Μνήμες - Καλλιόπη Εξάρχου


Κάποτε
ήταν αιχμηρές
έκοβαν κομματάκια την καρδιά
Με τα χρόνια
στρογγύλεψαν
λειάνθηκαν
έγιναν πιο σοφές
Τώρα πια
ακουμπούν
χωρίς να διχάζουν
Σαν αθέατα χάδια
Όπως και να έχει
μνήμες ήταν
και μνήμες παραμένουν
Θρυαλλίδες
ενός απολιόρκητου βίου
που επιμένει
να παραδίδεται μόνο στη μνήμη τους



Καλλιόπη Εξάρχου , Μάχιμα χείλη, Εκδόσεις Σοκόλη


Pina Bausch






Ο έρωτας ~ Κατερίνα Ατσόγλου

 

Ο έρωτας δεν ρωτά.
Δεν ζητά το λόγο ευγενικά.
Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά.
Δεν υπολογίζει λογικές.
Ζει κάτω από χόρτα ξερά
έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά
μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου.
Ο έρωτας έρχεται...
Σκαρφαλώνει στα πόδια σου
τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου
κατακτά τα φρούρια
σπάει τις πανοπλίες.
Σε γυμνώνει.
Σε αποτελειώνει.
Σε συνθλίβει.
Σε αφήνει μόνο.

Συμβολισμοί, εκδόσεις Βακχικόν, σελ.25
 
 

 

Η Ποίηση των Άλλων ~ Ελένη Νανοπούλου

 

Ευχαριστώντας την Κατερίνα για την πρόσκληση, θέλω να αρχίσω με ποίηση από την Καλαμάτα. 

Δεν γνώρισα την Γιώτα Αργυροπούλου αλλά γνώρισα την Κυριακή Καρσαμπά και τώρα γνωρίζω τη Φωτεινή Βασιλοπούλου με το ΑΜΕΙΛΙΚΤΟ ΝΕΡΟ.

 

αντιγράφω τη σελίδα 39

 

 

 

 

 Άρωμα αφής

Μνήμη Γιώτας Αργυροπούλου


Βαθιά στη μνήμη των χεριών

σπαραχτική η ομορφιά σου

χωνεμένη

κι η ζέστα του κορμιού

γαλήνια θύμηση

αποψυκτική

στο δέρμα απιθωμένη.


Το άρωμά σου παγιδευμένο

στο μέσα μέρος του μυαλού

και της ντουλάπας

από σκυλιά ανιχνεύεται

που λυσσασμένα κυνηγούν το παρελθόν.

 

Όλα τελειώσαν.

 

Τώρα

μοναχά η μνήμη απομένει

και μια οσμή

ταριχευμένων λουλουδιών

μοναδικό αποτύπωμα ζωής.

 

Ενδεικτικό το ότι υπήρξες.

 


 

 


Η Αλκυόνη ψάχνει τον σύζυγό της (1915), έργο του Herbert James Draper ~ Χέρμπερτ Τζέιμς Ντρέιπερ

Και στης ζωής τους πιο βαριούς χειμώνες αλκυονίδες μέρες καρτερώ.
(Ι. Δροσίνης)
 
 
Η Αλκυόνη περίμενε τον άνδρα της στο ακρογιάλι και καθώς περνούσε η ώρα κι ο καιρός η αγωνία της μεγάλωνε ακόμη περισσότερο . Μέσα από τη μανιασμένη θάλασσα το μόνο που μπορούσε πια να αντικρύσει ήταν κάποια ξύλα από το καράβι του Κύηκα . Άρχισε τότε να κλαίει απαρηγόρητα . Ημερόνυχτα θρηνούσε το χαμό του αγαπημένου της Κύηκα . Ο Δίας στο τέλος τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε ένα πανέμορφο πουλί , με λαμπερά γαλάζια φτερά , την αλκυόνα (Alcedo atthis ) .
Η αλκυόνα ζει και αναπαράγεται κοντά σε ακτές , ποτάμια , λίμνες , υγροτόπους και σε παράκτιες λιμνοθάλασσες της Ελλάδας , της Κύπρου και της Ευρώπης γενικότερα . Μοιάζει σα να περιμένει να εμφανιστεί μέσα από τα κύματα ο αγαπημένος της Κύηκας .
Το μαρτύριο όμως της αλκυόνας δεν τελείωνε εδώ . Γεννούσε τα αυγά της μέσα στη βαρυχειμωνιά και τα κλωσούσε πάνω σε πέτρες και βράχια στις ακτές . Κάποιες φορές τα αγριεμένα κύματα όμως ορμούσαν με μανία πάνω στη φωλιά της κι αυτή καταστρεφόταν μαζί με τα αυγά της .
Ο Δίας και πάλι έδειξε συμπόνια στην αλκυόνα κι έτσι μέσα στην καρδιά του χειμώνα , οι άνεμοι κοπάζουν κι ο ήλιος λάμπει , βοηθώντας την αλκυόνα να κλωσήσει τα αυγά της.
 
