Ο Χαρταετός - Οδυσσέα Ελύτη “Μαρία Νεφέλη', Ίκαρος, 1978
Γεράσιμος Δενδρινός ~ Κλειστά
![]() |
| Ο Πιέρ Λοτί την ημέρα της υποδοχής του στη Γαλλική Ακαδημία, 7 Απριλίου 1892 |
Μαριάννα Γ. Παπουτσοπούλου, Το σωσίβιο φτερό, Γαβριηλίδης, 2015
θα πρέπει.
Μετά την ποικίλλη στοά, μετά κι από τη στροφή
των απεγνωσμένων σπονδών μας
που αναβοσβύνουν συνομωτικά μια νύχτα που γέρνει
σκαμμένη γλυφές ταβανιών και ωραίων θανάτων,
θα πρέπει να υπάρχει στο άπειρο, διάπλατο,
κι ανάλαφρα αναρριχτό στην σελίδα του τέλους, το πρότυπο,
η ιδέα αυτή, η ατόφια της αγάπης, η ιδ'εα ΑΓΑΠΗ,
η κορασίδα Αγάπη, η κίνηση αγάπη, η ανοησία αγάπη,
ο χορός αγάπη μου, η ευλογία της αγάπης σου
που βρίζει σα χτήνος κάθε φορά που σκάει
από την αρμυρή κρούστα που γράφουν τα διπλόκαρφα δάκρυα
ή ουρλιάζοντας από ανήμπορο πόνο, από ανάγκη πάσα
να σε βρει και να σ' αγγίξει ολόκληρον στραγγίζοντας
τα πάντα σε μιαν ώρα πλησμονής, αντλώντας κουβάδες το φως
καλοκαιρινό από τις ξεχασμένες χαρακιές των νευρώνων
που χτεσινές και παιδικές, σα μικρά χορταράκια γείραν
και τυλίχτηκαν γύρω στην ύλη μας
θαμιστικές, θωπευτικές κι ευφρόσυνες,
φορώντας, ξανά και ξανά, τη μάσκα
ενός σατύρου δίχως αύριο,
ενός αγγέλου για μεθαύριο
δυο ασωμάτων αγίων
κι ενός ανθρώπου σημερινού.
Το παράπονο του μαρμάρου ~ Μιχαήλ Μητσάκης
Αφιερώνεται εις τον αγαπητό μου Γεώργιο Καλοσγούρο
Με τα πόδια σπασμέν’ από το γόνατο, με τα χέρια κομμέν’ από τον άγκωνα, κοίτεται μέσα στο μουσείον το παλληκάρι το αρχαίο. Μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του, και φαίνεται ωσάν να κοιτάζη το ίδιο του το κορμί. Ακέρηο απ’ άκρη σ’ άκρη, το σώμα του τεντόνεται, σαν κατάλευκ’ ονειροφάντασμα ωραιότητας και γεροσύνης. Της γλυκειάς ωσάν κοριτσιού, της παλληκαρίσιας σαν ήρωα μορφής του το αλαφρό σήκωμα, βαστούνε, του εξαίσιου λαιμού του οι χαριτωμένες γραμμές. Από το σβέρκο του που σκύβει λιγάκι, φεύγουνε πίσωθε, ανοιχτές, οι δυνατές πλάτες του· μα από μπροστά, τα στήθια του ορθόνονται εύρωστα, σφιχτά, με φουσκωμένα, ξαναμμένα τα βυζά, σα ναν τ’ ανασηκόνη ο πλούσιος χυμός, που αναβράζει από μέσα τους. Η ράχη του μακριά, ίσια, κατεβαίνει, χωρισμένη με αυλάκι βαθύ, και τυλίγει, λες και το βλέπεις, αποκάτου από το δέρμα, το κανονικότατο φκιάσιμο των κοκκάλων και το αξεχώριστο δέσιμό τους. Απαλή, με τα πλευρά πλεγμέν’ αρμονικά, τώνα με τ’ άλλο, λυγίζεται η μέση του η λεπτή, που σε πάει μαλακά μαλακά, από το ανδρικό τέντωμα των στηθών του, εις της τρεμάμενης, της ανθισμένης σάρκας των πισινών του την αφροδίσια εμμορφιά, στα ρυθμικά μάγια των λαγαρών του. Λαμποκοπάει, γυαλιστερή σαν καθρέφτης, όλη, με ανεπαίσθητες ζάρες εδώ κ’ εκεί, η κοιλιά του, η πλατειά και η σύμμετρη αντάμα, και καταμεσής της χαμογελάει γλυκύτατα ο αφαλός του, που μόλις φαίνεται, και από κάτου της, ξέσκεπο, ελεύθερο, περίλαμπρο, ολόφωτο, το θείο βασίλειο της νειότης του υψόνεται. Ακμαία, γενναία, τορνευμένα, στρογγυλόνονται τα μεριά, και τραβούν κατά κάτου, ομαλά, ευθύγραμμα, για να βρουν τα κορδωμένα ντικλίνια. Δώθε