Είμαι σαν Εσένα - Κατερίνα Ατσόγλου [19/06/2016]
Επίγραμμα για το Δίστομο ~ Γιάννης Ρίτσος
Ἰθάκη - Κ.Π.Καβάφης [Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ /[ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΑ, 1897-1933;] /[1905 – 1915, θεματική συλλογή] /Ιθάκη]
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος,γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος.Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη. Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. [1910, 1911*] πηγή: https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=9&text_id=658 |
Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα (Federico del Sagrado Corazón de Jesús García Lorca) - Nido de ruisenorew (Ποίηση)
Ένα κερί - Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)
Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φτάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπόθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
και η μαλακή του υφή
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράμματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.
Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τα’ άλλα
όμως αυτό ανάφτηκε
για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.
~~~
![]() |
| Michael Kenna photography |
Αφορισμοί - Κατερίνα Ατσόγλου
Γιάννης Ρίτσος - Το νόημα της απλότητας
Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·
αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,
θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,
θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.
Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα
σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)
φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –
πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.
Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.
~~~ ~~~ ~~~
[η φωτογραφία (μου) είναι από τη Λίμνη Πλαστήρα]
Μνήσθητί μου, Κύριε...
Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.
Και είπεν αυτώ ο Ιησούς· Αμήν λέγω σοι,
σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω.
(Λουκ. 23:29-43)
Η απεικόνιση της Σταύρωσης είναι η μία όψη από την αμφιπρόσωπη εικόνα που φυλάσσεται στο Βυζαντινό και Αρχαιολογικό Μουσείο. Οι διαστάσεις της είναι 105Χ 65 εκ. Οι άγγελοι ανήκουν στον 9ο αι. ενώ είναι επιζωγραφισμένη σε τεχνοτροπία του 13ου αι. Η θλίψη εκφράζεται στα πρόσωπα "με τρόπο απλό και ρυθμικό, αλλά δυνατό που θυμίζει το 13ο ιταλικό αιώνα. Στην παράσταση της Σταύρωσης που αποκαλύφθηκε μετά τον καθαρισμό στο Εργαστήριο Συντήρησης του Βυζαντινού Μουσείου από τον Α Μαργαριτώφ το 1960. διακρίνοντας τρία διαφορετικά στρώματα ζωγραφικής Από τον 9ο αι. διατηρείται ο σταυρός, οι δύο άγγελοι με τα πόδια πτηνού, το σώμα του Εσταυρωμένου, το χέρι του Ιωάννησε δέηση, και στον αριστερό ώμο της Παναγίας δοχείο που κρατούσε ο άγγελος (συμβολισμός της Εκκλησίας) Ο κάμπος με τα άστρα και οι επιγραφές θεωρούνται προσθήκες του 10ου αι. Τέλος στη ζωγραφική φάση του 13ου αι. ανήκει η Παναγία, ο Ιωάννης και η κεφαλή του Χριστού. Σύγχυση επικρατεί σχετικά με την ακριβή προέλευση της πίσω όψης της εικόνας, η οποία απεικονίζει την Παναγία Παμμακάριστο. Στο βιβλίο καταγραφής του Βυζαντινού Μουσείου (1915) αναφέρεται πως παραχωρήθηκε από τη μονή Ευεγγελιστρίας του Δήμου Πέτα , χωρίς καμία άλλη διευκρίνηση σχετικά με τη γεωγραφική θέση. Ο Γεώργιος Σωτηρίου ανέφερε πως προερχόταν από τη βυζαντινή μονή της Κόιμησης της Θεοτόκου στη Σκριπού της Βοιωτίας, και δωρήθηκε από τη Μονή Ευαγγελιστρίας του Δήμου Πέτα. Η Μαρία Σωτηρίου θεωρεί ότι προέρχεται από τη Μονή Ευεγγελιστρίας στο χωριό Πέτα κοντά στην Άρτα της Ηπείρου και αποδίδει την επιζωγράφησή της σε εργαστήριο της περιοχής αυτής. Η αρχαιολόγος Χρ. Μπαλτογιάννη υπέθεσε πως προερχόταν από τη μονλη Ευαγγελιστρίας του Δήμου Πέτα Θηβών και μεταφερθηκε εκεί από τη γειτονική εκκλησία της Σκριπούς.
Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός...
Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα.
Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς.