 
Η Αλκυόνη ψάχνει τον σύζυγό της, έργο του Χέρμπερτ Τζέιμς Ντρέιπερ (1915)

 

 


 πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%BA%CF%85%CF%8C%CE%BD%CE%B7_(%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1)

Σοφία Περδίκη 2 ποιήματα «Η σειρήνα του χρόνου», εκδ. ΑΩ, 2024

 

ΟΙ ΔΕΛΦΙΝΕΣ

Οι Δελφίνες μιλούσαν
με φωνές συριστικές.

Ανοιγόκλειναν τα χείλη
μόνο και μόνο για να σχηματίσουν με τα χνότα
τα σήματα εκείνα
που σημαίνουν αναγνώριση.
Σε μια συνωμοσία
του άλεκτου μπλεγμένες, έστρωναν με προσοχή
τη φούστα της βελούδινης γαλήνης
συγκρατούσαν την τραχιά οργή
μες στα διακριτικά τους δάχτυλα
τυλίγονταν με την κάπα
για να μη φαίνεται ο σφιγμένος αυχένας
έμπηγαν μια καρφίτσα
στα στέρνα τους
που πάλλονταν ρυθμικά
από μιαν άγρια καρδιά
κι είχαν τις χαίτες τους
κρυμμένες στην κουκούλα.
Aν, ο μη γένοιτο, ξέφευγε κάποια τούφα
με τσιμπιδάκι αλαβάστρινο
την στερέωναν πίσω
από το μετωπιαίο τους οστό.

Οι Δελφίνες κοιτούσαν
με βλέμματα κενά.

Ανοιγόκλειναν τα βλέφαρα
μόνο και μόνο για να
εντοπίσουνε την ενοχή η μια στην άλλη.
Έτειναν, τότε, το χέρι
χάιδευαν την κοινή
κυανή τους φλέβα
και μ’ ένα νεύμα συγκαταβατικό
έγερναν τα κεφάλια στον ώμο
αποφασισμένες να χορέψουν
της γενιάς τους τον χορό
με σάλτα στον αέρα
μέχρι να χαθούνε για πάντα
απ’ τον ορίζοντα.




Blue

Κάθε πρωί ξεθωριάζει
το μπλε κάποιας ανάμνησης.
Από του κοβαλτίου την άμμο
χαλίκι δεν μένει στη γλώσσα μου
παρά μια λέξη λευκασμένη.
Σφουγγίζω την υγρή ζωή
με το 'να χέρι
και με τ' άλλο νίβω
τα νοήματα
αφαιρώ από τα πρόσωπα
τα μωβ τους στίγματα
εκείνα τα εναπομείναντα
υπολείμματα από τα λάμδα
όταν προφέρονται βαριά
μέσα στη λησμονιά ή τη νοσταλγία.
Αυτό που απομένει κάθε πρωί
είναι μια μελαγχολική ούλτρα Μαρίνα
σε ένα σκαρί που το έφαγε το κύμα
κι ένας αστερίας θαλασσί
να βυζαίνει το αλάτι.

