Βλέφαρα του Φλεβάρη ~ Θάνος Ανεστόπουλος



Βλέφαρα του Φλεβάρη
κινούνται κι ανασαλεύουν
βάρη τεράστια βάρη
που την ματιά φορτώνουν
και την καρδιά τρυπούν

Χάνονται μέσα σ’ άγριες εικόνες τα όνειρά μας
τα χείλια μας ενώνονταν κάποτε φανερά
Τώρα έμεινε για μας μονάχα η σκιά μας
κι ένα ασημένιο μενταγιόν να το φοράς κρυφά

Αν όμορφες στα μάτια σου φάνταζαν οι κραυγές μου
και αν μες στο κόκκινο του αίματος βούλιαζαν τα αυτιά
την μπόχα αν χέρια αγγίζανε από καμένη σάρκα
το μοβ άρωμα αν γεύτηκες στον ήχο του φωτός
αν μπέρδεψες την γεύση και την όραση με την αφή
και με το άρωμά σου έφτιαξες πολύχρωμη φωνή
τώρα μυρίζεις γεύεσαι κοιτάς μα δεν αγγίζεις
τα χρώματα που βγήκανε από ζεστό λαρύγγι
αφήνοντας στο στόμα σου να καίει μια μυρωδιά
που άλλοτε ποτέ δεν είχες ξαναγγίξει

Και κάθε που μεσάνυχτα είναι ακούγεται η φωνή σου
«Δεν έχω χέρια να μου χαϊδέψουν το πρόσωπο»











Μνήμη Διονυσίου Σολωμού [Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας] ~ Σπύρος Αντωνόπουλος

Η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του Διονυσίου Σολωμού, έχει προταθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας.

