάνα
που είσαι μάνα
της Ηλέκτρας
και της Αντιγόνης
της Ιφιγένειας,
της Λίτσας ,
της Κούλας ,
του Ορέστη,
του Κωστή
μάνα της αγωνίας
ενός κρεβατιού
ετοιμοθάνατου θανάτου
...ενός Έρωτα
μάνα....
Μάνα ....
γνέψε  μου ..
Φιμώθηκε
η αήθεια σου
στη στάχτη σου.
και το πρόσωπό σου
Μάνα ......
Μαμά....
Θύμωσα ..μάνα !!!


~ ~ ~ 


ξέρεις ρε γαμώτο  θέλω να σου μιλήσω να σου ακουμπήσω την μιλιά μου μέσα στο δικό σου στόμα να γευτώ το σάλιο σου στον ουρανίσκο να νιώσω τις τελευταίες στιγμές του φαγητού ή του κρασιού που είχες πιει , να προσαρμόσω τις λέξεις μου ώστε να χωρούν στα δικά σου χείλη και στη μικρή εσοχή της γλώσσα σου και μετά να μιλήσουμε την ίδια γλώσσα με τις ίδιες φράσεις που θα έχουν πολλά φωνήεντα και διφθόγγους και σύμφωνα που δεν θα συμφωνούν με εμάς αλλά εμείς θα είμαστε πάντα ένα βήμα μπροστά από την καρδιά μας.
ξέρεις ρε γαμώτο θέλω και να σε ακούσω να  μου μιλάς ,ακόμα πιο πολύ να μου λες για πράγματα που δεν θα φανταζόμουν ότι υπάρχουν αλλά που εσύ έχεις βιώσει και ζήσει και θέλω μετά να φανταστώ ότι κάπου εκεί ανάμεσα σε όλα αυτά θα υπάρχω  και γω έτσι περαστικός σαν από σκιά , και να έρχεσαι να με αγκαλιάζεις ακουμπώντας το κεφάλι σου στο δικό μου στήθος ακροβατώντας ανάμεσα στους δυο μου κόσμους , αλλά εμείς θα είμαστε μαζί και ένα βήμα μπροστά από την καρδιά μας.


~ ~ ~ 


Συνήθως κάτι ψυθιριζε,
κάτι που έμοιαζε μ ‘ευχή,
σαν πρωινό τάμα,
πριν χαθεί το καϊμάκι
πριν σβήσει η τελευταία αχτίδα
που έσπαγε το τζάμι,
για να χωρέσει στην χαραμαδα
που είχε για καρδιά.


~ ~ ~ 


Δεν χορταίνουν τα μάτια
και σα σπασμένα κλαριά
αφήνονται στο έλεος του καιρού.
Χάθηκαν οι λέξεις
κάτω από τη γλώσσα
αφήνοντας ακάλυπτα τα δόντια.
Αχυράνθρωποι είναι
με σπασμένες ραχοκοκαλιές.


~ ~ ~


Ποτέ δεν θα σωθούμε
μια αλλαξιά είμαστε.
Μέσα σε δανεικά ρούχα,
και αποτεφρωμένες ανάσες,
κι είναι αχόρταγη η μέρα
που με τρώει σιωπηλά,
κι ύστερα με ξερνάει
εξίσου αχόρταγα.
Έλα όμως
που εγώ βολεύτηκα,
στο αναπηρικό αμαξίδιο
της καρδιάς μου!













Πηνελόπη Αλεξίου ~ Millennials [Χρονικό βιωμάτων μιας γενιάς σε κρίση]


