Το εμπόρευμα ~ Λευτέρης Πούλιος


ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ, ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ 1974 





Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που 'χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.

Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.

Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.

Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.


(Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος, 2001)

Ανδρέας Λασκαράτος «Στην υποκρισία»



© Marina Strocchi.

Σεπτή μου Υποκρισία, Δέσποινά μου,

με συντριβή μου σου φιλώ το χέρι,

και σου προσφέρω τα σεβάσματά μου.

Ποι’ άλλη αρετή καλύτερά σου ξέρει

 

να κερδίζει τς ανθρώπους εδώ χάμου;

Ο κόσμος σε λατρεύει, σε γεραίρει,

κι εγώ κλίνω σ’ εσέ τα γόνατά μου

και σε γυρεύω για οδηγό μου αστέρι.

 

Φτιάσε μου σοβαρό το πρόσωπό μου,

δώσ’ μου ύφος πειστικό και όψη οσία,

για να μπορώ κι εγώ σε ποίμνιό μου

 

να εξασκώ την τόση σου μαγεία.

Κι έτσι να ’ν’ και για μέ τον φτωχόν γέροντα,

του κόσμου τα καλά και τα συμφέροντα.


  «Στην υποκρισία». Στιχουργήματα διάφορα, 1872. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 87-88.


Πηγή: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=182

Ελένη ~ Γιώργος Σεφέρης

 




Γιώργος Σεφέρης

Ελένη


ΤΕΥΚΡΟΣ: …ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν

οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν

Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.

.........................................................

ΕΛΕΝΗ: Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’, ἀλλ’ εἴδωλον ἦν.


.........................................................

ΑΓΓΕΛΟΣ: Τί φῄς;

Νεφέλης ἄρ’ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ


«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».1

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες· δε θα τολμούσα να πω φιλήματα·
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».

Ποιές είναι οι Πλάτρες; Ποιός το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών·
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη·
σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.
Πού είν’ η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης·
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους —ποιός θα το ’λεγε— η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου· την άγγιξα, μου μίλησε:
«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.
«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα·
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία — ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα νά ηταν πλάσμα ατόφιο·
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης·2
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ’ είναι θεός; τί μη θεός; και τί τ’ ανάμεσό τους;

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό ειναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι ανθρώποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών·
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το ’χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.3

Γιώργος Σεφέρης. 1955. Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν. Αθήνα: Ίκαρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Σεφέρης. [1972] 1985. Ποιήματα. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.



1. Πλάτρες: τόπος του νησιού (Σημείωση του ποιητή).


2. Από μια τοιχογραφία στην έξοχη εκκλησιά της Ασίνου (Σημείωση του ποιητή).


3. Φίλος που διάβασε το χειρόγραφό μου θυμήθηκε τούτο: "In those days the official recruiting posters in Cyprus said, “Fight for Greece and Liberty”" (House of Commons, Official Report, 5 May 1955) (Σημείωση του ποιητή).



Το βάρος ~ Μαργαρίτα Παπαμίχου


Ήταν που έσερνε τα βήματά του στο δρόμο
ήταν ο ήλιος που του έκαιγε το μέτωπο
οι αδιάφοροι οδηγοί
οι βιτρίνες με την πλαστική ζωή
ήταν τα πόδια του
δυο ξεχαρβαλωμένες μηχανές του χρόνου
που άντεχαν να συνεχίζουν
και περπατούσαν
όχι γιατί ήξεραν πού πάνε
αλλά γιατί ο χρόνος δεν σταματάει
γι αυτούς που πονάνε
μα περισσότερο απ’ όλα
εκείνο που με συντάραζε
κάθε φορά που τον έβλεπα να περνάει
ήταν οι κυρτωμένοι ώμοι του
από το βάρος που κράταγε στα χέρια του
το βάρος της αξόδευτης αγάπης