Αντί για αναφορά στον Εθνικό μας ποιητή παραθέτω 16 κείμενα με χρονολογική σειρά (σε διάρκεια 3000 ετών):
1.
Ομήρου Οδύσσεια (λ’ 478-491 Νέκυια) 8ος αιώνας π.Χ
«ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾿ αὐτίκ᾿ ἀμειβόμενος προσέειπε:
‘μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ᾿ Ὀδυσσεῦ.
βουλοίμην κ᾿ ἐπάρουρος ἐὼν θητευέμεν ἄλλῳ,
ἀνδρὶ παρ᾿ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη,
ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
2
Σόλων ο Αθηναίος 594/3 π.Χ
Πολλούς δ’ Αθήνας πατρίδ’ ες θεόκτιτον
ανήγαγον πραθέντας, άλλον εκδίκως,
άλλον δικαίως, τους δ΄αναγκαίης υπό
χρειούς φυγόνταας, γλώσσαν ουκέτ Αττικήν
ιέντας, ως δη πολλαχήι πλανωμένους˙ (σελ.223)
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
3.
Ηράκλειτος 5ος Αιώνας π.Χ
- Θάλαττα ύδωρ καθαρώτατον και μιαρώτατον, ιχθύσι μεν πότιμον και σωτήριον, ανθρώποις δε άποτον και ολέθριον.
- Ποταμώ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
4.
Τιμητικό ψήφισμα των Αθηναίων για τον Λεωνίδη από την Αλικαρνασσό 440-425 π.χ
« Έδοχσεν τέι βολέι και τόε δέμοι Αντιοχίς επρυτάνευε, Χαροιάδες εγραμμάτευε…» σελ.230
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
5.
Σοφοκλέους Αντιγόνη 5ος αιώνας π.Χ
Ἔρως ἀνίκατε μάχαν, Ἔρως, ὃς ἐν κτήμασι πίπτεις,
ὃς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις,
φοιτᾷς δ᾽ ὑπερπόντιος ἔν τ᾽ ἀγρονόμοις αὐλαῖς•
καί σ᾽ οὔτ᾽ ἀθανάτων φύξιμος οὐδεῖς
οὔθ᾽ ἁμερίων σέ γι᾽ ἀνθρώπων. ὁ δ᾽ ἔχων μέμηνεν.
σὺ καὶ δικαίων ἀδίκους φρένας παρασπᾷς ἐπὶ λώβᾳ
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
6.
Αριστοτέλης Πολιτικά 4ος αιώνας π.Χ (Πολιτικά 1327β23-34)
«Τα μεν γαρ εν τοις ψυχροίς τόποις Έθνη και τα περί την Ευρώπην θυμού μεν εστί πλήρη, διανοίας δε ενδεέστερα και τέχνης, διόπερ ελεύθερα μεν διατελεί μάλλον, απολίτευτα δε και των πλησίον άρχει ου δυνάμενα˙» σελ.235
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
7.
Δημοσθένους Ολυνθιακός Α’4ος Αιώνας π.Χ
«Αντὶ πολλῶν ἄν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, χρημάτων ὑμᾶς ἑλέσθαι νομίζω, εἰ φανερὸν γένοιτο τὸ μέλλον συνοίσειν τῇ πόλει περὶ ὧν νυνὶ σκοπεῖτε. ὅτε τοίνυν τοῦθ᾽ οὕτως ἔχει, προσήκει προθύμως ἐθέλειν ἀκούειν τῶν βουλομένων συμβουλεύειν· οὐ γὰρ μόνον εἴ τι χρήσιμον ἐσκεμμένος ἥκει τις, τοῦτ᾽ ἂν ἀκούσαντες λάβοιτε, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑμετέρας τύχης ὑπολαμβάνω πολλὰ τῶν δεόντων ἐκ τοῦ παραχρῆμ᾽ ἐνίοις ἂν ἐπελθεῖν εἰπεῖν, ὥστ᾽ ἐξ ἁπάντων ῥᾳδίαν τὴν τοῦ συμφέροντος ὑμῖν αἵρεσιν γενέσθαι.»
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
8.
Ελληνιστικοί Χρόνοι Πλούταρχος (Αντώνιος 27.2-4)
«Και γαρ ήν (η Κλεοπάτρα) , ως λέγουσιν, αυτό μεν καθ’ αυτό το κάλλος αυτής ου πάνυ δυσπαράβλητον, ουδέ οίον εκπλήξαι τους ιδόντας, αφήν δ’ είχεν η συνδιαίτησις άφυκτον, ή τε μορφή μετά της εν τω διαλέγεσθαι πιθανότητος και του περιθέοντος άμα πως περί την ομιλίαν ήθους ανέφερέ τι κέντρον.» σελ.257
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
9.
Καινή Διαθήκη Κατά Λουκάν 24.1-8
«Τη δε μια των σαββάτων όρθρου βαθέος επί το μνήμα ήλθον φέρουσαι ά ητοίμασαν αρώματα. Έυρον δε τον λίθον αποκεκυλισμένον από του μνημείου…» 485
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
10.
ΚΑΣΣΙΑΝΗ (Βυζαντινή περίοδος)
Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
11.
Ο θάνατος του Διγενή (Δημοτικό)
Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σείετ’ ο απάνω κόσμος,
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά, πώς θα τονε σκεπάσει,
πώς θα σκεπάσει τον αϊτό, τση γης τον αντρειωμένο.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
12.
Δημώδης Ποίηση (Το τραγούδι του νεκρού αδελφού)
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη.
Την είχες δώδεκα χρονών και ήλιος δε σου την είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
13.
Βιτσέντζος Κορνάρος: Ερωτόκριτος
Τ' άκουσες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα,
π’ ο κύρης σου μ’ εξόρισε εις τη ξενιτιά στη στράτα;
Τέσσερις μέρες μοναχά μου 'δωκε ν’ ανιμένω
ύστερα να ξενιτευτώ, πολύ μακρά να πηαίνω.
Και πώς θα σ’ αποχωριστώ και πώς θα σου μακρύνω
και πώς θα ζήσω δίχως σου το χωρισμό εκείνο;
Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντρεύει,
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύει.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
14.
Το χρονικόν του Μορέως
Θέλω νὰ σὲ ἀφηγηθῶ ἀφήγησιν μεγάλην·
κι ἂν θέλῃς νὰ μὲ ἀκροαστῇς, ὀλπίζω νὰ σ᾿ ἀρέσῃ.
[` Ὅταν τὸ ἔτος ἤτονε, ἀπὸ κτίσεως κόσμου,
ἑξάκις χιλιάδες δὲ κ᾿ ἑξάκις ἑκατοντάδες
καὶ δώδεκα ἐνιαυτούς, τόσον καὶ οὐχὶ πλέον,
διὰ συνεργίας καὶ προθυμίας, μόχθου πολλοῦ καὶ κόπου
τοῦ μακαρίου ἐκεινοῦ φρὲ Πιέρου ἐρημίτου,
ὅστις ἀπῆλθε στήν Συρίαν, νὰ ἔχῃ προσκυνήσει
ἔσω εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, εἰς τοῦ Χριστοῦ τὸν τάφο.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
15.
Δημοτική Ποίηση (Των Κολοκοτρωναίων)
Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
λάμπουν και τ' αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
πόχουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια.
οπού δεν καταδέχονται της γης να την πατήσουν.
_*_*_*_*_*_*_*_*_*_*_
16.
Νίκου Καζαντζάκη, Ασκητική (απόσπασμα)
Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο• καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο• το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή• ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός• κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή• κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
=========



