Όταν τα δέντρα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων ~ Αργύρης Χιόνης

Θα 'ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.



Jan Mankes (Dutch,1889-1920) View from the Studio in Eerbeek 1917


Ανδρέας Δαβουρλής ~ Τέσσερα Ποιήματα

Φωτογραφία/Danny de Jong

 

Άγγελοι


Άγγελοι κυκλώνουν τη γυμνή ψυχή μου 

που ξερόφυλλο γίνηκε 

την φυσάει ο γεροάνεμος και χορεύει.

Άγγελοι παίρνουν στα χέρια τη ψυχή μου 

την οδηγούν στα άγια των αγίων

σε κόλπους γαλάζιους μυστικούς 

σε θαλασσόδερτο ασκηταριό ερημοκλήσι.

Εκεί που κανένας άξιος από μόνος του να πάει

στη λογική την αναίμακτη μυσταγωγία.

Εκεί που ανταμώνονται όλες οι θάλασσες 

και κοινωνούν η μια την άλλη. 

Εκεί που των νεφελών το φέγγος

δοξολογεί τον Έναν

κι εκείνος γίνεται αμνός 

και διαμοιράζεται σε όλους ανεξαιρέτως 

Για μια και μοναδική φορά στη ζωή μας

σε μυστικούς κόλπους κρυσφήγετα του νου 

Ατενίζοντας τις μαγικες ανατολές της νέας εποχής 

της συστολής και της συνομωσίας 

Καντηλανάφτης, προσέχω τα κεριά του κόσμου 

στο μανουάλι των στεναγμών.

Αγρυπνώ πάνω απ τα παρακάλια 

και τα δάκρυα των παιδιών, των ψυχών 

των φτωχών και των κατατρεγμένων 




Ας πιούμε 


Ας πιούμε απόψε 

στις μέρες της επιτυχίας 

της χαράς 

στην ευτυχία της υπερβολής 

μη με ρωτάς 

Ας πιούμε 

δεν ξέρω πια 

τι πρέπει να σου πω 

τι περιμένω να γίνει 

Ας πιούμε 

κι ας χαρούμε

αναίτια όλο το βράδυ 

θα βρούμε αύριο γιατί 

Και το πρωί

όταν κοιτάξουμε ξανά 

τη θλίψη του σύννεφου

ας βουτηχτούμε πάλι

στο κλάμα




Έραναν το στεναγμό 

με μυροβόλα νιότη 

ο αγέρας μοσχοβόλησε

χαμόγελο κι άνθια λεμονιάς 




Ένας κύκλος απόψε-

Χριστούγεννα 


Ένας κύκλος απόψε η Σελήνη 

ένα αλώνι 

ένας βράχος μετέωρος 

με μιαν αυλή ολόγυρα 

γιομάτη ξερά φύλλα 

ορφανά όνειρα πεταμένα 

χεράκια παιδικά ξυλιασμένα

Χειμώνας

καταμεσής της αυλής

ένα κορίτσι συλλογάται 

κι αγάλι αγάλι 

ανθίζουν τα νιάτα του

σαν ρόδα 

Δεκέμβρης

Παράμερα άγγελοι πρόβα κάνουν 

το χρυσαφιά τους ωσσανά 

κι εμε στο στήθος μου ακουμπά 

ο μικρός  Χριστός 

πριν μπει στη φάτνη

ταπεινός 

σαν στεναγμός βαθύς 

το μέλλον βλέπει 

τη θυσία 




Ενα  βότσαλο μικρό

στην άκρη της θαλάσσης

στα  κύματα γίνηκε παιχνίδι

πάει κι έρχεται 

στο χάδι του ήλιου λάμπει

βουλιάζει στη χρυσή την άμμο

σταματά,

λαχανιασμένο ξεφυσά...

