Οδυσσέας Ελύτης ~ Πίνοντας ήλιο κορινθιακό

 

Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά
Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
Ν' ανοίγει.

Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.

 

 

Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος

 

 


 

 

 

 

Λίγο κόκκινο από βελούδο ~ Κωνσταντίνος Γεωργίου

Τὶς νύχτες βρίσκω παρηγοριὰ στὴν ἀγκάλη τοῦ φεγγαριοῦ
ποὺ μπαίνει σὰν διαρρήκτης ἀθόρυβα στὸ σπίτι
ἀπὸ τὸ μισόκλειστο παράθυρο τῆς κρεβατοκάμαρας
ξεδιπλώνοντας πάνω στὸ γυμνὸ κορμί μου τὸ ἀσημένιο σεντόνι τῆς ἀγάπης.
Στὰ φτερά του βόμβοι ἐρώτων ἀνοιγοκλείνοντας τὴν ἀγάπη μας
πάνω στὰ δακρυσμένα βλέφαρα,
στὰ βύθη τῶν ματιῶν σου ἀστερίες σελαγίζουν τὶς κοραλλένιες ἄκρες τους,
τὸ καθάριο νερὸ τοῦ καταρράκτη ἀναταράζει
τὶς δινούμενες ὑπόγειες τῆς ἄνοιξης ὑδρορροές,
λούζει τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τῶν ἔφηβων ὀνείρων στὶς ἀμμουδερὲς ἀκτὲς τοῦ κορμιοῦ μας
μὲ τὸ φυλλορρόημα τῆς ἱερῆς βελανιδιᾶς.
Ἀκολουθοῦμε τὰ χνάρια τοῦ φεγγαριοῦ πάνω στὴν ἄμμο
μέχρι τὴν πλέρια γυμνὴ θάλασσα,
ἀκύμαντη, γαληνὰ γαλανὴ φωνάζει τὰ ὀνόματά μας,
ἐμβάπτιση στὰ νάματα τῆς ἱδρωμένης σάρκας, λαμπηδόνες σὲ σκοῦρο μπλέ,
ἄνθη βανίλιας σκορποῦν ἄτακτα στὸ πάτωμα τοῦ μαρμάρινου ἐξώστη μας
δίπλα στὸ κόκκινο βελουδένιο μαξιλάρι τῆς γιαγιᾶς
μὲ τὴν χρυσοκέντητη κλωστὴ ὁλόγυρα,
κι ἦταν τότε ποὺ ἡ σιωπὴ τῆς νύχτας ἔσπαζε τὰ δεσμά μας.
Ἐκεῖ κάπου στὴν ἄκρη ἑνὸς φύλλου ποὺ ἔπεσε μονάχο του ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
ἀντικρύσαμε γυμνὴ τὴν ἀλήθεια.
 
 

Κωνσταντῖνος Γεωργίου, Σὲ πρῶτο πληθυντικό, Ἰωλκός, 2020
 
 
 
 
Henrie Matisse, Grand interieur rouge, 1948
 
 
 
 
 

 

 

Κατερίνα Ατσόγλου ~ Σκέψεις

 
 
Ακόμα και γυμνή
η τρυφερή σου σάρκα
πιο ιερή φαντάζει
από όλες τις χαρές του κόσμου
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ, εκδόσεις Εκδόσεις Βακχικόν - Vakxikon Publications, 2020

 

 

 

Γυναικείο ειδώλιο παραλλαγής Δωκαθισμάτων  

Πρωτοκυκλαδική ΙΙ - Φάση Σύρου2800 π.Χ. - 2300 π.Χ. 

 

 

 

 


https://cycladic.gr/exhibit/ng0206-ginaikio-idolio-parallagis-dokathismaton?cat=kikladiki-techni&fbclid=IwAR0ISoViPiMDq0lGYDFA8ii1OahM1bjfpIO_oLSrQ0LpDHcz5ONQSHcwdIw

Κυριακή Καρσαμπά - Σχεδόν γυμνή σαν την αλήθεια

 

 

 Μη νομίσετε 

ότι στα ποιήματά μου με συναντάτε

εκεί όπου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο.

Συχνά κρυμμένη είμαι σε μια γωνιά,

γλιστράω στις παύσεις, στ΄αποσιωπητικά...

και ψιθυρίζω λέξεις δυσανάγνωστες.