Σημείωση Σπύρου Αντωνόπουλου:
Δυσκολεύτηκα λίγο να τα βρω και να τα ταξινομήσω. Ευτυχώς με βοήθησε η "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ" του Ινστιτούτου Νεοελληνικών σπουδών (επιμέλεια Α.-Φ.Χριστίδης) στις σελ.223, 230, 235, 237 και 485 για τις περιπτώσεις 2, 4, 6, 8, και 9 αντίστοιχα της ανάρτησης μου. Τα υπόλοιπα δικά μου. Προσπάθησα να βρω γνωστά κείμενα για να μην κουράσω τον αναγνώστη. Ευχάριστη, όμως, αυτή η «δυσκολία» και χρήσιμη !
Εικόνα:
Διονύσιος Σολωμός: Ελεύθεροι Πολιορκημένοι.






Όταν τα δέντρα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων ~ Αργύρης Χιόνης

Θα 'ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.



Jan Mankes (Dutch,1889-1920) View from the Studio in Eerbeek 1917


Ανδρέας Δαβουρλής ~ Τέσσερα Ποιήματα

Φωτογραφία/Danny de Jong

 

Άγγελοι


Άγγελοι κυκλώνουν τη γυμνή ψυχή μου 

που ξερόφυλλο γίνηκε 

την φυσάει ο γεροάνεμος και χορεύει.

Άγγελοι παίρνουν στα χέρια τη ψυχή μου 

την οδηγούν στα άγια των αγίων

σε κόλπους γαλάζιους μυστικούς 

σε θαλασσόδερτο ασκηταριό ερημοκλήσι.

Εκεί που κανένας άξιος από μόνος του να πάει

στη λογική την αναίμακτη μυσταγωγία.

Εκεί που ανταμώνονται όλες οι θάλασσες 

και κοινωνούν η μια την άλλη. 

Εκεί που των νεφελών το φέγγος

δοξολογεί τον Έναν

κι εκείνος γίνεται αμνός 

και διαμοιράζεται σε όλους ανεξαιρέτως 

Για μια και μοναδική φορά στη ζωή μας

σε μυστικούς κόλπους κρυσφήγετα του νου 

Ατενίζοντας τις μαγικες ανατολές της νέας εποχής 

της συστολής και της συνομωσίας 

Καντηλανάφτης, προσέχω τα κεριά του κόσμου 

στο μανουάλι των στεναγμών.

