Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι καπνιστές είναι άνθρωποι με πάθη ασίγαστα! ~ Αθανασία Δρακοπούλου


Τα ερωτικά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου καπνίζουν ( το κάπνισμα δεν μειώνει τη γονιμότητα τους)
όχι με την ένταση της εξομολόγησης, αλλά με την υπομονή της σιωπής.
Η ερωτική εμπειρία στον Ρίτσο δεν εκρήγνυται, διαχέεται. Δεν φωνάζει την επιθυμία της, την υπαινίσσεται, την ψιθυρίζει. Ο καπνός, σ’ αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί όχι ως εθισμός αλλά ως ατμόσφαιρα , ένα λεπτό πέπλο που απλώνεται πάνω από τις καθημερινές κινήσεις των σωμάτων και τις ελλειπτικές εξομολογήσεις των προσώπων. Στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο μονόλογος κυλά με αργούς, σταθερούς παλμούς, σαν καπνός που διαγράφει κύκλους σε ένα δωμάτιο μισοφωτισμένο...
«Δεν μιλήσαμε ούτε απόψε, / ανάψαμε μόνο ένα κερί / κι αυτό ήταν όλο».
Το κερί, το φως, η σιωπή , όλα θυμίζουν εκείνο το αργό τσιγάρο που σιγοκαίει μέχρι να σβήσει από μόνο του, σαν τον έρωτα που δεν χρειάζεται δήλωση για να υπάρξει.
Η εικόνα του καπνίσματος επανέρχεται, έστω και υπόγεια, ως ρυθμιστής του χρόνου και του εσωτερικού ρυθμού του ποιήματος. Στον Ερωτικό Κύκλο, διαβάζουμε...
«Καπνίζεις και κοιτάς το χέρι σου, / σαν να μη σου ανήκει. / Το φως δεν αγγίζει τα μάτια σου».
Ο καπνός εδώ δεν είναι απλώς συνήθεια, αλλά συνθήκη ενδοσκόπησης.
Νοσταλγώ τις μέρες που είχα Πατέρα και ωσάν τα κριάρια, αντικριστά, στην ίδια στάση σώματος και με διαφορετική μάρκα τσιγάρων, με τον ίδιο παρορμητικό χαρακτήρα μπορούσαμε να έρθουμε σε ρήξη για το Πολιτικό πρόσωπο, το ερωτικό πρόσωπο και τις φήμες παρεκκλίσεων , της γραφής και της ζωής του Ποιητή...
Ο έρωτας στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου υπερβαίνει το φύλο, το σώμα και τον προσδιορισμό., είναι μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία, ένα πάθος που ενώνεται με την ιστορία, τη σιωπή και την καθημερινότητα. Δεν περιορίζεται σε βιολογικά ή κοινωνικά όρια, αλλά αποκτά οντολογική βαρύτητα., είναι ο τρόπος που το ανθρώπινο ον ψηλαφεί τον άλλο, αναζητώντας επικοινωνία, κατανόηση, επιβεβαίωση και λύτρωση.

( Ο Πατέρας ήταν γήινος και υλιστής)
Για τον Ρίτσο, το ερωτικό δεν είναι μόνο η σαρκική επιθυμία, είναι και η μνήμη, η φωνή, το άγγιγμα στο σκοτάδι, ένα βλέμμα ή ένα άδειο δωμάτιο. Στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, η αγάπη μοιάζει να υπάρχει περισσότερο ως φάντασμα του επιθυμητού, μια μορφή του απόντος, ο απόηχος, η ψευδαίσθηση...
«Είναι κάτι στιγμές / που οι λέξεις δεν φτάνουν / τότε σωπαίνουμε μαζί».
Εδώ, το ερωτικό βίωμα δεν ορίζεται από το ποιος είναι ο «άλλος», αλλά από το βάθος της σχέσης μαζί του ή ακόμα και από την απουσία του.




Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος

  Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και πότε, Αγαμέμνων. Ωδίνες τοκετού και τερατογενέσεις. Μεσουρανούν σβηστά φεγγάρια. Οι αμαρτίες. Οι αφέσεις. Των γεγονότων, όζουν ήδη τα κουφάρια. Λυσσομανάν αστάθμητα κι απρόοπτα, τείχη φτενά, πώς να κρατήσουν. Ανθίζει ωστόσο, μάνα, η λεμονιά. Η λεμονιά που πότιζες, ανθίζει ακόμα και καρπίζει. Σαν να μην έφυγες. Σαν να μην ήσουν.