 

 

~~~

 

 

Ο ήχος της σιωπής

 

Γέμισε τον κόσμο με λέξεις:

Χαμηλόφωνες, ηχηρές, 

θλιμμένες, χαρούμενες, 

επαναστατικές, ειρηνικές,

άγριες, τρυφερές, ερωτικές,

γήινες, ουράνιες.

 

Κι ύστερα αποσύρθηκε

στα ενδότερα

ν' ακούσει τον απόηχο.

 

Μα τι περίεργο, 

άκουσε τον ήχο της Σιωπής! 



~~~



Τρυφερή μοναξιά

 

Τα δώσαμε όλα στην αγάπη!

Και τι κερδίσαμε λοιπόν;

Μα λίγο είναι 

να μπορείς να δακρύζεις

με του αηδονιού την έκσταση,

να μπαίνεις έκθαμβος τα βράδια

στον κήπο με τις λέξεις;

 

 

~~~ 



Γράφω ποιήματα 


Γράφω ποιήματα σημαίνει:

κάθομαι εδώ κι ενώ ο χρόνος

με κυνικές γκριμάτσες

μου γνέφει θυμίζοντας

τον τελικό αφανισμό μου

μηχανεύομαι ύμνους,

φωταγωγώ την άβυσσο

μ' ελπιδοφόρους πυρσούς.

Στην εμμονή του

να ζωγραφίζει βέλη

με κατεύθυνση το χώμα

του απαντώ με βλέμματα

που στοχεύουν καρτερικά 

τον αχανή ουρανό!

 

 

~~~

 

 

Tabula rasa

 

Τι ταξίδι κι αυτό!

Να σου έχει σβηστεί η μνήμη

του τόπου εκκίνησης

και του τόπου προορισμού! 



~~~



Οι ευλογίες


Όμως το φως δε μας έλλειψε

σε τούτη τη ζωή.

Την ευλογία του την είχαμε συχνά.

Μερικές φορές μάλιστα ήταν

τόσο δυνατό που έμοιαζε κατάρα!

Την ευλογία του σκοταδιού

δεν καταλάβαμε ακόμα.



~~~

 

 

Αν είναι κάτι που έμαθα καλά

είναι το πόσο κοντά βρίσκονται

μέσα στον ίδιο άνθρωπο

η δύναμη και η αδυναμία!

 

 

~~~

 

 

Και βρίσκονται ξαφνικά χίλιοι φίλοι στη λύπη σου.

Κανένας στη χαρά σου.

 

 

~~~

 

 

Που να 'ξερα τότε ότι εκείνος ο αφόρητος πόνος

θα ΄ταν η αιτία για τις κατοπινές επιδόσεις μου στην αντοχή!

 

 

~~~

 

 

Οι αγαπημένοι μου

 

Οι αγαπημένοι μου έφυγαν.

Γλίστρησαν από μια σχισμή του χρόνου.

Μέσα στο φως κοιμούνται

δίχως πρόσωπο, οδύνη, δάκρυα, φθορά.

Κοιμούνται - καμιά ρυτίδα- σαν παιδιά

οι αγαπημένοι μου...

 

Δίχως έγνοια καμιά. 

 

 

~~~

 

 

Τώρα πια

δεν κρατάει πολύ η λύπη μου,

αλλά ούτε και η χαρά μου!

Κι ούτε που ξέρω αν πρέπει

να λυπηθώ ή να χαρώ γι' αυτό.

 

 

~~~

 

 

Ύπαρξη 

 

Και μόνο όταν με ξέχασαν

-πόσο στ' αλήθεια το φοβόμουν!-

δοκίμασα

χωρίς καμιάν εξάρτηση

απ' την ανάγκη θορύβου,

τι είναι πραγματικά να υπάρχεις

βαθιά και σιωπηλά.

Μικρή γνωριμία μ' αυτό που λέμε θάνατο

που όταν τον δεις από τη μέσα μεριά

μοιάζει να είναι

μια πιο έντονη αυτοτελής ζωή. 

 

 

~~~

 

 

Ο αιώνια ερχόμενος


Απ' το παράθυρο 

το δρόμο αγναντεύω.

Κι Εσύ από μακριά όλο έρχεσαι.

Μικρή φιγούρα.

Ποτέ δε μεγαλώνεις.


Δεν είναι δα και τόσο μακριά αυτό το βάθος.

Είναι τόσο κοντά που με κάνει να ελπίζω.

Και βάζω τη μουσική υποδοχής να παίζει.

Κι ανοίγω φώτα και στην πόρτα αδημονώ

το χτύπημα ν' ακούσω.