και κείθε δίπλα εις το κορμί, ξεφυτρόνουν από τους ώμους του τα νευροδύναμα μπράτσα του, κι απάνω τους, χωρισμένοι, καθαρά καθαρά, καθ’ ένας από τον άλλον, μα κ’ ενωμένοι αξεκόλλητα εντούτοις, ήσυχοι, αξέννοιαστοι, ωσάν ν’ αναπαύονται με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, προβάλλουνε οι μυώνες, καμαρωτοί και περήφανοι. Αλλά κει που με τον αγκώνα η πήχη θα εκαρφωνότανε στερεά στο μπράτσο, κει που η πανώρηα καμάρα της άντζας θα εκολλούσε σφιχτά με την ισάδα την τολμηρή του μεριού, σα μια πληγή ανώμαλη και βαθειά, με απότομα τα ξεπεταχτά της τα χείλια, μονάχη δείχνει, πού θα ήντουσαν τα στιβαρά χέρια, τα επιδέξια να ρίχνουνε το λιθάρι ή να κατεβάζουν τη γροθιά, πού θα ήντουσαν τα πόδια τα φτερωμένα, τα πόδια τα άφθαστα εις το τρέξιμο και τα ασύγκριτα εις το πήδημα. Σαν ναν την έχη δομένη παλάμη άγνωστη, οπού να προμελέτησε το χτύπημα, που να επροσχεδίασε το άδικο, τ’ άρπαξε, χέρια και πόδια, καθώς κατέβηκε, η βαθειά πληγή, και λείπουνε παρμένα. Όλο το άλλο του το σώμα, απείραχτο κι ανέγγιχτο και έμψυχο, παρουσιάζετ’ εμπρός σου, μονομιάς, σα ναν του χάρισαν, λες δεν επέρασε ακόμη στιγμή, το δώρο της ύπαρξης, σα να εφύσηξαν μέσα του, λες και δεν είνε στιγμή ακόμη, την πνοή της ζωής. Από τα σκέλια έως εις τα μαλλιά, από την κορφή έως τα ντικλίνια, τίποτα δε θολόνει το φάνταγμα του θαυμαστού του κορμιού, τίποτα δεν ατιμάζει τη μαγική του την όψη, τίποτα δεν ντροπιάζει την όψη του τη λαμπρή. Ούτε το μικρότερο τρίψιμο, ούτε το απλούστερο ράγισμα, ούτε το ελάχιστο χάλασμα, δε ζημιόνει καθόλου του παλληκαριού τη θωριά που σε θαμπόνει. Αλλά των μπράτσων του η πληγή, μα η πληγή των μεριών του, προβάλλει και χάσκει, άσπλαχνη, φρικτή, και κόβει με κακία στη μέση το κατάλευκ’ ονειροφάντασμα, και ξυπνάει το μάτι άξαφνα απ’ το μεθύσι του το γλυκό. Θάλεγες πως μοίρα κρυφή, θάλεγες πως εκδίκηση μυστική, που ή εφθόνησε η ίδια το τέλειο, το μοναδικό το κορμί, ή θέλησε να δουλέψη το άγριο μίσος εχθρού ζηλιάρη, επίτηδες άπλωσ’ απάνω του το βαρύ χέρι της, το χέρι της το αλύπητο, κ’ επίτηδες τ’ άφηκε ανέγγιχτο τ’ άλλο, κι επίτηδες του ’κοψε μονάχα τα άκρα του, για ναν του πάρη τη δύναμι να κινιέται, για ναν το κάμη ν’ απομείνη να σέρνεται, το φτωχό, πεντάμορφο, μα κολοβωμένο, για ναν το κάμη να βλέπη, ωσάν κατάδικος, τον εαυτό του παράλυτο, για ναν το κάμη να παρασταίνη αντάμα και τη μεγαλύτερη εμορφιά και τη μεγαλύτερη ασχήμια. Και ο νέος, κοίτεται τόρα, έτσι, εκεί πέρα, δίχως να μπορή ούτε στα χέρια του να βασταχθή, ούτε στα ποδάρια του να στηρίξη, δίχως να μπορή να σταθή ορθός, δίχως να μπορή να σηκωθή, σαν σακάτης σε κρεββάτι αρρώστιας. Την ασπράδα την άγγιχτη του κορμιού του, θλιβερά αγκαλιάζει η μαυρίλα του ξύλου, που είν’ απλωμένος, κι αποκάτου του ένα ψηφίο φανερόνει τη σειρά που τον έχουν βαλμένον. Απ’ των παραθυριών τα αψηλά τζάμια πέφτει χάμου, θαμπό το φως, και σκορπίζει πένθιμη λάμψι. Γύρω τριγύρω του, συντρόφια του εις τη συφορά του, σα ναν τα σώριασε η ίδια μοίρα, κι αυτά κει πέρα, παρόμοιας