Ευαγγελία Τάτση ~ Ποιήματα

  ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ Ένα σμήνος πουλιά που έχασε τον δρόμο του βρίσκεται τώρα μέσα στο κεφάλι μου άκου, μου λένε αυτός ο άχρηστος άνεμος δεν βγάζει πουθενά έξω δεν έχει βορρά ούτε και νότο καλύτερα εδώ στη λιμνοθάλασσα ας είναι.     ~~~       Το Καλοκαίρι βαρέθηκε φέτος να μας εγκαταλείψει και το Φθινόπωρο βαρέθηκε να μας βρει. Μια φίλη μου βαρέθηκε τελικά να βγει απ' το σπίτι αν και πολύ θα ήθελε να με δει. Κάτι σταγόνες βροχής άραξαν πάνω στα σύννεφα το μεσημέρι γιατί βαρέθηκαν να πέσουν. Σε μια ξένη χώρα ένας πόλεμος συνεχίζεται χρόνια λες και οι άνθρωποι βαρέθηκαν να ζουν. Ένα πεινασμένο σκυλί βαρέθηκε να γαυγίζει κι άρχισε να κλαίει. Ένας ηλικιωμένος τραγουδιστής έβγαλε καινούργιο δίσκο γιατί βαρέθηκε να πεθάνει. Ένας πεθαμένος προφήτης αναστήθηκε να πει τις ίδιες προφητείες γιατί βαρέθηκε ξαπλωμένος τόσα χρόνια στο χώμα. Όσο για μένα βαρέθηκα όλες τις λέξεις. Όσο για μένα γράφω αυτό το ποίημα σαν να πνίγομαι. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο πνιγμένος απ' ...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.

Σονέτο 18 Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (William Shakespeare) ~ Απόδοση Σ. Φάβρος

  "Shall I compare thee to a summer's day? Thou art more lovely and more temperate: Rough winds do shake the darling buds of May, And summer's lease hath all too short a date: Sometime too hot the eye of heaven shines, And often is his gold complexion dimmed, And every fair from fair sometime declines, By chance, or nature's changing course untrimmed: But thy eternal summer shall not fade, Nor lose possession of that fair thou ow'st, Nor shall death brag thou wander'st in his shade, When in eternal lines to time thou grow'st, So long as men can breathe, or eyes can see, So long lives this, and this gives life to thee." Να σας συγκρίνω με μέρα μιαν καλοκαιριού; Μοναχά σεις πιο γλυκιά και πιο θερμή Ξεριζώνουν οι άγριοι άνεμοι τα τρυφερά τα άνθη του Μαγιού Και έχουν οι μέρες του καλοκαιριού τόσο κοντή ζωή Φορές τόσο ζεστό που το μάτι του ουρανού φεγγοβολά Συχνά μέσ' στα χρυσά φορέματα του θαμπωμένο Και κάθε χάρη από χάρη κάποτε κατρακυλά Από της τύχης...

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

Lacrimae Rerum ~ Αγγελική Γιαννέλου

    LACRIMAE RERUM. motto: Ασκητής χρόνια, στη φωνή μου μονάζω' πόνων ποιμένας  ~~~   Ενάτη Ώρα Στης καρδιάς τα πεδία συσσεισμός τρόμος   Φρέαρ ορύσσω, ν' αναβλύσουν πυρφόροι τής Γενιάς θρύλοι   Στην Ύβρι πάνω, πεπραγμένων δεσμώτης, προσδοκώ Δίκην     ~~~      Απελπισμένοι οι πιστοί μας οι όρκοι παραδοθήκαν   Οι πολεμίστρες,  πια, αφύλαχτες μείναν Ρήμαξ ' η χώρα Στ' αποκαΐδια μαυροπούλια και γύπες  γελώντας κρώζουν ~~~     Θρυματίστηκαν  -σκουριασμένοι καθρέφτες- οι προσδοκίες   Αχλύς γινήκαν ματωμένης ελπίδας άγουρα χρόνια   Ο θερισμός μας, τόσων χρόνων αγρυπνίας, πέτρινα στάχυα     ~~~  Μέ κατατρύχουν τού Ταρτάρου τα ρίγη Άταφοι σκούζουν   Μ' έχουν οργώσει τών αιμάτων τα μύρα Ανθίζω μνήμες   Μ' ένα τραγούδι θα λαλήσω τον πόνο, σα νυχτοπού...

Αναρριχητικά του Έρωτος ~ Αντώνης Δ. Σκιαθάς

  Πλησίαζε το εξόδιον του μηνός Μαρτίου. Οι νύχτες πλέον στα άστρα κλεμμένες, τη μια από τους θεούς την άλλη από τους ανθρώπους. Τι ταξίδι και αυτό, στα αναρριχητικά του Έρωτος στο πανδαιμόνιο της σάρκας η παγερή στιγμή του πάθους όπου το έγκλημα της ηδονής στις φοβερές νοσταλγίες της εφηβείας. Καθώς Ο αέρας καμώνεται το γαμπρό και η γαζία πλήρης υμεναίων τη νύφη. Ασχημονούν λοιπόν οι σκιές των εραστών; πριν καλά καλά νοιώσουν, ο ένας τον άλλο στην υγρασία της γλώσσας τους. “Ασκήσεις Ηδονής” Αντώνης Δ.Σκιαθάς