Ακούω καμιά φορά

το ελαφρό πράο χεράκι του ανέμου

και ξεγελιέμαι.

Μήπως σαν κύμα σιωπηλό

έρχεσαι και πάλι φεύγεις;


Κύριε, κουράστηκα απ' τους ανθρώπους...

Η σχέση μου μαζί του είναι τόσο εύθραυστη.


Θα 'θελα σαν Εγώ-Εσύ να έρθεις.

Σαν Εαυτός σε σχέση ακατάλυτη!


Ξέρω, θα έρθεις.

Αλλά θα είναι για να μείνεις;

Ή για να με συντρίψεις;

 

 

                    ΑΩ Εκδόσεις




Zbigniew Pronaszko



 

 

 

 

 



Αυγουστιάτικος άνεμος ~ Νικηφόρος Βρεττάκος

 


Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν
καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν
αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά
κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα
στην κάτασπρη γύρη του.
Νιώθω μέσα στο στήθος μου
την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω
σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε
για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και
χαρούμενος,
προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι
κάθεσαι και
δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,
δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,
ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις
φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;
Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.



(Νικηφόρος Βρεττάκος, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Τόμος 2ος, Εκδόσεις Θεμέλιο)




Καλλιόπη Εξάρχου ~ Τόσο ήθελε το στήθος [Ποιήματα]


Εμείς
δεν κάνουμε θόρυβο
όταν σπάζουν οι αγκαλιές μας
Εμείς
σηκώνουμε σημαίες
τα θρύψαλα
του νυν και του αεί


~~~

Αν δεν κολυμπήσεις
στο στήθος
του άλλου
πώς θα ακούσεις
βαθιά
του βυθού
τη βοή;

~~~

Έτσι, μάλιστα
Να σε κατοικούν
όσοι δεν θέλουν
να σου αλλάξουν
πόρτες και
παράθυρα.

~~~

Και εκεί που λες
καλά είμαι εδώ
όλα εν τάξει
σου κόβεται η γλώσσα
και πρέπει
να δανειστείς
άλλη.

~~~

Και ποιος
τώρα
θα περιθάλψει
την αγιότητα των μικρών πραγμάτων;
Ένας ίλιγγος
ανεμοστρόβιλος
τα πήρε και τα σήκωσε
Έσβησε κι η φωτιά
κι ας καυχιέται
για το αίμα που την κατοικεί
Και πάνω
που μιλούσαμε
για κάτι οικουμενικές πατρίδες
που υφαίνουν θαύματα
Αβάσταχτες λέξεις

~~~

Έλα να τα πούμε από κοντά
να σε βλέπω
να με βλέπεις
όταν θα λογαριάζουμε μαζί
πόσο το σώμα
πόσο το πνεύμα
πόσο η ψυχή
Μήπως χρειαστεί να κάνουμε και σπονδές
με το ένα χέρι στο χώμα
και τ’ άλλο στον ουρανό
Να βρούμε
τέλος πάντων
έναν τρόπο
βρε αδελφέ
να μην στοιχειώσει το "σ’ αγαπώ"
να μη λιποτακτήσει κανένα χάδι
από τις φουσκωμένες φλέβες
και το αίμα αδρανήσει


Καλλιόπη Εξάρχου, "Τόσο ήθελε το στήθος", Σοκόλη 2020






Statue of the goddess Pax (Pavlovsk Garden, St Petersburg, Russia)

Η Παξ (Pax), που στα Λατινικά σημαίνει ειρήνη, ήταν θεότητα της ρωμαϊκής μυθολογίας.

Στην Ελληνική μυθολογία ταυτιζόταν με την Ειρήνη, ήταν θεά που αντιπροσωπευόταν την ειρήνη. Υπήρχαν δύο ναοί της στην αρχαία Ρώμη και η λατρεία της καθιερώθηκε με τον κανόνα του Αυγούστου. Στις 3 Ιανουαρίου γινόταν γιορτή αφιερωμένη στην Παξ. Σε αγάλματα αναπαρίσταται να κρατά κλαδιά ελιάς και σκήπτρο. Ήταν κόρη του Γιούπιτερ (Δία) και της Γιουστίτια (Δικαιοσύνης κατά την Ελληνική Μυθολογία).

πηγη:https://el.wikipedia.org/wiki/Παξ





Νίκος Αντ. Πουλινάκης ~ Ποιήματα

Μη με ρωτάτε.
Με γδέρνει ο πόνος της
σαν ξεροβόρι.