Αγρυπνώ πάνω απ τα παρακάλια 

και τα δάκρυα των παιδιών, των ψυχών 

των φτωχών και των κατατρεγμένων 




Ας πιούμε 


Ας πιούμε απόψε 

στις μέρες της επιτυχίας 

της χαράς 

στην ευτυχία της υπερβολής 

μη με ρωτάς 

Ας πιούμε 

δεν ξέρω πια 

τι πρέπει να σου πω 

τι περιμένω να γίνει 

Ας πιούμε 

κι ας χαρούμε

αναίτια όλο το βράδυ 

θα βρούμε αύριο γιατί 

Και το πρωί

όταν κοιτάξουμε ξανά 

τη θλίψη του σύννεφου

ας βουτηχτούμε πάλι

στο κλάμα




Έραναν το στεναγμό 

με μυροβόλα νιότη 

ο αγέρας μοσχοβόλησε

χαμόγελο κι άνθια λεμονιάς 




Ένας κύκλος απόψε-

Χριστούγεννα 


Ένας κύκλος απόψε η Σελήνη 

ένα αλώνι 

ένας βράχος μετέωρος 

με μιαν αυλή ολόγυρα 

γιομάτη ξερά φύλλα 

ορφανά όνειρα πεταμένα 

χεράκια παιδικά ξυλιασμένα

Χειμώνας

καταμεσής της αυλής

ένα κορίτσι συλλογάται 

κι αγάλι αγάλι 

ανθίζουν τα νιάτα του

σαν ρόδα 

Δεκέμβρης

Παράμερα άγγελοι πρόβα κάνουν 

το χρυσαφιά τους ωσσανά 

κι εμε στο στήθος μου ακουμπά 

ο μικρός  Χριστός 

πριν μπει στη φάτνη

ταπεινός 

σαν στεναγμός βαθύς 

το μέλλον βλέπει 

τη θυσία 




Ενα  βότσαλο μικρό

στην άκρη της θαλάσσης

στα  κύματα γίνηκε παιχνίδι

πάει κι έρχεται 

στο χάδι του ήλιου λάμπει

βουλιάζει στη χρυσή την άμμο

σταματά,

λαχανιασμένο ξεφυσά...

εν άλλο κύμα μωρό 

το παίζει το σπρώχνει 

κατρακυλά

παιχνίδι αέναο 

στης ροδοάνοιξης την ακροθαλασσιά




Βιωματικό 


Είναι κάτι νύχτες που ακουμπούν 

με θλίψη οι στιγμές

κοντά στο παράθυρο

Σιμά στην απόγνωση

μια δρασκελιά απ το χαμό

Θυμάμαι τότες

όλες εκείνες τις στιγμές τις άνυδρες 

κι όλα τα αρμυρά μου βράδυα.

´Όλες τις σκέψεις 

τις μαύρες σκέψεις 

της σιωπής 

-στα σκοτεινά υπερώα του νου 

πήγαν κρύφτηκαν-

Για μια απόδραση ηρωική 

έναν τίμιο κι αντάξιο  θάνατο 

ας πούμε.

Αλλόκοτο παράλογο ίσως μοιάζει τώρα 

μα κει στις τρύπες του μυαλού 

-τις σμιλεμένες με τη σμίλη 

της αφόρητης οδύνης-

μαζι με ασταμάτητες ροές δακρύων 

ακουμπά τούτο το βράδυ 

αποσταμένη η ψυχή μου.