*foto/Francesco Gioia


Οι καπνιστές είναι άνθρωποι με πάθη ασίγαστα! ~ Αθανασία Δρακοπούλου


Τα ερωτικά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου καπνίζουν ( το κάπνισμα δεν μειώνει τη γονιμότητα τους)
όχι με την ένταση της εξομολόγησης, αλλά με την υπομονή της σιωπής.
Η ερωτική εμπειρία στον Ρίτσο δεν εκρήγνυται, διαχέεται. Δεν φωνάζει την επιθυμία της, την υπαινίσσεται, την ψιθυρίζει. Ο καπνός, σ’ αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί όχι ως εθισμός αλλά ως ατμόσφαιρα , ένα λεπτό πέπλο που απλώνεται πάνω από τις καθημερινές κινήσεις των σωμάτων και τις ελλειπτικές εξομολογήσεις των προσώπων. Στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο μονόλογος κυλά με αργούς, σταθερούς παλμούς, σαν καπνός που διαγράφει κύκλους σε ένα δωμάτιο μισοφωτισμένο...
«Δεν μιλήσαμε ούτε απόψε, / ανάψαμε μόνο ένα κερί / κι αυτό ήταν όλο».
Το κερί, το φως, η σιωπή , όλα θυμίζουν εκείνο το αργό τσιγάρο που σιγοκαίει μέχρι να σβήσει από μόνο του, σαν τον έρωτα που δεν χρειάζεται δήλωση για να υπάρξει.
Η εικόνα του καπνίσματος επανέρχεται, έστω και υπόγεια, ως ρυθμιστής του χρόνου και του εσωτερικού ρυθμού του ποιήματος. Στον Ερωτικό Κύκλο, διαβάζουμε...
«Καπνίζεις και κοιτάς το χέρι σου, / σαν να μη σου ανήκει. / Το φως δεν αγγίζει τα μάτια σου».
Ο καπνός εδώ δεν είναι απλώς συνήθεια, αλλά συνθήκη ενδοσκόπησης.
Νοσταλγώ τις μέρες που είχα Πατέρα και ωσάν τα κριάρια, αντικριστά, στην ίδια στάση σώματος και με διαφορετική μάρκα τσιγάρων, με τον ίδιο παρορμητικό χαρακτήρα μπορούσαμε να έρθουμε σε ρήξη για το Πολιτικό πρόσωπο, το ερωτικό πρόσωπο και τις φήμες παρεκκλίσεων , της γραφής και της ζωής του Ποιητή...
Ο έρωτας στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου υπερβαίνει το φύλο, το σώμα και τον προσδιορισμό., είναι μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία, ένα πάθος που ενώνεται με την ιστορία, τη σιωπή και την καθημερινότητα. Δεν περιορίζεται σε βιολογικά ή κοινωνικά όρια, αλλά αποκτά οντολογική βαρύτητα., είναι ο τρόπος που το ανθρώπινο ον ψηλαφεί τον άλλο, αναζητώντας επικοινωνία, κατανόηση, επιβεβαίωση και λύτρωση.

( Ο Πατέρας ήταν γήινος και υλιστής)
Για τον Ρίτσο, το ερωτικό δεν είναι μόνο η σαρκική επιθυμία, είναι και η μνήμη, η φωνή, το άγγιγμα στο σκοτάδι, ένα βλέμμα ή ένα άδειο δωμάτιο. Στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, η αγάπη μοιάζει να υπάρχει περισσότερο ως φάντασμα του επιθυμητού, μια μορφή του απόντος, ο απόηχος, η ψευδαίσθηση...
«Είναι κάτι στιγμές / που οι λέξεις δεν φτάνουν / τότε σωπαίνουμε μαζί».
Εδώ, το ερωτικό βίωμα δεν ορίζεται από το ποιος είναι ο «άλλος», αλλά από το βάθος της σχέσης μαζί του ή ακόμα και από την απουσία του.




Ήταν Μάιος ~ Κατερίνα Ατσόγλου


Έχασα στα χαρτιά
έχασα στην αγάπη
έχασα το σπίτι μου
τους φίλους μου
έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν
και τώρα πληρώνω δόσεις
και ληξιπρόθεσμες οφειλές
να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου.

Τις Κυριακές κοιτάζω τις βιτρίνες,
μοιάζουν κουρασμένες γυναίκες
που προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ άπλυτα
και να ταιριάξουν ένα ζευγάρι κάλτσες.
Κάποιες Κυριακές τουλάχιστον
θυμάμαι τον πατέρα ν’ ανάβει μια φωτιά
κι εμείς ν’ απλώνουμε τα χέρια·
ήταν Μάιος κι εγώ χαμογελούσα.

 

 Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, Αθήνα 2024, [σελ.42]


 

Η ειρωνεία στην ποίηση του Καβάφη ~ Αθανασία Δρακοπούλου

Η ειρωνεία, ένα ξεχασμένο στοιχείο στα χέρια των σύγχρονων τεχνητών.