~~~ 


" Στάρι "
Σαν γινωμένο στάρι
διανέμομαι μετά το εκκλησίασμα
στο ξωκλήσι των αναφιλητών της.
Αχ , ένα τσούρμο οι εγκόσμιες ανάσες μου.
Και ντύνονται μεμιάς την έφεση
ανήμερου καμαρωτού ουρανού
σε δυο παλάμες γλυκοσκιρτήματα
περιφρονημένης στοργής.


~~~


" Φιλί "
Παίρνω το φιλί της και το ρίχνω
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Να ΄χω για χαρτζιλίκι ένα φράγκο ουρανού.


~~~


" Σκαλωσιά "
Σκοτίζονται ετερόκλητα υλικά
ολάνθιστων κακοκαιριών
και σουλατσάρουν στη σκαλωσιά της ζωής μου.
Δεν αφήνουν ούτε λεπτό ν' αναπαυθούν
στα μπουντέλια και στα μαδέρια της
τα απορημένα τραγούδια μου
που βήχουν αίμα πηχτό.


~~~


'' Άλλοτε ''
Άλλοτε διανυκτέρευαν
στο κελί μου στίχοι.
Και έπαιρναν λάδι απ΄ το καντήλι
για να σταυρώσουν τις γονυκλισίες μου.
Μεμιάς που λέτε γλύκαινα
και άστραφτα από νιάτα.
Όμως να που ωρίμασε ο καρπός μου.
Ψήλωσα. Εντάξει ! Μεγάλωσα αρκετά .
Δεν αντέχω πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.
Σαστισμένος λοιπόν στέλνω ολόκληρες
σελίδες αναφοράς και τους γράφω
για την φλεγμονή και τον πόνο στις αρθρώσεις μου.
Τώρα πια δεν με παίζουν στα δάχτυλά τους.
Δεν με κουβεντιάζουν.
Δεν συμμερίζονται τις σκόλες των πληγών μου.
Δεν με εμπιστεύονται.
Μ΄ αφήνουν να πλήξω.
Ψήλωσα. Εντάξει ! Μεγάλωσα αρκετά .
Τώρα πια αρπάζω κρύωμα
και από τις κλειδαρότρυπες των ματιών μου.




Η εκδρομή της Ναυσικάς. Walker, Ethel, 1920, Λονδίνο, Tate Gallery



Για την ποιήτρια Κ.Κ. της πόλης Κ. ( και για όλες τις ποιήτριες) ~ Ελένη Νανοπούλου

 Για την ποιήτρια Κ.Κ. της πόλης Κ.
( και για όλες τις ποιήτριες)

βλέπει τον άγγελο να περνάει σιμά της αγρυπνώντας πάνω απ΄ την κοιμισμένη πόλη

εγκαταλείπει τότε αθόρυβα το κάθισμά της σχεδόν γυμνή βγαίνει από το δωμάτιο καθώς η καρδιά την σπρώχνει έξω ρίχνοντας μόνο ένα ελαφρό μάλλινο σάλι στους ώμους και με ένα σκίρτημα γλιστράει πάνω από τους δρόμους ,τους κήπους ,τις γειτονιές σα να κολυμπάει στον αέρα με διάφανες μεταξωτές κλωστές
χαμογελάει στο μικρό φεγγάρι που κοιτά απορημένο
μελετάει τους χαραγμένους στ΄ άστρα χάρτες σιωπηλή
μια γάτα που ξαπλώνει εκεί κοντά κάνει τη νύχτα ατάραχη
μια μουσική ξεχύνεται με νότες που σκαλώνουν στα συρμάτινα πεντάγραμμα ανάμεσα στις κολόνες
στις πλατείες φυσάει ένα αεράκι που καθαρίζει τον τόπο για την αυριανή
χαιρετάει τις κορφές των δέντρων που υποκλίνονται
ακολουθεί τις τρίλιες ενός πουλιού
χαϊδεύει με το βλέμμα της τα άνθη
που ευγενικά σαλεύουν τα πέταλά τους
λιγνοί θάμνοι ανοίγουν απαλά στο πέρασμά της
στις στέγες των σπιτιών ρίχνει βότανα για τους πονεμένους
για κείνους που αγρυπνάνε από αγωνία ,βάλσαμο
για τους αρρώστους λέξεις ιαματικές
στα χρωματιστά δωμάτια σκορπίζει αστραφτερή σαν την αλήθεια αγάπη για να διώξει τη μυρουδιά του φόβου από το χνώτο των παιδιών