Με Στεφάνι δάφνης και μυρτιάς 

στολισμένο θάτανε  τότες

 το κεφάλι ενός μάρτυρα 

το κεφάλι μου 

Κι από μέσα ολοζώντανο 

θα τρεχε αίμα καυτό 

θα δρόσιζε το μαρτύριο μου 

Στην εξώδιο λαμπρή πορεία 

δικαιωμένος 

με τις τελευταίες νότες 

μιας ανυπότακτης κραυγής 

αρχαίου πάθους στο στόμα 

Σαν άσωτος υιός που απόσωσε 

το τελευταίο γεύμα του 

η σαν μια πόρνη 

σε άλλη μια προσπάθεια 

απέλπιδα για μετάνοια.

Μυστικώς εικονίζοντες

τα χερουβιμ

λίγο πριν τη μετάληψη 

φορούσα χιαστί το ωράριο 

κι είχα τα χέρια μου 

ενωμένα να λάβω την εσχάτη 

εκλεκτή μερίδα 

Αφήνοντας έτσι παρακαταθήκη 

γράφομαι στη σειρά 

στο καταστίχι 

να λαβω αντιδωρο δικαιοσύνης

Μήπως γίνω δεκτός

και εισέλθω στην 

όμορφη σάλα της γιορτής 

Που θα μοιραστεί ξανά και ξανά 

το σώμα Του

κι αξόδευτη θα ναι η χαρά 

Ενώ άγγελοι θα τραγουδούν

με σάλπιγγες χορδές και όργανα

αίνους δοξαστικούς.

Συνοδειά γλυκιά παντοτινή

με βιολιά τύμπανα και χορούς ως το τέλος

λάμψεις αστραπών οδηγητές

σ’ ευρύχωρους Ουρανούς δικαιοσύνης.





Ανωνύμου αναλογιζομένου... ~ Ιωάννης Παπαπανάγου [Περιήγηση]

Έχουμε πολλά να πούμε

για τις ομπρέλες
που δήθεν μας προστάτευαν
απο δεινά
που έφερνε ο καιρός,
από το φως
που δεν ερχόταν,
από σύννεφα άτολμα
που υπόσχονταν βροχές.


Έχουμε πολλά να πούμε
για ανθρώπους
που στάθηκαν στο πλάι μας
στις δύσκολες ημέρες,
για εκείνους
που αδιάφοροι προσπέρασαν,
για όσους περιμέναμε
αλλά δεν ήρθαν,
για ό,τι αγαπήσαμε με πάθος.


Για εικόνες
κι εντυπώσεις,
για μνήμες,
που βαθιά ριζώσανε,
έχουμε πολλά να πούμε...


φωτ. του ιδίου



Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά ~ Γιάννης Καρκανέβατος

 [Το ασημένιο τάλιρο]

