Είμαι σαν Εσένα - Κατερίνα Ατσόγλου [19/06/2016]


Πατέρα
ακόμα σε αναζητώ
δεν με κατάλαβες ποτέ
ούτε εγώ εσένα.

Στέκεσαι σιωπηλός
στέκεσαι μακριά μου
δεν έτρεξα ποτέ
στην αγκαλιά σου.

Σκληρός σαν το μυστρί
που μας έθρεψε
και καθαρός σαν το νερό
μες τον ασβέστη.

Πατέρα μου έλειψες πολύ
ήθελα στον αέρα αγκαλιές
και βόλτες με ποδήλατο
ήθελα να έχω χρώμα ροζ για 'σένα...

Είμαι σαν εσένα
σκληρή και μόνη!






Διαμαντόπουλος Διαμαντής (1914 - 1995)
Σοβατζής, 1949, Μεταξοτυπία , 59,5 x 49,2 εκ.






Επίγραμμα για το Δίστομο ~ Γιάννης Ρίτσος

Εδώ' ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
ώ εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις.
Εδώ πονά η σιωπή, πονάει η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ' τη θυσία κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό λυγμό, σκαλί - σκαλί, μεγίστη σκάλα
[πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια. Αφιέρωμα στα 40χρονα του ΕΑΜ, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1981, σ. 137]








Ἰθάκη - Κ.Π.Καβάφης [Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ /[ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΑ, 1897-1933;] /[1905 – 1915, θεματική συλλογή] /Ιθάκη]


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος,γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτήσυγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος.Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τί ευχαρίστησι, με τί χαράθα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους·να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τί σημαίνουν.

[1910, 1911*]


πηγή: https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=9&text_id=658 






φωτ.: Vintage Edwardian photo of a woman at the sea.

Edward Linley Sambourne (4 January 1844 – 3 August 1910) was an English cartoonist and illustrator most famous for being a draughtsman for the satirical magazine Punch for more than forty years and rising to the position of ‘First Cartoonist’ in his final decade. He took photographs to help with his drawing.

Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα (Federico del Sagrado Corazón de Jesús García Lorca) - Nido de ruisenorew (Ποίηση)

Ποια βροχή σιωπής
με κάνει να ριγώ,
αν την αγάπη μου άφησα νεκρή
στη θλιβερή την όχθη;
Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα (Federico del Sagrado Corazón de Jesús García Lorca) - Nido de ruisenorew (Ποίηση) 
 
 
 
 
 
 

 
 
φωτ. Im Nebel, Max Baur (1930s) Max Baur (1898-1988) “Im Nebel” (In the Fog) 1930’s

 

Ένα κερί - Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)


Αυτό το κερί που άναψα

περαστικός από τον οίκο Σου

δεν είναι η προσευχή μου

για να Σε φτάσει εκεί ψηλά

δεν είναι οι παρακλήσεις μου

ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα

που εναπόθεσα σε Σένα.

Η καθαρότητα της ύλης του

δε συμβολίζει το ακηλίδωτο

της πρόθεσής μου

και η μαλακή του υφή

καθόλου δεν υπόσχεται

την εύπλαστη μεταστροφή μου

στη μετάνοια

όπως οι αλληγορίες εγγράμματων πιστών Σου

ξέρουν να τυλίγουν.

Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τα’ άλλα

όμως αυτό ανάφτηκε

για να Σου πει

πως ευτυχώς

στέκομαι εδώ αβοήθητος

και πως ακόμα

όσο μπορώ

θα λάμπω.


~~~


Michael Kenna photography






Αφορισμοί - Κατερίνα Ατσόγλου

Ευτυχώς που δεν προκαλώ τον έρωτα 

φαντάζεσαι να έπρεπε να κάνω τη Μούσα; 

Ποιος εγώ, που είμαι ένα ξωτικό και αλλάζω μορφές

τις νύχτες που κοιμάσαι


[Αφορισμοί - Κατερίνα Ατσόγλου, 2020]




Art. :Simon Vouet - Parnassus or Apollo and the Muses

c. 1640

Oil on panel, 88 x 222 cm

Szépmûvészeti Múzeum, Budapest

Γιάννης Ρίτσος - Το νόημα της απλότητας


Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·

αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.


Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα

σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.


Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος

για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.

~~~   ~~~   ~~~




[η φωτογραφία (μου) είναι από τη Λίμνη Πλαστήρα]





Μνήσθητί μου, Κύριε...

 

Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.

Και είπεν αυτώ ο Ιησούς· Αμήν λέγω σοι, 

σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω.

 (Λουκ. 23:29-43)

 

 

 


 

 

 