γυρίζοντας στο σπίτι εκείνη θα βρει μια ζωγραφιά στην πόρτα της που άφησαν αντίδωρο
οι φίλοι εν σιωπή




 Άγγελος ΓιαλλινάςΟ Κεράτιος Κόλπος. Κωνσταντινούπολη. Υδατογραφία (ακουαρέλα), 34 εκ. x 55 εκ. Συλλογή Βουλής των Ελλήνων.

Το ημιτελές τους - Τάσος Μάντζιος

 

οι Έρωτες που δεν ευδοκίμησαν,
όσοι δεν αξιώθηκαν
Αγάπες
να γίνουν,
γίνονται άνθρωποι.
Χλωμοί.
Σκιές γίνονται.
Καταδικάζονται 
στην αιώνια δίψα.
Με τα ενδύματα, πορεύονται
της θλίψης.
Οι Έρωτες 
θρηνούν
το ημιτελές τους.
Το παρόν, νηστεύουν.


Τη μέρα λαθροβιούν.


Όμως, 
την νύχτα,
ανοίγουν κρυφά το ψυγείο.
Τσιμπολογάνε
Παρατατικούς και Αορίστους.
Τσιμπολογάνε
ονόματα.
Στιγμές.
Την νύχτα,
κοιτούν με νοσταλγία τον ουρανό.
Νευρικά, καπνίζουν.


Ξαναθυμούνται 
τα ουράνια τόξα τους.
Την εποχή της αμβροσίας
ξαναζούν.
Για λίγο
εξαϋλώνονται.


Κι ύστερα,
πριν το λυκαυγές, 
πριν του αλέκτορος την έγερση,
σαν σφίξει η ψύχρα,
ξαναγυρνάνε.
Συστέλλονται.
Ρίχνουνε βιαστικά στους ώμους τους
ξανά
το σάρκινό τους ένδυμα.
Τον δεινό Ενεστώτα τους.
Τον χλωμό Μέλλοντά τους.



από την ποιητική συλλογή Τα οξέα του ποιήματος, εκδόσεις "ευ"





 

Charles Webster Hawthorne (1872-1930), Οι ερωτευμένοι

Χάριν πολέμου ~ Βασιλική Βλαστού


Ατάλαντο μ´ έλεγαν από μικρό,

δεν είχα χάρη έλεγε η μάνα

ενώ ο πατέρας πάλευε να με κάνει άντρα.

Αργότερα, πολύ αργότερα,

οι λέξεις τους αντηχούσαν

σε κάθε πάτημα της σκανδάλης,

σε κάθε χτύπο της καρδιάς από φόβο.

Πόσο ταλέντο θέλει ο πόλεμος;

Πόση χάρη ο θάνατος;

Μεσ’ στην παράνοια της μάχης

αφήνω ξέπνοα τα κορμιά

και κάνω σκέψεις νοσηρές.

Άραγε, έγινα άντρας στα μάτια του πατέρα;

Ταλέντο μάνα και χάρη.

Πολύ χάρη γύρω μου.

Αζωγράφιστοι καμβάδες κι άγραφα χαρτιά που

δεν θα βρουν ποτέ το ποίημά τους.

Κι εγώ ο ατάλαντος, που σαν άτρωτος

κρατώ το σίδερο αντί για πένα,

γράφω την ιστορία ενός πολέμου.

Βλέπεις μάνα;

Ησύχασε τώρα.

Επιδέξια σκοτώνω τον άνθρωπο

λες και βρήκα πια τη χάρη μου.

Θέλει ταλέντο να μένεις ζωντανός.

Τόσες ανάσες, τόσες καρδιές σταματημένες,

κι εγώ όρθιος, χωρίς πόνο,

χωρίς πείνα, βλέπω το φίλο για εχθρό.

Πες στον πατέρα ότι γιγαντώθηκα.

Πες του πως έγινα άντρας

κι άντεξα πολύ

αλλά δεν θέλω άλλο.

Θέλει ταλέντο μάνα ο πόλεμος!


~~~


Ανέκδοτο ποίημα

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]






Head of Ares

Marble. After the Greek original by Alkamenes ca. 420s BCE.Inv. No. A 105.Saint Petersburg, State Hermitage Museum




Παιδικές Λαχτάρες ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  Μες τις παιδικές λαχτάρες ακούς τη ζωή. Φωνάζει δυνατά και άναρχα μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα. Δεν κρατά τα προσχήματα μ...

Αγαπημένες Αναρτήσεις