Τους έδειχνε το ασημένιο τάλιρο στη χούφτα του. Μετά την έκλεινε σφιχτά και τους προκαλούσε, έναν έναν, όποιον πίστευε πως μπορούσε με τη δύναμή του να την ανοίξει και να το κάνει δικό του. Αν δεν το κατάφερναν, του έδιναν κάποιες δραχμές, αποδεχόμενοι την ήττα τους. Να ήταν τα μονότονα τοπία της Ανατολίας και η βαρεμάρα του στρατοπέδου ή η επιθυμία να αγωνιστείς για ένα λάφυρο που την επαύριο ίσως και να σου ήταν άχρηστο; Φαντάζομαι τον παππού μου τον Κρητικό, από τη μεριά της μάνας μου, στο Εσκίσεχιρ και στο Αφιόν Καραχισάρ, με το χέρι τεντωμένο μπροστά, μανίκι σηκωμένο-τίμιες δουλειές, και τη χούφτα κλειστή. Οι φλέβες καλογραμμένες, τα κλειδιά του θησαυροφυλάκιου. Οι άλλοι να πλησιάζουν διστακτικά.
Στην αρχή κόντραρε με το ασημένιο νόμισμα τους φαντάρους μόνο στη σκηνή, αλλά τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και μετά από λίγο δεν υπήρχε κανείς στο στρατόπεδο που να μην είχε ήδη δοκιμάσει ή να μην ήθελε. Θα μπορούσε κάλλιστα να προσκαλεί και να προκαλεί χωρίς τίποτα στη χούφτα. Μια άδεια χούφτα που γεννάει δραχμές. Η πίστη στο ασημένιο τάλιρο τραβούσε σαν μέλι τις μύγες. Ύστερα από λίγους μήνες το έμαθαν και στα άλλα τάγματα. Μάλιστα, είχε διαδοθεί η φήμη πως το τάλιρο αντικαταστάθηκε από μια μικρή πλάκα χρυσού, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση του αντίτιμου συμμετοχής.
Ουδέποτε έχασε ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν. Αντίθετα, έλεγε πως εξοικονομούσε ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Πολλές φορές, παιδί, με θυμάμαι να πλησιάζω στις μύτες των ποδιών, κοντά στον καναπέ που ξάπλωνε για τον μεσημεριανό του ύπνο. Τοποθετούσα τον δείκτη στο μέσο της παλάμης του και πίεζα ελαφρά, δοκιμάζοντας τη σκληράδα της. Άλλες φορές διέτρεχα τις φλέβες στο επάνω μέρος του χεριού, τα δέλτα που ξεχύνονταν. Δεν διέκρινα κάποια διαφορά από άλλα χέρια που άρμεγαν τη γη ή όργωναν τη θάλασσα. Τα απογεύματα με έπαιρνε και πηγαίναμε μακρινές βόλτες. Εκείνο τον χειμώνα είχα διδαχτεί στο σχολείο για τα μόρια και τα άτομα, την ασυνέχεια του κόσμου μας και προσπαθούσα να τα μοιραστώ μαζί του. Του έλεγα πως η ύλη αποτελείται από μόρια και αυτά από άτομα. Τα άτομα έχουν πυρήνα, πρωτόνια και νετρόνια, ενώ τα ηλεκτρόνια γυρίζουν τρελαμένα γύρω τους, σε απομακρυσμένη τροχιά. Χρησιμοποιούσα το παράδειγμα του δασκάλου με το δάσος και τα δέντρα. Ενώ από μακριά φαίνεται συμπαγές, πλησιάζοντας κανείς διαπιστώνει ότι υπάρχουν δέντρα διακριτά και αέρας ανάμεσά τους. Αυτός με κοίταζε με βλέμμα θαυμασμού και απορίας ταυτόχρονα. Μάλλον αναρωτιόταν πώς στη Μικρά Ασία οι σφαίρες δεν περνούσαν απ’ αυτό το κενό που του δίδασκα και επέμενα ότι είναι κυρίαρχο, αλλά πετύχαιναν τα δέντρα. Και τα μαχαίρια γνώριζαν πάντα τον δρόμο για το αίμα. Με κοίταζε μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα και σώπαινε.
Αργότερα, όταν θα διάβαζα Ιστορία, θα μάθαινα για την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, και θα καταλάβαινα πως η χούφτα του παππού δεν έκρυβε κανένα ασημένιο τάλιρο. Ούτε πλάκα χρυσού. Στην πραγματικότητα, έκρυβε τον ίδιο του τον εαυτό και όλους τους άλλους συμπολεμιστές του. Και δεν μπόρεσε να κρατηθεί κλειστή. Κι όταν άνοιξε, όλοι διαπίστωσαν πως ήταν άδεια.




 Βιβλιοπωλείον της Εστίας







Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα


Η ΑΠΌΦΑΣΗ

Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω.


Πνεύμα λειψό εξυψωμένο

πολυσχιδής πώληση ψυχής.

Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις

και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι.


Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου.

Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη.

Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας

στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα.

Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα

και στη θλίψη της Οφηλίας.


Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω.




ΝΗΝΕΜΊΑ

Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα

κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους

κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις

κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος

κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου.


Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία.