 Η απεικόνιση της Σταύρωσης είναι η μία όψη από την αμφιπρόσωπη εικόνα που φυλάσσεται στο Βυζαντινό και Αρχαιολογικό Μουσείο. Οι διαστάσεις της είναι 105Χ 65 εκ. Οι άγγελοι ανήκουν στον 9ο αι. ενώ είναι επιζωγραφισμένη σε τεχνοτροπία του 13ου αι. Η θλίψη εκφράζεται στα πρόσωπα "με τρόπο απλό και ρυθμικό, αλλά δυνατό που θυμίζει το 13ο ιταλικό αιώνα. Στην παράσταση της Σταύρωσης που αποκαλύφθηκε μετά τον καθαρισμό στο Εργαστήριο Συντήρησης του Βυζαντινού Μουσείου από τον Α Μαργαριτώφ το 1960. διακρίνοντας τρία διαφορετικά στρώματα ζωγραφικής Από τον 9ο αι. διατηρείται ο σταυρός, οι δύο άγγελοι με τα πόδια πτηνού, το σώμα του Εσταυρωμένου, το χέρι του Ιωάννησε δέηση, και στον αριστερό ώμο της Παναγίας δοχείο που κρατούσε ο άγγελος (συμβολισμός της Εκκλησίας) Ο κάμπος με τα άστρα και οι επιγραφές θεωρούνται προσθήκες του 10ου αι. Τέλος στη ζωγραφική φάση του 13ου αι. ανήκει η Παναγία, ο Ιωάννης και η κεφαλή του Χριστού. Σύγχυση επικρατεί σχετικά με την ακριβή προέλευση της πίσω όψης της εικόνας, η οποία απεικονίζει την Παναγία Παμμακάριστο. Στο βιβλίο καταγραφής του Βυζαντινού Μουσείου (1915) αναφέρεται πως παραχωρήθηκε από τη μονή Ευεγγελιστρίας του Δήμου Πέτα , χωρίς καμία άλλη διευκρίνηση σχετικά με τη γεωγραφική θέση. Ο Γεώργιος Σωτηρίου ανέφερε πως προερχόταν από τη βυζαντινή μονή της Κόιμησης της Θεοτόκου στη Σκριπού της Βοιωτίας, και δωρήθηκε από τη Μονή Ευαγγελιστρίας του Δήμου Πέτα. Η Μαρία Σωτηρίου θεωρεί ότι προέρχεται από τη Μονή Ευεγγελιστρίας στο χωριό Πέτα κοντά στην Άρτα της Ηπείρου και αποδίδει την επιζωγράφησή της σε εργαστήριο της περιοχής αυτής. Η αρχαιολόγος Χρ. Μπαλτογιάννη υπέθεσε πως προερχόταν από τη μονλη Ευαγγελιστρίας του Δήμου Πέτα Θηβών και μεταφερθηκε εκεί από τη γειτονική εκκλησία της Σκριπούς.

 

Πηγή:  https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7_(9%CE%BF%CF%82_%CE%B1%CE%B9.)_%CE%92%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CF%8C_%CE%9C%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B5%CE%AF%CE%BF?fbclid=IwAR03K-OZ3-FJxHGJLRq7hTnDM8F78O2V_iov6oyCwxhK0gmW1q1bA5YQDKc

 

 

 

 

 

 

Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός...

 
 

Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. 

Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς.

 

 
 
 Το έργο "Ιδού ο νυμφίος έρχεται" είναι ζωγραφικό έργο του Έλληνα καλλιτέχνη Νικόλαου Γύζη (1842-1901). Ανήκει στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας.


Ρόδα ελπίδας ένα σονέτο παραίτησης ~ Στρατής Φάβρος

Κυλάω από το καθαρό ποτάμι
κλέβω από λόγια που ρίζωσαν
γιατί σε όλες τις πιο τρυφερές σου στιγμές
ήταν τα χέρια μου μέσα στα δικά σου
ήμουν, είμαι παντοτινός δίχως να είμαι
τρυφερός σαν αγέρι
δροσερός σαν την χλόη
θα σε γνωρίσω στην τρυφερότητα
θα σε αφήσω να με πληγώσεις
γιατί μόνο πληγώνομαι
και από το αίμα μου ανθίζουν
ρόδα ελπίδας

Αφροδίτες 2016

Στην Λου

 

 

 

φωτ. Κατερίνα Ατσόγλου ~ Κεχριές Κορινθίας, ιερό της Αφροδίτης.

 

 

 


 




Ἱερὰ Ὁδός ~ Ἄγγελος Σικελιανός



Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα

ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου

μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως

ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει

τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα

βουλιάζει.


Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,

σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει

ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν

περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο

ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει

σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.

Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα

σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.


Φανερωμένος

μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε

ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια

γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα

ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,

μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τους σὰν ἴσκιους.


Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος

κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα

μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα

π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,

θρονὶ μοῦ φάνη μοιραμένο μοῦ ἦταν

ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,

σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας

ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα

αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.


Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο

τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.

Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,

καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες

συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.


Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου

καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω

νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο

τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να

χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία

τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε

στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.


Ἡ μία,

(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,

μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο

τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω

μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη

ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν

ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,

αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,

μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,

γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν

Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της

πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.

Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,

σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο

μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο

ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα

τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα

τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα

στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!


Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη

ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα

῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας

στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο

ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες

φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια

τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,

νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της

γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται

ζωηρά.


K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα

ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,

ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες

στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·

ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.


Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία

τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,

δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα

μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,

μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου

τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,

μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου

τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα

δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες

ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.


Τί ἐτούτη ἀκόμα

ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν ᾌδη.


Καὶ σκυμμένο

τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,

καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος

κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.


Μὰ ὡς, τέλος,

ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας

ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,

καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου

μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι

τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια

τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.

K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:

«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα

ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,

κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τήνε κράζω,

θὰ γιορτάσουν μαζί;»


Κι ὡς προχωροῦσα,

καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια

πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος

νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,

καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει

τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα

βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε

πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη

ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,

σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,

ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,

ἕνα μούρμουρο,

κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:


«Θὰ ῾ρτει.»


(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)









Αγαπημένες Αναρτήσεις