Σοφία Περδίκη, «Η σειρήνα του χρόνου», εκδ. ΑΩ, 2024


 Σοφία Περδίκη: The Bird, 24 x 34cm, λαδοπαστέλ και κάρβουνο



 

 

Σοφία Περδίκη: Παρακινώντας, 21cm x 30cm, λαδοπαστέλ

READY FOR RED ~ Αθηνά Τιτάκη

Δεν διατίθενται απόλυτες ευτυχίες
νοικιάζονται, επιπλωμένες γκαρσονιέρες.
Μόνα ελεύθερα τα βασικά
και τα νόμιμα τετραγωνικά της αντοχής μας.
Έχω έναν ποντικό στο σπίτι
και αρκετό νόστιμο τυρί.
Κανείς δεν θα τον αναζητήσει
η πείνα του μοναδική
θ' αποδειχθεί το ακριβό του μαρτύριο.
Όμως...
Εύγε στο αόρατο από τα σύννεφα βουνό
εύγε στον δροσερό αέρα
χαρά η μυρωδιά μιας βρεγμένης γης
κι ό,τι μας κάνει να ξεχνάμε.
Η κλωστή που μας δένει αδιάβροχη.
Άλλωστε...
Με περιμένει ένας λευκός καμβάς
το βαθύ βυσσινί
η σιδερένια φάκα
κι ο όρκος πως τίποτα δεν ξεκίνησε
τίποτα δεν θα συμβεί
και τίποτα δεν θα τελειώσει.
 
 
 



Αντικατοπτρισμός ~ Ηλίας Μάρκος


Σταγόνα σταγόνα
Οι γλάστρες με την φτέρη πλάι
Οι σκιές μας που λιγοστεύουν στο δειλινό
Οι άγγελοι που παίζουν σκάκι με τα αστέρια
Σταγόνα σταγόνα που δεν επιστρέφεις πια
Και εγώ που έχω με τόσα χρώματα
βαμμένα τα χέρια μου
Στον τοίχο του απολιθωμένου ονείρου
Τόση ατέλειωτη δίψα ακόμα.



φωτ. Ηλίας Μάρκος


3 ποιήματα ~ Ανδρέας Φουσκαρίνης

 ΠΥΡΟΒΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ

2024



Ο ΙΣΚΙΟΣ ΜΑΣ

 

 

Αλλάζει γρήγορα ο καιρός

Έρχεται σύντομα κάποιο μπουρίνι.

Με τόση συννεφιά που πλάκωσε

Στον ουρανό και στην ψυχή μας

Τόσος παγετός παντού

Τα χέρια μας κρυστάλλιασαν

Πώς να μετρήσουμε τον πόνο μας

Το μέγεθος του ίσκιου μας;

Και μέσω αυτού την απόσταση της Γης απ' τη Σελήνη;

Σε τι μπελάδες μας έριξες για πάντα Ερατοσθένη!

Κρυώνουμε σαν τα αδύναμα σκυλιά

Μονάχοι στο πηχτό σκοτάδι και στην παγωνιά

Που μας σκεπάζει από παντού

Σαν πάπλωμα θανάτου.

 

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ

 

 

Ώρα να κοιμηθούμε δια παντός

Τα όνειρα που περιμέναμε 

Δεν θα τα δούμε ούτε φέτος

Ούτε ποτέ

Κι οι τρομεροί εφιάλτες που μας κύκλωσαν

Θα μας τυραννάνε πάντα

Ο κόσμος

Δεν θα μάθει ποτέ του τον σκοπό του

Τον προορισμό που νόμιζε πως είχε από πάντα.



Η ΣΙΩΠΗ

Απόψε έπαλλε η σιωπή

Σαν τη χορδή σπασμένου μαντολίνου

Κι εγώ αφουγκραζόμουνα με περισσή λαχτάρα

Τον εξαίσιο ρυθμό της.

Κι ύστερα 

Έσκυψα το κεφάλι μου με απόγνωση

Και κλείστηκα για πάντα στο καβούκι μου

Σαν τη χελώνα που το πήρε απόφαση

Πως ήρθε η ώρα της και πρέπει να λουφάξει.

Απροσδιόριστος αριθμός παιδιών του διαδικτύου και του

κινητού

Κατέκλυσαν και πάλι το τοπίο.

Ο κόσμος ολόκληρος φευγάτος δια παντός 

Σαν να μην ήτανε παρών ποτέ του

Σαν να μην ήταν ποτέ στην ώρα του.