εν άλλο κύμα μωρό 

το παίζει το σπρώχνει 

κατρακυλά

παιχνίδι αέναο 

στης ροδοάνοιξης την ακροθαλασσιά




Βιωματικό 


Είναι κάτι νύχτες που ακουμπούν 

με θλίψη οι στιγμές

κοντά στο παράθυρο

Σιμά στην απόγνωση

μια δρασκελιά απ το χαμό

Θυμάμαι τότες

όλες εκείνες τις στιγμές τις άνυδρες 

κι όλα τα αρμυρά μου βράδυα.

´Όλες τις σκέψεις 

τις μαύρες σκέψεις 

της σιωπής 

-στα σκοτεινά υπερώα του νου 

πήγαν κρύφτηκαν-

Για μια απόδραση ηρωική 

έναν τίμιο κι αντάξιο  θάνατο 

ας πούμε.

Αλλόκοτο παράλογο ίσως μοιάζει τώρα 

μα κει στις τρύπες του μυαλού 

-τις σμιλεμένες με τη σμίλη 

της αφόρητης οδύνης-

μαζι με ασταμάτητες ροές δακρύων 

ακουμπά τούτο το βράδυ 

αποσταμένη η ψυχή μου.

Με Στεφάνι δάφνης και μυρτιάς 

στολισμένο θάτανε  τότες

 το κεφάλι ενός μάρτυρα 

το κεφάλι μου 

Κι από μέσα ολοζώντανο 

θα τρεχε αίμα καυτό 

θα δρόσιζε το μαρτύριο μου 

Στην εξώδιο λαμπρή πορεία 

δικαιωμένος 

με τις τελευταίες νότες 

μιας ανυπότακτης κραυγής 

αρχαίου πάθους στο στόμα 

Σαν άσωτος υιός που απόσωσε 

το τελευταίο γεύμα του 

η σαν μια πόρνη 

σε άλλη μια προσπάθεια 

απέλπιδα για μετάνοια.

Μυστικώς εικονίζοντες

τα χερουβιμ

λίγο πριν τη μετάληψη 

φορούσα χιαστί το ωράριο 

κι είχα τα χέρια μου 

ενωμένα να λάβω την εσχάτη 

εκλεκτή μερίδα 

Αφήνοντας έτσι παρακαταθήκη 

γράφομαι στη σειρά 

στο καταστίχι 

να λαβω αντιδωρο δικαιοσύνης

Μήπως γίνω δεκτός

και εισέλθω στην 

όμορφη σάλα της γιορτής 

Που θα μοιραστεί ξανά και ξανά 

το σώμα Του

κι αξόδευτη θα ναι η χαρά 

Ενώ άγγελοι θα τραγουδούν

με σάλπιγγες χορδές και όργανα

αίνους δοξαστικούς.

Συνοδειά γλυκιά παντοτινή

με βιολιά τύμπανα και χορούς ως το τέλος

λάμψεις αστραπών οδηγητές

σ’ ευρύχωρους Ουρανούς δικαιοσύνης.





Ανωνύμου αναλογιζομένου... ~ Ιωάννης Παπαπανάγου [Περιήγηση]

Έχουμε πολλά να πούμε

για τις ομπρέλες
που δήθεν μας προστάτευαν
απο δεινά
που έφερνε ο καιρός,
από το φως
που δεν ερχόταν,
από σύννεφα άτολμα
που υπόσχονταν βροχές.


Έχουμε πολλά να πούμε
για ανθρώπους
που στάθηκαν στο πλάι μας
στις δύσκολες ημέρες,
για εκείνους
που αδιάφοροι προσπέρασαν,
για όσους περιμέναμε
αλλά δεν ήρθαν,
για ό,τι αγαπήσαμε με πάθος.


Για εικόνες
κι εντυπώσεις,
για μνήμες,
που βαθιά ριζώσανε,
έχουμε πολλά να πούμε...


