Ψυχή μου
σκοτεινή καταπακτή
Μυστηριώδης σήραγγα
του αγνώστου
~~~
Στη μοναξιά των λέξεων
κατοικώ
στην έρημο των στίχων
ασκητεύω
[ Αθήνα 1995, Ο Μικρός Αστρολάβος/2, σελ.14]
![]() |
| Lady in Black by Edvard Munch - Statens Museum for Kunst |
[...] Δεν παλεύεται η μνήμη. Φέρνει πίσω εικόνες, κουβέντες, συναισθήματα, αγαλλίαση, σε περιμένει με πείσμα εκεί και όσο πιο πολύ σε πονάει, τόσο πιο πολύ το ευχαριστιέται. Δεν μπορείς να τη διώξεις μόνο πρέπει να βρεις τη δύναμη να συνεχίσεις αλλά η ζωή στερεύει μέσα σου, οι θύμησες κονταίνουν την ανάσα σου, τη σβήνουν και τότε πετάγεσαι στον ύπνο σου ψάχνεις αγαπημένους που έχασες, τους φωνάζεις τόσο δυνατά που ακόμα και η θάλασσα που τους κατάπιε σε φοβάται. Τύψεις με βασανίζουν. Άραγε, αν δεν είχα πάρει την μπάλα και το τετράδιο μαζί μου όταν φύγαμε κυνηγημένοι από το πατρικό μου, μήπως δεν βούλιαζε η βάρκα; Μήπως δεν χάνονταν τόσοι άνθρωποι μέσα στα μανιασμένα κύματα αν δεν είχα κουνηθεί στη βάρκα για να βολευτώ καλύτερα; Μήπως ο πατέρας ήταν τώρα κοντά μας αν του κρατούσα πιο σφιχτά το χέρι μέσα στο νερό; Μήπως άθελά μου κάλεσα τον στρόβιλο του ανέμου, το φως της αστραπής, το ζόφο της βροντής, γκάστρωσαν τη θάλασσα, αυτή άπλωσε το μαύρο δίχτυ της και άρχισε να καταπίνει μία, μία τις ψυχές; Δεν μετριούνται οι ψυχές ούτε οι νεκροί και οι αγνοούμενοι.Μετριούνται τα "μου" που λείπουν. Ο πατέρας "μου", ο γιός "μου", η μάνα "μου", η αδερφή "μου". Οι πέντε έγιναν πεντακόσιοι, οι δέκα χίλιοι, κι εγώ δεν είμαι δώδεκα, ούτε εκατόν είκοσι, ούτε χιλίων διακοσίων χρόνων, είμαι απλά ένας αριθμός. Πόσο ασήμαντη και σημαντική ταυτόχρονα είναι η ζωή σε σχέση με το σύμπαν και το χρόνο!
Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά
Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος
χαίρεται
Ν' ανοίγει.
Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.
Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος
![]() |
Γυναικείο ειδώλιο παραλλαγής ΔωκαθισμάτωνΠρωτοκυκλαδική ΙΙ - Φάση Σύρου2800 π.Χ. - 2300 π.Χ. |
Μη νομίσετε
ότι στα ποιήματά μου με συναντάτε
εκεί όπου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο.
Συχνά κρυμμένη είμαι σε μια γωνιά,
γλιστράω στις παύσεις, στ΄αποσιωπητικά...
και ψιθυρίζω λέξεις δυσανάγνωστες.
~~~
Ο ήχος της σιωπής
Γέμισε τον κόσμο με λέξεις:
Χαμηλόφωνες, ηχηρές,
θλιμμένες, χαρούμενες,
επαναστατικές, ειρηνικές,
άγριες, τρυφερές, ερωτικές,
γήινες, ουράνιες.
Κι ύστερα αποσύρθηκε
στα ενδότερα
ν' ακούσει τον απόηχο.
Μα τι περίεργο,
άκουσε τον ήχο της Σιωπής!
~~~
Τρυφερή μοναξιά
Τα δώσαμε όλα στην αγάπη!
Και τι κερδίσαμε λοιπόν;
Μα λίγο είναι
να μπορείς να δακρύζεις
με του αηδονιού την έκσταση,
να μπαίνεις έκθαμβος τα βράδια
στον κήπο με τις λέξεις;
~~~
Γράφω ποιήματα
Γράφω ποιήματα σημαίνει:
κάθομαι εδώ κι ενώ ο χρόνος
με κυνικές γκριμάτσες
μου γνέφει θυμίζοντας
τον τελικό αφανισμό μου
μηχανεύομαι ύμνους,
φωταγωγώ την άβυσσο
μ' ελπιδοφόρους πυρσούς.
Στην εμμονή του
να ζωγραφίζει βέλη
με κατεύθυνση το χώμα
του απαντώ με βλέμματα
που στοχεύουν καρτερικά
τον αχανή ουρανό!
~~~
Tabula rasa
Τι ταξίδι κι αυτό!
Να σου έχει σβηστεί η μνήμη
του τόπου εκκίνησης
και του τόπου προορισμού!
~~~
Οι ευλογίες
Όμως το φως δε μας έλλειψε
σε τούτη τη ζωή.
Την ευλογία του την είχαμε συχνά.
Μερικές φορές μάλιστα ήταν
τόσο δυνατό που έμοιαζε κατάρα!
Την ευλογία του σκοταδιού
δεν καταλάβαμε ακόμα.
~~~
Αν είναι κάτι που έμαθα καλά
είναι το πόσο κοντά βρίσκονται
μέσα στον ίδιο άνθρωπο
η δύναμη και η αδυναμία!
~~~
Και βρίσκονται ξαφνικά χίλιοι φίλοι στη λύπη σου.
Κανένας στη χαρά σου.