Αλλά

Έτσι 

Δεν συνηθίζεται

Στις μέρες μας;

Προς τι οι διαφωνίες;

Και οι στεναχώριες;

Οι άσκοπες διαμαρτυρίες;









Γιάννης Ρίτσος ~ Η ζωή μας στις Φαρές


Πολύ προληπτικοί γενήκαμε απ’ τις τόσες ατυχίες —
προσέχουμε τους ίσκιους των πουλιών και των φύλλων,
αφουγκραζόμαστε ανήκουστους ήχους, πισωδρομούμε,
μπαίνουμε, αργά το σούρουπο, στο ναό νυχοπατώντας,
καίμε λιβάνι στην εστία, ρίχνουμε λάδι στους λύχνους,
τοποθετούμε στο βωμό τον χάλκινο οβολό μας,
σιμώνουμε στου θεού τ’ αυτί και τον ρωτάμε με ψιθύρους:
«πότε;», «από πού;», «με τί;». Κι αμέσως ύστερα
βουλώνουμε καλά τ’ αυτιά μας· φεύγουμε. Σαν φτάνουμε
έξω απ’ την αγορά, ξεφράζουμε μεμιάς τ’ αυτιά μας —
η πρώτη λέξη που μας φτάνει είναι η απάντηση
που μας πέμπει ο θεός. Ποτές η λέξη δεν τυχαίνει να ’ναι
αυτή που ευχόμαστε — μπορεί να παρακούσαμε. Και πάλι
αρχίζουμε από την αρχή την ίδια ανιαρή διαδικασία —
ο ναός, οι λύχνοι, ο οβολός και η αγορά, ώς την ώρα
που κλείνουν πια τα μαγαζιά, σβήνουν οι ασετυλίνες,
κι εμείς, στο δρόμο, μόνοι, περπατώντας τοίχο τοίχο,
ελέγχοντας κείνη τη λέξη γράμμα γράμμα, αντιστρέφοντας
τις συλλαβές, χωρίς ποτέ να καταλήγουμε σ’ ό,τι ποθούμε.
Έτσι, που λες, ξοδεύουμε τη ζωή μας τώρα στις Φαρές
ανάμεσα στην έρημη αγορά και τα δυσοίωνα μαντεία.

Καρλόβασι, 17.VΙ.69




Γιάννης Ρίτσος. 1972. Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1989] 1998. Ποιήματα Ι΄ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.Πηγή: https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=608 

Δυο μάτια ~ Σοφία Περδίκη

 


Έχω ένα μάτι θολό
που κοιτάζει τον κόσμο
σα να ' ταν μέσα σε σάκο αμνιακό
κόκκινο ζεστό κι αόριστο.
Μ' αυτό ζωγραφίζω
το ηφαιστειακό μου τοπίο
καθώς αντιλαμβάνομαι
πλήρως
την εσωτερική του λάβα
τα λευκοπόρφυρά του όνειρα
τα άλλα σύμπαντα
των άρκτων τα κρυφά μηνύματα.

Το άλλο μάτι
-το περισκοπικό-
το στερεώνω κάθε πρωί
όταν βγαίνει το κεφάλι
από του ύπνου το υποβρύχιο
και παρατηρώ
της ζωής τον γοητευτικό μηχανισμό
τα σκηνοθετικά εφέ των αστεριών
όλες τις προσπάθειες των εντυπωσιασμών
τη φρενίτιδα των μελών της ορχήστρας
των πρωινών θορύβων
τα νυχτερινά μαλλιά που μπλέκονται
κυματιστά
προσδίδοντας στον ορίζοντα
μοιραία σκοπιά
·
Τον άγνωστο Εαυτό
να σκύβει
βαριανασαίνοντας
μέσα μου
σε ανύποπτο χρόνο
και να με κοιτά.


 

Σοφία Περδίκη – «Το Αιώνιο Αίνιγμα», εκδ. Κίχλη, 2020.



 Σοφία Περδίκη: 12cm x 12cm, μικτή τεχνική 


Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου ~ Νίκος Καρούζος

 

Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη

καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.

Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -

καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας

ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

 

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.

Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις

τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.

Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ

καὶ γύρω μου

ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.

Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι

φεύγει καὶ χάνεται.

Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου

θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.

Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει

κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του

μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,

ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -

μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...

Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.



Η επιστροφή του Χριστού (1953)



φωτ. Masao Yamamoto



Η λεμονιά ~ Τάσος Μάντζιος

  Η ΛΕΜΟΝΙΑ Λυσσομανάνε έκτακτα και πάγια. Ρευστή πραγματικότητα. Μέσα, αθέμιτα και πλάγια. Παρόν, νύσσον και τέμνον. Πότε, Ιφιγένεια και...

Αγαπημένες Αναρτήσεις