φωτ. του ιδίου



Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά ~ Γιάννης Καρκανέβατος

 [Το ασημένιο τάλιρο]

Τους έδειχνε το ασημένιο τάλιρο στη χούφτα του. Μετά την έκλεινε σφιχτά και τους προκαλούσε, έναν έναν, όποιον πίστευε πως μπορούσε με τη δύναμή του να την ανοίξει και να το κάνει δικό του. Αν δεν το κατάφερναν, του έδιναν κάποιες δραχμές, αποδεχόμενοι την ήττα τους. Να ήταν τα μονότονα τοπία της Ανατολίας και η βαρεμάρα του στρατοπέδου ή η επιθυμία να αγωνιστείς για ένα λάφυρο που την επαύριο ίσως και να σου ήταν άχρηστο; Φαντάζομαι τον παππού μου τον Κρητικό, από τη μεριά της μάνας μου, στο Εσκίσεχιρ και στο Αφιόν Καραχισάρ, με το χέρι τεντωμένο μπροστά, μανίκι σηκωμένο-τίμιες δουλειές, και τη χούφτα κλειστή. Οι φλέβες καλογραμμένες, τα κλειδιά του θησαυροφυλάκιου. Οι άλλοι να πλησιάζουν διστακτικά.
Στην αρχή κόντραρε με το ασημένιο νόμισμα τους φαντάρους μόνο στη σκηνή, αλλά τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και μετά από λίγο δεν υπήρχε κανείς στο στρατόπεδο που να μην είχε ήδη δοκιμάσει ή να μην ήθελε. Θα μπορούσε κάλλιστα να προσκαλεί και να προκαλεί χωρίς τίποτα στη χούφτα. Μια άδεια χούφτα που γεννάει δραχμές. Η πίστη στο ασημένιο τάλιρο τραβούσε σαν μέλι τις μύγες. Ύστερα από λίγους μήνες το έμαθαν και στα άλλα τάγματα. Μάλιστα, είχε διαδοθεί η φήμη πως το τάλιρο αντικαταστάθηκε από μια μικρή πλάκα χρυσού, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση του αντίτιμου συμμετοχής.
Ουδέποτε έχασε ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν. Αντίθετα, έλεγε πως εξοικονομούσε ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Πολλές φορές, παιδί, με θυμάμαι να πλησιάζω στις μύτες των ποδιών, κοντά στον καναπέ που ξάπλωνε για τον μεσημεριανό του ύπνο. Τοποθετούσα τον δείκτη στο μέσο της παλάμης του και πίεζα ελαφρά, δοκιμάζοντας τη σκληράδα της. Άλλες φορές διέτρεχα τις φλέβες στο επάνω μέρος του χεριού, τα δέλτα που ξεχύνονταν. Δεν διέκρινα κάποια διαφορά από άλλα χέρια που άρμεγαν τη γη ή όργωναν τη θάλασσα. Τα απογεύματα με έπαιρνε και πηγαίναμε μακρινές βόλτες. Εκείνο τον χειμώνα είχα διδαχτεί στο σχολείο για τα μόρια και τα άτομα, την ασυνέχεια του κόσμου μας και προσπαθούσα να τα μοιραστώ μαζί του. Του έλεγα πως η ύλη αποτελείται από μόρια και αυτά από άτομα. Τα άτομα έχουν πυρήνα, πρωτόνια και νετρόνια, ενώ τα ηλεκτρόνια γυρίζουν τρελαμένα γύρω τους, σε απομακρυσμένη τροχιά. Χρησιμοποιούσα το παράδειγμα του δασκάλου με το δάσος και τα δέντρα. Ενώ από μακριά φαίνεται συμπαγές, πλησιάζοντας κανείς διαπιστώνει ότι υπάρχουν δέντρα διακριτά και αέρας ανάμεσά τους. Αυτός με κοίταζε με βλέμμα θαυμασμού και απορίας ταυτόχρονα. Μάλλον αναρωτιόταν πώς στη Μικρά Ασία οι σφαίρες δεν περνούσαν απ’ αυτό το κενό που του δίδασκα και επέμενα ότι είναι κυρίαρχο, αλλά πετύχαιναν τα δέντρα. Και τα μαχαίρια γνώριζαν πάντα τον δρόμο για το αίμα. Με κοίταζε μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα και σώπαινε.
Αργότερα, όταν θα διάβαζα Ιστορία, θα μάθαινα για την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, και θα καταλάβαινα πως η χούφτα του παππού δεν έκρυβε κανένα ασημένιο τάλιρο. Ούτε πλάκα χρυσού. Στην πραγματικότητα, έκρυβε τον ίδιο του τον εαυτό και όλους τους άλλους συμπολεμιστές του. Και δεν μπόρεσε να κρατηθεί κλειστή. Κι όταν άνοιξε, όλοι διαπίστωσαν πως ήταν άδεια.