~~~
Που να 'ξερα τότε ότι εκείνος ο αφόρητος πόνος
θα ΄ταν η αιτία για τις κατοπινές επιδόσεις μου στην αντοχή!
~~~
Οι αγαπημένοι μου
Οι αγαπημένοι μου έφυγαν.
Γλίστρησαν από μια σχισμή του χρόνου.
Μέσα στο φως κοιμούνται
δίχως πρόσωπο, οδύνη, δάκρυα, φθορά.
Κοιμούνται - καμιά ρυτίδα- σαν παιδιά
οι αγαπημένοι μου...
Δίχως έγνοια καμιά.
~~~
Τώρα πια
δεν κρατάει πολύ η λύπη μου,
αλλά ούτε και η χαρά μου!
Κι ούτε που ξέρω αν πρέπει
να λυπηθώ ή να χαρώ γι' αυτό.
~~~
Ύπαρξη
Και μόνο όταν με ξέχασαν
-πόσο στ' αλήθεια το φοβόμουν!-
δοκίμασα
χωρίς καμιάν εξάρτηση
απ' την ανάγκη θορύβου,
τι είναι πραγματικά να υπάρχεις
βαθιά και σιωπηλά.
Μικρή γνωριμία μ' αυτό που λέμε θάνατο
που όταν τον δεις από τη μέσα μεριά
μοιάζει να είναι
μια πιο έντονη αυτοτελής ζωή.
~~~
Ο αιώνια ερχόμενος
Απ' το παράθυρο
το δρόμο αγναντεύω.
Κι Εσύ από μακριά όλο έρχεσαι.
Μικρή φιγούρα.
Ποτέ δε μεγαλώνεις.
Δεν είναι δα και τόσο μακριά αυτό το βάθος.
Είναι τόσο κοντά που με κάνει να ελπίζω.
Και βάζω τη μουσική υποδοχής να παίζει.
Κι ανοίγω φώτα και στην πόρτα αδημονώ
το χτύπημα ν' ακούσω.
Ακούω καμιά φορά
το ελαφρό πράο χεράκι του ανέμου
και ξεγελιέμαι.
Μήπως σαν κύμα σιωπηλό
έρχεσαι και πάλι φεύγεις;
Κύριε, κουράστηκα απ' τους ανθρώπους...
Η σχέση μου μαζί του είναι τόσο εύθραυστη.
Θα 'θελα σαν Εγώ-Εσύ να έρθεις.
Σαν Εαυτός σε σχέση ακατάλυτη!
Ξέρω, θα έρθεις.
Αλλά θα είναι για να μείνεις;
Ή για να με συντρίψεις;
ΑΩ Εκδόσεις
![]() |
Zbigniew Pronaszko |
Εμείς
δεν κάνουμε θόρυβο
όταν σπάζουν οι αγκαλιές μας
Εμείς
σηκώνουμε σημαίες
τα θρύψαλα
του νυν και του αεί
~~~
Αν δεν κολυμπήσεις
στο στήθος
του άλλου
πώς θα ακούσεις
βαθιά
του βυθού
τη βοή;
~~~
Έτσι, μάλιστα
Να σε κατοικούν
όσοι δεν θέλουν
να σου αλλάξουν
πόρτες και
παράθυρα.
~~~
Και εκεί που λες
καλά είμαι εδώ
όλα εν τάξει
σου κόβεται η γλώσσα
και πρέπει
να δανειστείς
άλλη.
~~~
Και ποιος
τώρα
θα περιθάλψει
την αγιότητα των μικρών πραγμάτων;
Ένας ίλιγγος
ανεμοστρόβιλος
τα πήρε και τα σήκωσε
Έσβησε κι η φωτιά
κι ας καυχιέται
για το αίμα που την κατοικεί
Και πάνω
που μιλούσαμε
για κάτι οικουμενικές πατρίδες
που υφαίνουν θαύματα
Αβάσταχτες λέξεις
~~~
Έλα να τα πούμε από κοντά
να σε βλέπω
να με βλέπεις
όταν θα λογαριάζουμε μαζί
πόσο το σώμα
πόσο το πνεύμα
πόσο η ψυχή
Μήπως χρειαστεί να κάνουμε και σπονδές
με το ένα χέρι στο χώμα
και τ’ άλλο στον ουρανό
Να βρούμε
τέλος πάντων
έναν τρόπο
βρε αδελφέ
να μην στοιχειώσει το "σ’ αγαπώ"
να μη λιποτακτήσει κανένα χάδι
από τις φουσκωμένες φλέβες
και το αίμα αδρανήσει
Καλλιόπη Εξάρχου, "Τόσο ήθελε το στήθος", Σοκόλη 2020
Η Παξ (Pax), που στα Λατινικά σημαίνει ειρήνη, ήταν θεότητα της ρωμαϊκής μυθολογίας.
Στην Ελληνική μυθολογία ταυτιζόταν με την Ειρήνη, ήταν θεά που αντιπροσωπευόταν την ειρήνη. Υπήρχαν δύο ναοί της στην αρχαία Ρώμη και η λατρεία της καθιερώθηκε με τον κανόνα του Αυγούστου. Στις 3 Ιανουαρίου γινόταν γιορτή αφιερωμένη στην Παξ. Σε αγάλματα αναπαρίσταται να κρατά κλαδιά ελιάς και σκήπτρο. Ήταν κόρη του Γιούπιτερ (Δία) και της Γιουστίτια (Δικαιοσύνης κατά την Ελληνική Μυθολογία).
πηγη:https://el.wikipedia.org/wiki/Παξ
Μες τις παιδικές λαχτάρες ακούς τη ζωή. Φωνάζει δυνατά και άναρχα μαζεύει κοχύλια και φτιάχνει στην άμμο κάστρα. Δεν κρατά τα προσχήματα μ...