κατάρας θύματα, άθλια χαλάσματα της ζωής, οπού γυρεύουν ησυχίαν από τα πάθη, λείψανα τέτοιας τύχης οπού βρήκαν λιμάνι για να φύγουν τις μπόρες, να γλιτώσουν τα βάσανα ταραγμένης υπάρξεως με τον ίδιον τρόπο, απαράλλαχτ’ απάνω στα ξύλινα, απάνω στα μαύρα στηρίγματά τους, σα σε κρεββάτια ξαπλόνονται, γεμίζουν όλον τον τόπο, κοψοπόδαρα, ή κουλά, ή ραγισμένα, ή μισοσπασμένα, ή κατατσακισμένα, σα σε νοσοκομείου ζωγραφιά, λες κι ακαρτερούν το χειρούργο για να ιδή της πληγές τους, ένα σωρό κι άλλα κορμιά σαν αυτόν, ωσάν αυτόν κι άλλα κουφάρια ένα σωρό. Μέσα στην κρύα τη σάλα, τη στρωμένη με πλάκες, η σιωπή είνε απόλυτη, ανέκφραστο παράπονο βασιλεύει και μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, το παλληκάρι το ωραίο, φαίνεται σαν να βλέπη το ίδιο του το κορμί, και σαν σύννεφο λύπης, που μόλις διακρίνεται, να σκεπάζη την καλή του μορφή, την παλληκαρίσια και τη γλυκειά. Αχ, δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια, αυτήν την τύχη, όταν, λεβέντης καμαρωμένος, εσυργιανούσε εις τις στοές και στα γυμναστήρια της παλαιάς πόλεως την ανεκδιήγητη δόξα των αψεγάδιαστων μελών του. Αχ, δεν εφανταζότανε βέβαια αυτήν την τύχη, όταν, στεφανωμένος αγωνιστής έρριχνε το λιθάρι στο Στάδιο, ή ενικούσε στο πάλαιμα, ή εκουβέντιαζε με τους φιλοσόφους, ή ανέβαινε στην Ακρόπολι, μπροστά μπροστά στα ιερά πανηγύρια. Δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια αυτήν την τύχη, όταν έβγαινε απ’ τα χέρια του γλύπτη του, όταν άστραφτε μέσα στ’ αργαστήρι του, από κάτου απ’ τον ολάνοιχτο ουρανό της Αθήνας, αποκάτω απ’ του ήλιου την ασκίαστη λάμψι, ανατριχιάζοντας όλος από δύναμη κι από αντρειά. Και δεν εφανταζότανε, —αχ, ποτέ βέβαια!— αυτήν την τύχη, όταν, θνητός αυτός, έβλεπε ναν τον στυλόνουνε στο ναό, για να παραστήση του Απόλλωνα ή του Ερμή το αθάνατο το είδωλο. Και σαν νικημένος πολεμιστής, με σπασμένα τα πόδι’ από το γόνατο, με κομμένα τα χέρι’ από τον άγκωνα, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του. Ακίνητο, με τα μάτια του σταθερά, θάλεγες όμως πως τριγυρνάει το βλέμμα του από τους ώμους του τους νευρώδεις εις τα τορνευμένα του τα μεριά, από τη λυγερή του τη μέση εις το φούσκωμα των στηθών του, απ’ την τρεμάμενη, την ανθισμένη σάρκα των πισινών του στο θείο βασίλειο της γυμνής νειότης του. Καθώς σκύβει ελαφρά το λαιμό του, λες κ’ εξετάζει μονάχος του το σώμα του, και μελετάει τους μυώνες του και σπουδάζει το φκιάσιμό του. Και κάπου κάπου, στον κρυφό του περίπατο, το βλέμμα του φαίνεται σα να καρφόνεται, βαρύ, βαρύ, και εις των γονάτων του τις απότομες λαβωματιές, και εις τις σκληρές των αγκώνων του τις πληγές. Κι αν τον κοιτάξης ώρα πολλή, πολλή, πεσμένον έτσι, με της λύπης το σύννεφο το άφαντο, οπού σκεπάζει το μέτωπό του, θαρρείς πως —τάχα μονάχα σε γελάει το μάτι σου;— σιωπηλό δάκρυο λαμποκοπάει κάπου κάπου, μεσ’ απ’ τα πέτρινα ματόφυλλά του…
Μιχαήλ Μητσάκης. 1956. Το έργο του. Εισαγ.-σχόλια-επιμ.: Μιχ. Περάνθης. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον Εστίας.