 Βιβλιοπωλείον της Εστίας







Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα


Η ΑΠΌΦΑΣΗ

Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω.


Πνεύμα λειψό εξυψωμένο

πολυσχιδής πώληση ψυχής.

Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις

και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι.


Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου.

Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη.

Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας

στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα.

Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα

και στη θλίψη της Οφηλίας.


Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω.




ΝΗΝΕΜΊΑ

Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα

κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους

κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις

κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος

κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου.


Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία.

Μπορούν άραγε οι σελίδες

όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι

που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα

κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο

να γίνουν ο κυματοθραύστης;





Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ

Βαραίνει απόψε το φεγγάρι

τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν

τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν

η πόλη και πάλι ασθμαίνει.

Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά

αναπάντητες κλήσεις ψαύουν το ρόπτρο

ο κρότος σημαίνει τη λήξη

ο Βαρδάρης φέρνει τα νέα.


Αθώα η νύχτα σκοντάφτει.


 Από την ποιητική συλλογή “Την ημέρα που ερχόμουν”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2025





~~~~~~


ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


έκτακτα meetings


Τίποτε άλλο δεν φοβάμαι.

Παρά μονάχα σφίγγομαι

εκείνες τις Δευτέρες

που στέλνει e-mails η θύμηση

ζητώντας έκτακτα meetings

και τρέχω εγώ να συμμαζέψω

τον διασκελισμό, μην μου ξεμυτίσει

και βρεθεί στην ημερήσια διάταξη.




νεκρές θάλασσες


Κάποιες νύχτες

οι κόρες

αμφιταλαντεύονται

απ’ τη μια γωνιά στην άλλη

μέχρι που ρευστοποιείται ένα κομματάκι ίριδας

και βρίσκει διέξοδο στ’ αφτιά μας

όπου λιμνάζει, σχηματίζοντας νεκρές θάλασσες.

Έτσι το πρωί τηλεφωνούμε στο γραφείο

επικαλούμενοι οξεία ωτίτιδα

ενώ είναι απλώς ο φλοίσβος

που αφαιμάσσει τον ύπνο μας

κι εμείς που επιπλέουμε σε σεντόνια νωπά.



~~~~~~


Ο Γιώργος Μουφτόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2000, όπου ζει και εργάζεται. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ποιήματα και μεταφραστικές δοκιμές του έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά όπως: Fractal, Περί ου, Χάρτης, Ποιείν και Culturebook.


Η ποιητική συλλογή Την ημέρα που ερχόμουν είναι το πρώτο του βιβλίο.




Να ‘Μουν Του Σταύλου Έν’ Άχυρο ~ Κωστής Παλαμάς

 

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι
κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.



Εγκαυστική εικόνα από τη Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά 7ος αι. μ.Χ.


