Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πηνελόπη Αλεξίου ~ Millennials [Χρονικό βιωμάτων μιας γενιάς σε κρίση]


Η ΜΟΝΑΔΑ 


Τα βήματά μου δεν μετρώ στον διάδρομο

δεν υπάρχει η αίσθηση του χρόνου

τα παράθυρα με τα αγκάθια στις σιδεριές τους 

σκίζουν τα πνευμόνια μου 

και το μυαλό μου μονάχα σκέφτεται

πού να βρίσκεται - άραγε;- το νήμα της προγιαγιάς

για να πλέξει κασκόλ

μια αγκαλιά - παρηγοριά της διάγνωσης


ο αέρας μυρίζει φωτιά

βλέπω χρώματα τρέχουν έξω απ' τα δωμάτια των νοσοκομείων

μου φιλούν τους ώμους και γεμίζω εξανθήματα

τώρα έχω την εξήγησή μου

ξέρω γιατί βλέπω θολά

κι ο κόσμος κινείται με τρέμουλο

σε αποχρώσεις μαύρου και άσπρου


δε ξέρω αν εκείνη είν' ένα μωρό που γέννησα εγώ

ή αυτό με γέννησε παρά τη θέλησή μου

φωλιάζει στο σώμα μου

ενίοτε εγώ στην αγκαλιά της

κι όταν ανοίγει την κοιλιά της για να μπω

δεν είμαστε πια δυο

είμαστε σύνολο

μία ομάδα

μία μονάδα

που δεν διάλεξα.


~~~


Η ΡΥΤΙΔΑ


We are not victims of our own bodies

we are survivors of how you trear us.

Andy Jackson,  "Listen"


Όλες εκείνες οι ζωές που δεν μπόρεσα να ζήσω

εγκλωβισμένη σε συμβάσεις με ωρομίσθια,

που αποστραγγίζουν τη δύναμη να περπατώ μ' αυτοπεποίθηση,

και κλειδωμένη σε κελιά μ' εργατοώρες σπαταλημένης νιότης, 

με συνάντησαν σήμερα το μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς,

κρυμμένη στο μπάνιο για να βάλω τα κλάματα

από την πίεση

στην οποία τα αγχολυτικά απέκτησαν ανοσία.


Με συνάντησαν σήμερα το μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς,

σκεπτόμενη αν θα ρίξω νερό στο πρόσωπό μου

και χαλάσει το μακιγιάζ της δυναμικής εργαζόμενης  

που πρέπει να τα κάνει όλα σωστά

και να φέρει στο σπίτι λεφτά

για να παίρνει ακριβά πατέ στον γάτο.


Με συνάντησαν σήμερα το  μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς,

καθώς τα πόδια μου έσερνα

σαν θανατοποινίτες 

που ετοιμάζονται να δουν 

τηλεόραση

ή 

τον άλλον κόσμο.


Με συνάντησαν σήμερα το μεσημέρι,

στο διάλειμμα της δουλειάς

που επινόησα,

για να ξεφύγω από το λάπτοπ

που μου τηγάνισε τα μάτια

και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,

στον καθρέφτη του μπάνιου της δουλειάς,

στο διάλειμμα που επινόησα


με κοίταξα

και τότε είδα 

μια ρυτίδα χωρίς τέλος και αρχή

να διαπερνά το πρόσωπό μου,

να ξεκινά απ' το τριχωτό της κεφαλής

και να φτάνει ως το τελευταίο δάχτυλο του ποδιού μου.


Η ρυτίδα 

με είχε κόψει στα δυο.


~~~


ΒΗΤΑ


Βούλιαξαν βάρκες

βομβάρδισαν βρέφη


βοήθεια, βοήθεια


βρεγμένες βαλίτσες

βεβιασμένοι βίοι


βοήθεια, βοήθεια


βρομάνε βόθροι

βρέχει βιτριόλι


βοήθεια, βοήθεια


βυζαίνουμε βάσανα

βουρκώνουμε

βουτήξαμε βαθιά


βοήθεια.





Josef Bartuska - 1930s


Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος

  Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.

Στη Μαρία Λουίζα (Shew) ~ Edgar Allan poe [Μετάφραση Μήτσος Παπανικολάου, εκδόσεις Σμίλη] σελ.161

  Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την      αυγή απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η      νύχτα το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι      της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-      θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-      νηθήτω φως!" να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το       σεραφικό βλέμμα των ματιών σου, απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-      μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-      ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-      τόν, απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι      το πνεύμα του επ...

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

  Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο. Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569                         Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα,  Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020] Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής κι εμείς στις όχθες παίζοντας   τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες   σε κυνηγούσα κι έτρεχες σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας μέχρι που κάποια στιγμή θα γίνω πηγή μού φωνάζεις μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα κι εσύ αμέσως άφαντη   από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα έρχομαι αφρισμένος να σε βρω ~~~ Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, ...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα

Η ΑΠΌΦΑΣΗ Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω. Πνεύμα λειψό εξυψωμένο πολυσχιδής πώληση ψυχής. Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι. Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου. Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη. Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα. Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα και στη θλίψη της Οφηλίας. Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω. ΝΗΝΕΜΊΑ Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου. Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία. Μπορούν άραγε οι σελίδες όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο να γίνουν ο κυματοθραύστης; Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ Βαραίνει απόψε το φεγγάρι τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν η πόλη και πάλι ασθμαίνει. Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά αναπάντητες κλήσεις ...

Ο έρωτας ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  Ο έρωτας δεν ρωτά. Δεν ζητά το λόγο ευγενικά. Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά. Δεν υπολογίζει λογικές. Ζει κάτω από χόρτα ξερά έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου. Ο έρωτας έρχεται... Σκαρφαλώνει στα πόδια σου τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου κατακτά τα φρούρια σπάει τις πανοπλίες. Σε γυμνώνει. Σε αποτελειώνει. Σε συνθλίβει. Σε αφήνει μόνο. Συμβολισμοί, εκδόσεις Βακχικόν, σελ.25