Η ειρωνεία στην ποίηση του Καβάφη, είναι
ένα μέσο στοχαστικής απογύμνωσης της πραγματικότητας
Η ειρωνεία αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της καβαφικής ποιητικής, όχι ως εργαλείο σαρκασμού ή ευθυμίας, αλλά ως μέσο απογύμνωσης των ψευδαισθήσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Ο Καβάφης υιοθετεί μια λεπταίσθητη, συχνά υπαινικτική ειρωνεία, η οποία φωτίζει την αμφισημία των ανθρώπινων πράξεων, την αδυναμία υπέρβασης της μοίρας και την τραγική αλήθεια που υπολανθάνει πίσω από τους μεγάλους λόγους και τις πράξεις.
«Περιμένοντας τους Βαρβάρους»
Ίσως το πλέον εμβληματικό δείγμα καβαφικής ειρωνείας, το ποίημα περιγράφει μια κοινωνία που έχει εγκαταλείψει κάθε εσωτερική ζωτικότητα και αναμένει παθητικά την έλευση των "βαρβάρων" ως σωτηρία. Η ειρωνεία κορυφώνεται στους τελευταίους στίχους.
«Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»
Η αντιστροφή των ρόλων , όπου οι «βάρβαροι» λειτουργούν όχι ως απειλή αλλά ως απαραίτητοι για την ύπαρξη ενός νοήματος, ενσαρκώνει την καβαφική ειρωνεία., μια κοινωνία σε πλήρη παρακμή έχει ανάγκη τον καταστροφέα για να συνεχίσει να υφίσταται. Η ειρωνεία εδώ δεν είναι σαρκαστική, αλλά αποκαλυπτική, μελαγχολική, σχεδόν μεταφυσική.
«Η Πόλις»
Στο ποίημα αυτό η ειρωνεία αποκτά υπαρξιακή χροιά. Ο ήρωας του ποιήματος επιθυμεί να εγκαταλείψει την πόλη, πιστεύοντας ότι αλλού θα βρει μιαν «άλλη πόλη, καλλίτερη». Όμως ο ποιητής αναιρεί τη δυνατότητα της διαφυγής.
«Η πόλις θα σε ακολουθεί [...]
Πάντα στην πόλι θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις »
Η ειρωνεία εδώ δεν προκύπτει από τη γελοιοποίηση του ήρωα, αλλά από τη διάψευση των προσδοκιών του. Η «πόλις» δεν είναι μόνο ο εξωτερικός χώρος, είναι το σύνολο των εσωτερικών αδιεξόδων, των επιλογών, των ενοχών και της μοίρας του υποκειμένου. Η φυγή είναι ψευδαίσθηση, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποδράσει από τον εαυτό του.
«Η Σατραπεία»
Η ειρωνεία σε αυτό το ποίημα λειτουργεί περισσότερο υπαινικτικά και υπονομευτικά. Φαινομενικά, πρόκειται για έναν ύμνο στην ηθική υπεροχή ενός προσώπου που αρνείται τις ηδονές και τις εξουσίες της ζωής, προκειμένου να διαφυλάξει την ελευθερία του. Όμως ο Καβάφης, με εξαιρετική δεξιοτεχνία, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτός ο ηθικός ηρωισμός να μην είναι τίποτε άλλο από μια εκλογίκευση της αποτυχίας.
«Μήπως και ήσαν άλλως άξιοι - τι ζωή κι αυτή -
το δύσκολο, το σπάνιο εκείνο ν’ αρνηθείς,
της σατραπείας τα ψεύτικα μεγαλεία.»
Η λέξη «ψεύτικα» λειτουργεί εδώ διττά., είτε ως επιβεβαίωση της ματαιότητας των σατραπειών είτε ως εσωτερική παρηγορία αυτού που δεν τις απέκτησε ποτέ. Η ειρωνεία του Καβάφη δεν διαψεύδει την ηθική αξία της άρνησης, θέτει όμως ερωτήματα για τα κίνητρά της.
Στην ουσία , δεν είναι εργαλείο προσβολής ή επίδειξης ευφυΐας. Είναι ένα φιλοσοφικό βλέμμα πάνω στον άνθρωπο, ένα μέσο ενδοσκόπησης και στοχαστικής αμφιβολίας. Στην καβαφική ειρωνεία διακρίνεται ο πόνος της επίγνωσης, η αβεβαιότητα των κινήτρων και η τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας.