![]() |
| η λήψη της φωτογραφίας έγινε το 2019 στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. |
Πηγή: https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=806
Τα κενά ~ Κατερίνα Ατσόγλου
Τάσος Λειβαδίτης - «Ἡ Γέννηση» (1983), «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς»
3 Ποιήματα ~ Γιώργος Μπακλάκος
Μίλα.
Μη φυλακίζεις μέσα σου τις λέξεις.
Τ’ ανείπωτα εκδικούνται.
Θα μας χαράξουν το πρόσωπο τόσο πολύ
που δε θα γνωριζόμαστε πια.
Υπομονή παιδί μου, θα μάθεις.
Θα μάθεις να κρύβεις την απουσία σου
να δίνεις το «παρών» χωρίς να βρίσκεσαι εκεί.
Θα μάθεις να αναφλέγεσαι χωρίς να καίγεσαι,
να βουλιάζεις χωρίς να πνίγεσαι.
Θα μάθεις να νευριάζεις χωρίς να κρατάς θυμό,
να κουράζεσαι δίχως ιδρώτα.
Θα μάθεις να σκέφτεσαι χωρίς να πράττεις,
ν’ αγαπάς χωρίς καρδιοχτύπι, μηχανικά, από συνήθεια.
Θα πλησιάζεις ολοένα πιο κοντά στη ματαιότητα
κι όχι δεν είναι μάταιος ο θάνατος·
μάταιος ο φόβος του να σου στερεί τη ζωή,
μάταιη η συναινετική νοθεία.
Θα μάθεις να χάνεις δίχως να χάνεσαι.
Υπομονή παιδί μου θα μεγαλώσεις.
Λέξεις τριμμένες στη φθορά της χρήσης
σαν ξεφτισμένα τζιν παντελόνια,
χιλιοειπωμένες, χιλιοακουσμένες
δίχως να έχουν πια τη δύναμη να συγκινήσουν,
με σημασίες συγχυσμένες κι αβαρείς
δίχως κανέναν πια να μπορούν να πείσουν.
Κάποτε «Σ’ αγαπώ» σήμαινε παράδοση άνευ όρων της ψυχής
τώρα κι ο τελευταίος των Βανδάλων το έχει ξεστομίσει.
Τώρα οι καταπιεστές παρελαύνουν στους δρόμους με πλακάτ
διαδηλώνουν με περισσή αυταπάρνηση κι αλληλεγγύη
για τους καταπιεσμένους φωνάζοντας ελευθερία και δικαιοσύνη.
Τί να πιστέψεις;
Τέχνη της ποίησης δείξε τις φωλιές, αποκάλυψε τους δρόμους
να γίνουν οι λέξεις φωτιές πρωτογέννητες
απαλλαγμένες από τη συνήθεια
ξαγνισμένες από τ’ αλλότρια νοήματα και της ευτέλειας τον ξεπεσμό·
οι άνθρωποι να πιστευθούν και πάλι να πιστέψουν.
Νυχτοφιλία ~ Ορέστης Αλεξάκης
[Ποιά θέληση θεού μας κυβερνάει…] ~ Κώστας Καρυωτάκης
ποιά μοίρα τραγική κρατάει το νήμα
των άδειων ημερών που τώρα ζούμε
σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;
εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία,
και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας
ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.
Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα,
που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμε
τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;
Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν,
στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε
σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα.
Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία,
έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες,
και μόνο το συναίσθημα κρατούνε
Είναι κάτι φριχτές ανταποδόσεις.
Είναι στον ουρανό μια σιδερένια,
μια μεγάλη πυγμή, που δε συντρίβει,
μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ
Μόρια - Παμμήτωρ Γη ~ Νίκη Γκίζη [ απόσπασμπα σελ. 20-21] Εκδ. Γκοβόστη
[...] Δεν παλεύεται η μνήμη. Φέρνει πίσω εικόνες, κουβέντες, συναισθήματα, αγαλλίαση, σε περιμένει με πείσμα εκεί και όσο πιο πολύ σε πονάει, τόσο πιο πολύ το ευχαριστιέται. Δεν μπορείς να τη διώξεις μόνο πρέπει να βρεις τη δύναμη να συνεχίσεις αλλά η ζωή στερεύει μέσα σου, οι θύμησες κονταίνουν την ανάσα σου, τη σβήνουν και τότε πετάγεσαι στον ύπνο σου ψάχνεις αγαπημένους που έχασες, τους φωνάζεις τόσο δυνατά που ακόμα και η θάλασσα που τους κατάπιε σε φοβάται. Τύψεις με βασανίζουν. Άραγε, αν δεν είχα πάρει την μπάλα και το τετράδιο μαζί μου όταν φύγαμε κυνηγημένοι από το πατρικό μου, μήπως δεν βούλιαζε η βάρκα; Μήπως δεν χάνονταν τόσοι άνθρωποι μέσα στα μανιασμένα κύματα αν δεν είχα κουνηθεί στη βάρκα για να βολευτώ καλύτερα; Μήπως ο πατέρας ήταν τώρα κοντά μας αν του κρατούσα πιο σφιχτά το χέρι μέσα στο νερό; Μήπως άθελά μου κάλεσα τον στρόβιλο του ανέμου, το φως της αστραπής, το ζόφο της βροντής, γκάστρωσαν τη θάλασσα, αυτή άπλωσε το μαύρο δίχτυ της και άρχισε να καταπίνει μία, μία τις ψυχές; Δεν μετριούνται οι ψυχές ούτε οι νεκροί και οι αγνοούμενοι.Μετριούνται τα "μου" που λείπουν. Ο πατέρας "μου", ο γιός "μου", η μάνα "μου", η αδερφή "μου". Οι πέντε έγιναν πεντακόσιοι, οι δέκα χίλιοι, κι εγώ δεν είμαι δώδεκα, ούτε εκατόν είκοσι, ούτε χιλίων διακοσίων χρόνων, είμαι απλά ένας αριθμός. Πόσο ασήμαντη και σημαντική ταυτόχρονα είναι η ζωή σε σχέση με το σύμπαν και το χρόνο!
Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος
Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και...
Αγαπημένες Αναρτήσεις
-
Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι πίσω από τον τοίχο έχει μια θάλασσα ένα λιβάδι και παγωτά έχει ένα ροζ ποδήλατο, ένα για την καθεμιά ...
-
ευθαρσώς και στα ίσα Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά - ωραίο πρόσωπο, ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας (τι...
-
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΠΕΤΑΙ ξεκινά εκεί που συγγενεύεις με τη σιωπή και φτάνει ως το πιο συχνό σου ρίγος εξάλλου η αγωνία ...
-
οι λέξεις Σταγόνες χρώματα θα λες οι λέξεις πως ήτανε διαμάντια στο στέμμα σου μικροί αγέννητοι πρίγκιπες. Με το όνομά της Δεν έδωσε στο πα...
-
Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες...
-
Ι. Βεντάλια θέρους (και μια πλαγιά σκιερή να σ΄ αγναντεύω) ~~~ ΑΧΘΟΣ ΑΙΘΕΡΑ Γαλάζιους σάκους κουβαλά, μ΄ αρώματα. Τον λεν Μαΐστρο. ~~~ ΕΠ...
-
Fabienne Verdier θ' απλώσω τη θάλασσα στο τραπέζι να βρέχει τα λόγια με τα κύματα να πνίγει τις σιωπές ν' ανασταίνει των φθόγγων ...