Ιωάννης Παπαπανάγου ~ Περιήγηση

 Θα πρέπει να το συνηθίσουμε. Οι κοινότητες αργά στην αρχή (πριν εξήντα χρόνια), με μεγάλη ταχύτητα την τελευταία δεκαετία, μαραζώνουν. Φαίνεται πως ο υπαρκτικός τους τρόπος έχει εκλείψει, δεν έχει δηλαδή ανάγκη ο ένας τον άλλο με τον τρόπο δηλαδή της καθολικής, μεταξύ των μελών της κοινότητας, δέσμευσης.

Η μετανεωτερικότητα έχει δημιουργήσει άλλον υπαρκτικό τρόπο, μονήρη και σκληρό, μέσα σε απρόσωπες πόλεις.
Δεν έχει αλήθεια ανάγκη ο ένας τον άλλο; Προς τι τότε οι εκκλήσεις για ενσυναίσθηση; Και πώς αυτή όταν δεν βλέπεις το προσώπου του άλλου και την ανάγκη του; Με τα... social;
Οι κοινότητες δεν έχουν πλέον νόημα, παρά μόνο ως αναμνήσεις. Αυτές τις αναμνήσεις προσπαθούμε με κάθε τρόπο να κρατάμε ζωντανές. Ας σωθεί, ό,τι είναι δυνατόν...
Καλημέρα, καλή εβδομάδα, καλά Χριστούγεννα!
(Στη φωτογραφία μου μνημείο, με το παρακείμενο μνημείο της φύσεως να το παραστέκει)


φωτογραφία: του ιδίου 


Χειμώνας - Μίλτος Σαχτούρης


[Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο (1958)]

Τί ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια
τί τέλεια που μαραθήκαν
και αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους
με μια φοβισμένη καρδιά χελιδονιού
χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια
γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό
δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό
κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα
αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή
απελπισμένη
μοιράζοντας τις ομπρέλες της
τα κάστανα θα τη ζηλέψουν
και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές
θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι
αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια
αυτός που πουλάει τις ζεστές ζεστές προβιές
αυτός που πουλάει το καυτό σαλέπι
κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι
για τις φτωχές καρδιές


René Zuber April Weather, 1930s


Ν.Γ. Λυκομήτρος ~ 3 Ποιήματα

Αυτοί που δεν έχουν φωνή


Δεν θα τους δούμε στα σπαρακτικά επετειακά ντοκιμαντέρ.

Δεν θα ακούσουμε τις συγκινητικές ιστορίες

των συγγενών και των φίλων τους

διότι αυτοί δεν μιλούν αγγλικά.

Δεν θα χτίσουν μνημεία για το χαμό τους

κι ούτε θα υπάρχει κάποια ημερομηνία 

για να θυμόμαστε τον θάνατό τους,

διότι αυτοί συνεχίζουν να πεθαίνουν καθημερινά.

Θα δούμε μόνο μια φευγαλέα εικόνα τους

στα δελτία ειδήσεων των οκτώ

και, ίσως, τη φωτογραφία τους

στα περιοδικά της Δύσης

να είναι υποψήφια για κάποιο βραβείο.

Μονάχα το βλέμμα τους 

θα μένει καρφωμένο στη μνήμη μας

και θα διαπερνά τη συνείδησή μας.


Αυτοί, βλέπεις, δεν έχουν φωνή.





Οι δραπέτες του Σαββατοκύριακου 

Στη μνήμη του J.-L. Godard

«ΟΥΡΕΣ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΩΝ ΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ
ΣΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΟΔΟΥΣ»

Οι μικροαστοί αναζητούν το ύστατο καταφύγιο
στις πατρογονικές εστίες
και στις αναμνήσεις ενός παρελθόντος
που δεν υπήρξε ποτέ!

«ΒΑΡΥΣ Ο ΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ
ΤΟΥ ΔΙΗΜΕΡΟΥ»

Μηχανοκίνητα όνειρα αγορασμένα με δανεικά
μετατρέπονται σε φέρετρα από λαμαρίνα

«Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΚΔΡΟΜΕΩΝ»

Ανώμαλη προσγείωση στην καθημερινότητα
μέχρι την επόμενη ψευδαίσθηση απόδρασης.