I died for Beauty - but was scarce [RW 448] ~ Emily Dickinson

 

I died for Beauty - but was scarce
Adjusted in the Tomb
When One who died for Truth, was lain
In an adjoining Room -

He questioned softly "Why I failed"?
"For Beauty", I replied -
"And I - for Truth - Themself are One -
We Brethren are",  He said -

And so, as Kinsmen, met a Night —
We talked between the Rooms -
Until the Moss had reached our lips -
And covered up  - Our names -





Το Τάμα ~ Αντώνης Δ. Σκιαθάς

 


Το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης το φέρνανε στην αυλή. Ήταν αρκετά μεγάλη, χωμάτινη, φυτεμένη με τα βολβοειδή της άνοιξης. Κατάλευκο, με μια κόκκινη κορδέλα στον λαιμό – ο βρόγχος του εθίμου – όπως έλεγαν οι κτήτορες της τελετής. Το δένανε στη μουριά κι αυτό στάλιαζε έντρομο λίγες ώρες πριν το λεπίδι. Το δέντρο φυτεύτηκε στα χρόνια του πρώτου πολέμου του αιώνα για να κρατά σκιές στις αμαρτίες των άδικων θανάτων. Το κτήμα γεμάτο λεμονόδεντρα, αγριαχλαδιές, αρκετές τζιτζιφιές, μια καρυδιά δίπλα στο πηγάδι και τέσσερα κυπαρίσσια στις άκριες του χωραφιού, πανύψηλα να ορίζουν την ιδιοκτησία των απογόνων του ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσου στη λουτρόπολη της Αιδηψού. Η μουριά μαύριζε με τους καρπούς της τον κήπο με τις λίθινες γούρνες, φυτεμένες γεράνια, ορτανσίες, γαρδένιες, και τη μοναχική μανόλια που συντρόφευε την αυλόπορτα. Τη μοναδική χρονιά που δεν φύλαξε η μουριά αρνί, ήταν εκείνη που στον κήπο, Μεγάλη Παρασκευή, στα πάτερα που ετοίμαζαν τα σφάγια του Πάσχα, ακούμπησαν τα φέρετρα των τριών από τα επτά παιδιά της οικογένειας που χτύπησε ο δυναμίτης.

Νιώθαμε όλο το βράδυ ότι προσπαθούσε να δραπετεύσει, να ελευθερωθεί από τον εναγκαλισμό με την αφιλόξενη μουριά. Ο εκδορέας, με το τσιγκελωτό μουστάκι, το καρό πουκάμισο και το μάλλινο παντελόνι μέσα στις γαλότσες, έφτανε άλλοτε τις πρώτες ώρες της Μεγάλης Πέμπτης κι άλλοτε το μεσημέρι, ανάλογα με τη δουλειά που είχε στο χωριό. Δεν ήταν ο μόνος που έσφαζε, αλλά ήταν ο πιο προσεκτικός. Ήταν ο μόνος, που όταν τακτοποιούσε το αρνί δεν ήθελε να ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος. Στο τέλος της ημέρας ήταν και δεν ήταν στα κανονικά του, καθώς σε κάθε επίσκεψη όλο και κάτι έπινε. Όχι για να ξεχάσει τον θάνατο που σκόρπαγε, αλλά για να τιμήσει το έθιμο, για να τιμήσει το τάμα. Το βράδυ της Ανάστασης, ντυμένος με μαύρο κουστούμι, λευκό καλοσιδερωμένο πουκάμισο και μπλε γραβάτα, αμίλητος συνόδευε τις κόρες και τη γυναίκα του – που ήταν και η ομορφότερη του χωριού – στην εκκλησία. Αρκετά σοβαρός, στεκόταν κάτω από τον πλάτανο της κεντρικής πλατείας και ήταν ο τελευταίος που έπαιρνε αντίδωρο από το χέρι του παπα-Ηλία, στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Οι κινήσεις του τυποποιημένες και αρκετά δωρικές. Έκανε έναν φαρδύ σταυρό στο περβάζι της εισόδου με το κερί της Ανάστασης, καθόταν στο τραπέζι, έπινε μερικά ποτήρια κρασί, που συχνά βουτούσε το ψωμί – που ο ίδιος ζύμωνε – και μετά πήγαινε για ύπνο.