Μπορούν άραγε οι σελίδες

όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι

που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα

κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο

να γίνουν ο κυματοθραύστης;





Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ

Βαραίνει απόψε το φεγγάρι

τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν

τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν

η πόλη και πάλι ασθμαίνει.

Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά

αναπάντητες κλήσεις ψαύουν το ρόπτρο

ο κρότος σημαίνει τη λήξη

ο Βαρδάρης φέρνει τα νέα.


Αθώα η νύχτα σκοντάφτει.


 Από την ποιητική συλλογή “Την ημέρα που ερχόμουν”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2025





~~~~~~


ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


έκτακτα meetings


Τίποτε άλλο δεν φοβάμαι.

Παρά μονάχα σφίγγομαι

εκείνες τις Δευτέρες

που στέλνει e-mails η θύμηση

ζητώντας έκτακτα meetings

και τρέχω εγώ να συμμαζέψω

τον διασκελισμό, μην μου ξεμυτίσει

και βρεθεί στην ημερήσια διάταξη.




νεκρές θάλασσες


Κάποιες νύχτες

οι κόρες

αμφιταλαντεύονται

απ’ τη μια γωνιά στην άλλη

μέχρι που ρευστοποιείται ένα κομματάκι ίριδας

και βρίσκει διέξοδο στ’ αφτιά μας

όπου λιμνάζει, σχηματίζοντας νεκρές θάλασσες.

Έτσι το πρωί τηλεφωνούμε στο γραφείο

επικαλούμενοι οξεία ωτίτιδα

ενώ είναι απλώς ο φλοίσβος

που αφαιμάσσει τον ύπνο μας

κι εμείς που επιπλέουμε σε σεντόνια νωπά.



~~~~~~


Ο Γιώργος Μουφτόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2000, όπου ζει και εργάζεται. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ποιήματα και μεταφραστικές δοκιμές του έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά όπως: Fractal, Περί ου, Χάρτης, Ποιείν και Culturebook.


Η ποιητική συλλογή Την ημέρα που ερχόμουν είναι το πρώτο του βιβλίο.




Να ‘Μουν Του Σταύλου Έν’ Άχυρο ~ Κωστής Παλαμάς

 

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι
κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.



Εγκαυστική εικόνα από τη Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά 7ος αι. μ.Χ.


Ιωάννης Παπαπανάγου ~ Περιήγηση

 Θα πρέπει να το συνηθίσουμε. Οι κοινότητες αργά στην αρχή (πριν εξήντα χρόνια), με μεγάλη ταχύτητα την τελευταία δεκαετία, μαραζώνουν. Φαίνεται πως ο υπαρκτικός τους τρόπος έχει εκλείψει, δεν έχει δηλαδή ανάγκη ο ένας τον άλλο με τον τρόπο δηλαδή της καθολικής, μεταξύ των μελών της κοινότητας, δέσμευσης.

Η μετανεωτερικότητα έχει δημιουργήσει άλλον υπαρκτικό τρόπο, μονήρη και σκληρό, μέσα σε απρόσωπες πόλεις.
Δεν έχει αλήθεια ανάγκη ο ένας τον άλλο; Προς τι τότε οι εκκλήσεις για ενσυναίσθηση; Και πώς αυτή όταν δεν βλέπεις το προσώπου του άλλου και την ανάγκη του; Με τα... social;
Οι κοινότητες δεν έχουν πλέον νόημα, παρά μόνο ως αναμνήσεις. Αυτές τις αναμνήσεις προσπαθούμε με κάθε τρόπο να κρατάμε ζωντανές. Ας σωθεί, ό,τι είναι δυνατόν...
Καλημέρα, καλή εβδομάδα, καλά Χριστούγεννα!
(Στη φωτογραφία μου μνημείο, με το παρακείμενο μνημείο της φύσεως να το παραστέκει)


φωτογραφία: του ιδίου 


Αγαπημένες Αναρτήσεις