Η ΜΟΝΑΔΑ 


Τα βήματά μου δεν μετρώ στον διάδρομο

δεν υπάρχει η αίσθηση του χρόνου

τα παράθυρα με τα αγκάθια στις σιδεριές τους 

σκίζουν τα πνευμόνια μου 

και το μυαλό μου μονάχα σκέφτεται

πού να βρίσκεται - άραγε;- το νήμα της προγιαγιάς

για να πλέξει κασκόλ

μια αγκαλιά - παρηγοριά της διάγνωσης


ο αέρας μυρίζει φωτιά

βλέπω χρώματα τρέχουν έξω απ' τα δωμάτια των νοσοκομείων

μου φιλούν τους ώμους και γεμίζω εξανθήματα

τώρα έχω την εξήγησή μου

ξέρω γιατί βλέπω θολά

κι ο κόσμος κινείται με τρέμουλο

σε αποχρώσεις μαύρου και άσπρου


δε ξέρω αν εκείνη είν' ένα μωρό που γέννησα εγώ

ή αυτό με γέννησε παρά τη θέλησή μου

φωλιάζει στο σώμα μου

ενίοτε εγώ στην αγκαλιά της

κι όταν ανοίγει την κοιλιά της για να μπω

δεν είμαστε πια δυο

είμαστε σύνολο

μία ομάδα

μία μονάδα

που δεν διάλεξα.


~~~


Η ΡΥΤΙΔΑ


We are not victims of our own bodies

we are survivors of how you trear us.

Andy Jackson,  "Listen"


Όλες εκείνες οι ζωές που δεν μπόρεσα να ζήσω

εγκλωβισμένη σε συμβάσεις με ωρομίσθια,

που αποστραγγίζουν τη δύναμη να περπατώ μ' αυτοπεποίθηση,

και κλειδωμένη σε κελιά μ' εργατοώρες σπαταλημένης νιότης, 

με συνάντησαν σήμερα το μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς,

κρυμμένη στο μπάνιο για να βάλω τα κλάματα

από την πίεση

στην οποία τα αγχολυτικά απέκτησαν ανοσία.


Με συνάντησαν σήμερα το μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς,

σκεπτόμενη αν θα ρίξω νερό στο πρόσωπό μου

και χαλάσει το μακιγιάζ της δυναμικής εργαζόμενης  

που πρέπει να τα κάνει όλα σωστά

και να φέρει στο σπίτι λεφτά

για να παίρνει ακριβά πατέ στον γάτο.


Με συνάντησαν σήμερα το  μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς,

καθώς τα πόδια μου έσερνα

σαν θανατοποινίτες 

που ετοιμάζονται να δουν 

τηλεόραση

ή 

τον άλλον κόσμο.


Με συνάντησαν σήμερα το μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς

που επινόησα,

για να ξεφύγω από το λάπτοπ

που μου τηγάνισε τα μάτια

και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,

στον καθρέφτη του μπάνιου της δουλειάς,

στο διάλειμμα που επινόησα


με κοίταξα

και τότε είδα 

μια ρυτίδα χωρίς τέλος και αρχή

να διαπερνά το πρόσωπό μου,

να ξεκινά απ' το τριχωτό της κεφαλής

και να φτάνει ως το τελευταίο δάχτυλο του ποδιού μου.


Η ρυτίδα 

με είχε κόψει στα δυο.


~~~


ΒΗΤΑ


Βούλιαξαν βάρκες

βομβάρδισαν βρέφη


βοήθεια, βοήθεια


βρεγμένες βαλίτσες

βεβιασμένοι βίοι


βοήθεια, βοήθεια


βρομάνε βόθροι

βρέχει βιτριόλι


βοήθεια, βοήθεια


βυζαίνουμε βάσανα

βουρκώνουμε

βουτήξαμε βαθιά


βοήθεια.





Josef Bartuska - 1930s


Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

 

ΑΝΗΔΟΝΙΑ

Η εμμονή με το τέλος

δεν με αφήνει να χαρώ,

με τρώει και χορταίνει

κερνά θυμό την ψυχή μου.


Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία,

τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη

ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη.


Τρεις μέρες μετά

εμφανιζόταν μπροστά μου,

ζήταγε να βουτήξω

στην τρύπα της αμφιβολίας

με ρούφαγε η δίνη της

κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς.


Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία

μου δίνει φιλιά προδοσίας

με παραδίδει έρμαιο

μου φορά κόκκινη χλαμύδα

και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά.



Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024



Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)  του Ζαν Μπρόκ.
Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.



Λάζαρος και Λαζαράκια ~ Ξανθίππη Λευθεριώτου

 ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΑΙ ΛΑΖΑΡΑΚΙΑ


Σα σήμερα 

ζήτησες να σε φασκιώσω

 σφιχτά 

 και με φαρδιές λωρίδες

 διπλής κατεύθυνσης 

ταχείας κυκλοφορίας.


Να βάλω για θήλαστρο

τον ένα μου μαστό 

και να κατέβω 

Χρόνια πολλά στα υπόγεια 

τροφός και ιέρεια μαζί 

της αναπαραγωγής θεραπαινίδα

Μάνα, μητέρα, μαμά .


Στην κουζίνα η μαγείρισσα 

σου έβαλε

δύο γαρύφαλλα για μάτια 

μια σταφίδα για στόμα 

Κι έκρυψε τα χέρια σου 

Στο ζυμάρι 


Να μη φτάνεις τα μαχαίρια ψηλά 

Μη σ αρπάξουνε ξίφη και βόλια. 


Σε 'ψησαν στους 180' C.

Σε μισή ώρα είχες βγει

κυκλοφορούσες ελεύθερος 

Και με την άδειά Του δηλαδή.


Από τότε δεν άνοιξες το στόμα

Να μας πεις

Ούτε τί είδες- ούτε τί άκουσες -

εκεί κάτω.


Έδινες μόνο κάθε που στη ζητούσαν 


Τη συνταγή. 


 Ξ .Λευθεριώτου 4/4/2026 

 ΣΆΒΒΑΤΟ Του Λαζάρου




Έργο: Ξ.Λ "Αναστάσεις " ακρυλικά και κολάζ σε καμβά. ( λεπτομέρεια)

Λάζαρος ~ Μίλτος Σαχτούρης

 

«Είν’ όλα νέα σήμερονέτος δωρήματα ελπίδεςκαι μόνον την καρδίαν μουαρχαίαι δέρουν καταιγίδες» 


Βροχή μες στις στοές βροχήχαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνηταμε παγωμένα πόδιαγιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρόςφωτογραφίες θάνατοι ελπίδες


Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου

Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρεσου κάνουν δώρο έναν τόπο μακρινόένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνεςένα λιβάδι τρομερό
σήκω από το κρεβάτι ΛάζαρεΛάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέΛάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξηςγίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουναςαγάπησε τη ζωή


«Είν’ όλα νέα σήμερον»γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρόςφωτογραφίες θάνατοι ελπίδες«και μόνον την καρδίαν μουαρχαίαι δέρουν καταιγίδες»


The Raising of Lazarus after Rembrandt, 1890 by Vincent van Gogh






πηγή: https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=2750#

Αγαπημένες Αναρτήσεις