Νήστευε όλη τη Σαρακοστή τα πάντα. Το φαγητό του ήταν λιτό: ψωμί, ελιές, ντομάτα, λάδι, σκόρδα και κρεμμύδια χλωρά από το μποστάνι του. Ανήμερα την Κυριακή του Πάσχα, ξυπνούσε νωρίς και έφευγε με ένα σακίδιο στην πλάτη για το προσκύνημά του. Ανέβαινε τη ράχη ολομόναχος, έφτανε την ώρα που χάραζε, ενώ η Αιδηψός ήταν πνιγμένη στον καπνό από τις κληματόβεργες. Το εκκλησάκι, από τότε που κρέμασαν στη μουριά τον πατέρα του, έστεκε βιγλάτορας στη δική του μνήμη. Ανήμερα του Πάσχα, ξεψύχησε σαν σφαχτάρι. Εκείνος ήταν τριάντα χρονών κι αυτός μόλις έξι μηνών. Μεγάλωσε ορφανός, έμαθε την τέχνη του επιπλοποιού, σκάλιζε το ξύλο με μαεστρία. Τα σκαρπέλα και τα κοπίδια του πάντα τροχισμένα και με τις οδηγίες του δημιουργούσαν αριστουργήματα. Εξαπτέρυγα σε τέμπλα, λέοντες στη βάση επισκοπικών θρόνων, αγγέλους που κρατούσαν καντήλες. Όπως έλεγαν, κελαηδούσαν οι καρυδιές στα χέρια του. Τη Μεγάλη Εβδομάδα τιμούσε τον θυμό του, γύρναγε στις αυλές του χωριού και δώριζε τον θάνατο στα ζωντανά που την Κυριακή του Πάσχα γύριζαν στις σούβλες. Έστρωνε κάτω από τη μουριά ένα μάλλινο υφαντό, το στόλιζε με μια καράφα κρασί, ένα καρβέλι ψωμί, μια φέτα τυρί, μερικά κομμάτια χορτόπιτα και δύο αυγά κόκκινα. Ένα για αυτόν κι ένα για τον πατέρα του. Ο ουρανός γεμάτος αερόστατα που άφηναν οι νέοι του χωριού, κι αυτός εκεί ψηλά, κοντά στον ήρωα της οικογένειας, άδειαζε την καραμπίνα του αρκετές φορές στον αέρα. Αργά το βράδυ κατηφόριζε για το τσαρδάκι του, έχοντας εκτελέσει ακόμη μια φορά το τάμα του.





Αθωότητα ~ Χρίστος Λάσκαρης



Δεν ξέρει τίποτα η αυγή
όταν χαράζει ευτυχισμένη
και δυναμώνει
και σε μέρα ξετυλίγεται.
τίποτα
απ’ το σκοτάδι που ζυγώνει.



φωτ. Erina Espiritu







Βουβή Εβδομάς (ή Ο Χρόνος με Ποδήλατο και Κρόταλα) ~ Αθανασία Δρακοπούλου


Τη Δευτέρα,
ένας Άγιος με φτερά από μουσαμά,
περπάτησε στην Κατεχάκη
κρατώντας ένα ροδάκινο και μια σάλπιγγα.
Δεν μίλησε σε κανέναν
- ήταν η Βουβή Εβδομάδα.
Την Τρίτη,
οι γυναίκες βάφτηκαν με κάρβουνο
και ξάπλωσαν στις ταράτσες,
διαβάζοντας οπισθοδρομικά τα Εγκώμια.
Το βράδυ, έβρεξε πρόχειρες σκέψεις.
Την Τετάρτη,
ο Ιούδας έκανε delivery
και τον πλήρωσαν σε λέξεις.
Την Πέμπτη,
τα περιστέρια γύρισαν από προσκύνημα
με ραγισμένους ανθρώπους
δεμένους στα φτερά τους.
Ο κόσμος κοιμήθηκε με παπούτσια.
Την Παρασκευή
μια μαυροφορεμένη σάλπιγγα
έπαιξε μπλουζ στον σταθμό Λαρίσης.
Κανείς δεν κατέβηκε.
Το Σάββατο
οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν λευκές.
Μόνο στη σελίδα (7)
έγραφε:
“Ανάστα, αλλά χωρίς φωνή.”
Την Κυριακή
Την επόμενη εβδομάδα
βάλθηκα ν’ αιμορραγώ, στο παρτέρι
με τις δίχρωμες βιολέτες.







* Φωτογραφία διαδικτύου.

Παιδικές Λαχτάρες ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  Μες τις παιδικές λαχτάρες ακούς τη ζωή. Φωνάζει δυνατά και άναρχα μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα. Δεν κρατά τα προσχήματα μ...

Αγαπημένες Αναρτήσεις