Ρόδα ελπίδας ένα σονέτο παραίτησης ~ Στρατής Φάβρος
Κυλάω από το καθαρό ποτάμι
κλέβω από λόγια που ρίζωσαν
γιατί σε όλες τις πιο τρυφερές σου στιγμές
ήταν τα χέρια μου μέσα στα δικά σου
ήμουν, είμαι παντοτινός δίχως να είμαι
τρυφερός σαν αγέρι
δροσερός σαν την χλόη
θα σε γνωρίσω στην τρυφερότητα
θα σε αφήσω να με πληγώσεις
γιατί μόνο πληγώνομαι
και από το αίμα μου ανθίζουν
ρόδα ελπίδας
Αφροδίτες 2016
Στην Λου
![]() |
| φωτ. Κατερίνα Ατσόγλου ~ Κεχριές Κορινθίας, ιερό της Αφροδίτης. |
Ἱερὰ Ὁδός ~ Ἄγγελος Σικελιανός
Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει.
Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε
ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια
γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα
ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τους σὰν ἴσκιους.
Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος
κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα
π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,
θρονὶ μοῦ φάνη μοιραμένο μοῦ ἦταν
ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας
ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα
αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.
Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο
τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.
Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,
καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες
συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.
Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω
νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο
τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να
χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία
τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε
στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.
Ἡ μία,
(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,
μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο
τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω
μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη
ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν
ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,
αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της
πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.
Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,
σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο
μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο
ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα
τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα
τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα
στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!
Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη
ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα
῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας
στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο
ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες
φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια
τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,
νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της
γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται
ζωηρά.
K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα
ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες
στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.
Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.
Τί ἐτούτη ἀκόμα
ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν ᾌδη.
Καὶ σκυμμένο
τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.
Μὰ ὡς, τέλος,
ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,
καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου
μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι
τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.
K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα
ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τήνε κράζω,
θὰ γιορτάσουν μαζί;»
Κι ὡς προχωροῦσα,
καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια
πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος
νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα
βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε
πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,
ἕνα μούρμουρο,
κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:
«Θὰ ῾ρτει.»
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)
Άρνηση ~ Κατερίνα Ατσόγλου [δίγλωσση ανθολογία «Εκδοχή/poesia grega contemporânea» όπως διαμορφώθηκε από τη δημιουργική ομάδα των εκδόσεων Βακχικόν και κυκλοφόρησε στη Βραζιλία από τον εκδοτικό οίκο Confraria do Vento, σε μετάφραση των Polina Dimea και Fabiano Costa Coelho]
ΑΡΝΗΣΗ Πείθω το μυαλό μου πως δεν υπάρχει έρωτας. Το βάζω για ύπνο νωρίς το σκεπάζω καλά μην και το αγγίξουν όνειρα μες στης νυχτιάς τις ώ...
Αγαπημένες Αναρτήσεις
-
Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι πίσω από τον τοίχο έχει μια θάλασσα ένα λιβάδι και παγωτά έχει ένα ροζ ποδήλατο, ένα για την καθεμιά ...
-
ευθαρσώς και στα ίσα Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά - ωραίο πρόσωπο, ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας (τι...
-
Χειροπέδες Βάζεις το μυαλό μου σε κάδρο και το κρεμάς στον τοίχο βαλσαμωμένη λιονταροκεφαλή λάφυρο. Κήρυκας γλυκός είσαι, με υπονομεύεις μ...
-
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΠΕΤΑΙ ξεκινά εκεί που συγγενεύεις με τη σιωπή και φτάνει ως το πιο συχνό σου ρίγος εξάλλου η αγωνία ...
-
οι λέξεις Σταγόνες χρώματα θα λες οι λέξεις πως ήτανε διαμάντια στο στέμμα σου μικροί αγέννητοι πρίγκιπες. Με το όνομά της Δεν έδωσε στο πα...
-
Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες...
-
Ι. Βεντάλια θέρους (και μια πλαγιά σκιερή να σ΄ αγναντεύω) ~~~ ΑΧΘΟΣ ΑΙΘΕΡΑ Γαλάζιους σάκους κουβαλά, μ΄ αρώματα. Τον λεν Μαΐστρο. ~~~ ΕΠ...
-
ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη ...
-
Fabienne Verdier θ' απλώσω τη θάλασσα στο τραπέζι να βρέχει τα λόγια με τα κύματα να πνίγει τις σιωπές ν' ανασταίνει των φθόγγων ...
-
Μη νομίσετε ότι στα ποιήματά μου με συναντάτε εκεί όπου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο. Συχνά κρυμμένη είμαι σε μια γωνιά, γλιστράω στις παύσ...