Η συνωμοσία των τριών 

Μια μήτρα δανεική
αυτό ήσουν και τίποτα παραπάνω.
Ένα θύμα της συνωμοσίας των τριών.
Δύο χιλιάδες χρόνια μετά
κι ακόμα υπομένεις καρτερικά
και παίζεις τον ρόλο σου.
Δεν κουράστηκες ακόμα
να είσαι ο κομπάρσος της υπόθεσης;
Δεν το καταλαβαίνεις
ότι σε χρησιμοποίησαν;
Παρένθετη μητέρα.
Μια μήτρα δανεική! 


Λιγες Και Μια Νυχτες - Ισίδωρος Ζουργός (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 Την άνοιξη του 1909, ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαµίτ ο Β΄ εξορίζεται στη Θεσσαλονίκη και µένει έγκλειστος σε µια εντυπωσιακή έπαυλη. Εκεί, σύµφωνα µε το µυθιστόρηµα, θα διηγείται για λίγες νύχτες σ’ ένα µικρό κορίτσι τη ζωή του. Ένα εντεκάχρονο όµως αγόρι κρυφακούει… Εβδοµήντα χρόνια μετά, θα υπάρχει ακόµη µια νύχτα, µάλλον µια ζωή ολόκληρη σε µία µόνο νύχτα. Άλλωστε στον 20ό αιώνα αργούσε συχνά να ξηµερώσει. Το Λίγες και µία νύχτες, µε άξονα την ερωτική ιστορία που φωλιάζει στην καρδιά της αφήγησης, εξιστορεί µια περιπέτεια για το κυνήγι του πλούτου και την αναζήτηση της ευτυχίας. Το βιβλίο αναπλάθει µια µαγευτική συνοικία έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, αυτή των Εξοχών, που έσβησε για πάντα. Είναι ακόµη µια γραφή για τα σπίτια, φτωχικά και πλούσια, για το µέσα και το έξω τους, για τους τοίχους και τα έπιπλα όπου υφαίνονται οι ανάσες ζώντων και τεθνεώτων. Το Λίγες και µία νύχτες εµπεριέχει ακόµη κατά κάποιον τρόπο τον σχολιασµό του, διερωτάται πίσω από την κουίντα για τα άγονα χωράφια της γραφής, τα εργαστήριά της, τις αστοχίες και τα πάθη της, είναι µε άλλα λόγια το κοίταγµα του ίδιου του µυθιστορήµατος στον καθρέφτη. Πέρα όµως και πάνω απ’ όλα είναι ένα βιβλίο για την ανήκεστο βλάβη της ύπαρξης, αυτήν που προκάλεσε ο πιο δηµεγέρτης αιώνας, ο εικοστός.


Εκδόσεις: Πατάκης





Σιωπηλά αλλά λαλίστατα ~ Ειρήνη Βεργοπούλου

 

Εχθές, 28 Οκτωβρίου, σε επίσκεψη σε σπίτι υπεραγαπημένης φίλης στην πανέμορφη γειτονιά του Υμηττού, και περπατώντας για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες επί της οδού Κολοκοτρώνη, στις παρυφές του πάρκου Άρη Αλεξάνδρου, διότι για δεκαετίες διεσχιζα μόνο με το αυτοκίνητο το δρόμο αυτό, είχα την ευλογία της "συναντησης" με τις δύο λαβωμένες μεν, αλλά ακόμα ωραιότατες αυτές κυρίες, στολίδια της περιμέτρου του πάρκου, τις οποίες ίσως πια ελάχιστοι προσέχουν και χαιρετούν, αυτες όμως δεν σταματούν να νεύουν στον διαβάτη, υπομονετικά, καρτερικά.






φωτ. Ειρήνη Βεργοπούλου

Αγαπημένες Αναρτήσεις