Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ύμνος του μεγάλου Nόστου-Σικελιανός Άγγελος (14 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951)

 


Nυχτιές αφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου αρραβώνα·
πιο σκοτεινά βουνά,
που πρωτοδιάβαινα βουβός τ' αμπέλια, ώσμε το γόνα
κι ώς το λαιμό τρανά·
που διάβαινα, όλο διάβαινα, σαν η σιγή είχε πέσει
στα ξύλα του δρυμού,
ωσάν αλάφι θεόρατο που κολυμπάει στη μέση
μεγάλου ποταμού...
Ά, ποιό παλμόν ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
στα τρίσβαθα του νου,
με τη βουβή τους μίμηση μπρος στην βουβήν εικόνα
του κάταστρου ουρανού!
Όλυμπος πια χεροπιαστός τριγύρα μου είχε ανθίσει,
και, λάτρα σιωπηλή,
σ' όλα τα μέλη μου άστραφτε το μυστικό μεθύσι
μια κρύφια ανατολή...
Άγρυπνη βίγλα εκράταγε, πολύ ψηλά αναμμένη,
του πόθου η μαντική
φωτιά, και γύρα μια γενιά θεών συμμαζεμένη
με κοίταε σκεφτική...
Σαν άλικη η πανσέληνο στα κορφοβούνια απάνω
προβαίνει αργή, τρανή,
στο πορφυρόν εικόνισμα του πόθου μου το πλάνο
βαφόνταν οι ουρανοί.
Kαι πίσω από τ' απάντεχον, αθλητικό όργιό του,
που νίκαε τον καιρό,
σαν ιερέας σιωπηλά που σέρνει το σφάγιό του,
κι ως πρώτος στο χορό
που από ξοπίσω του τραβάει πολλούς ― παρόμοια, ακέρια
σα να 'σερνα φυλή,
απ' τους πρωτόφαντους θεούς κι από τα πρώτα αστέρια
τηρώντας εντολή,
στο στρώμα που φουντώνανε της γης τα ολύμπια μύρα
πώς έσερνα με ορμή
μες στα σκοτάδια, ως ο τυφλός π' αδράζεται απ' τη λύρα,
το ερωτικό κορμί!...
Nυχτιές αφέγγαρες, θερμό που με γεμίσατε αίμα,
και πλούσιο, μαντικό
το πνέμα μου στεριώσατε ― αλύγιστο ένα ρέμα,
βαθύ, πολεμικό ―
και στην ψυχή μού θρέψατε τους στοχασμούς, ως θρέφει
σε θεία κληματαριά
η αδρή απονύχτερη δροσιά τσαμπιά τρανά σα βρέφη,
πανώρια και βαριά!
K' εσύ, παλμέ, που ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
στα τρίσβαθα του νου,
κ' εσύ πυρρή π' ανέμιζα της πιθυμιάς μου εικόνα
στην όψη τ' ουρανού·
του Oλύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
πατώ το μυστικό.
Όλος συρμένος ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
το μάγο στην Iωλκό!
Kυλά φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας είν' ένας θρόνος·
κ' η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε 'γγίζει ο Xρόνος,
του νου μου η αγκαλιά!
Nά· πυρωμένη μου η καρδιά, το μέτωπο, το μάτι
ελεύτερο, ουρανέ!
Πήγασος είν' ασπέδιστος του λογισμού μου το άτι,
οι δρόμοι μου ένα Nαι,
την άβυσσο άβυσσο καλεί, το βάθος κι άλλο βάθος,
κι αδάμαστο, αλαφρό,
μέσα μου πλέον αμόνοιαστον εστοίχειωσε το πάθος
που εσκίρτα στον αφρό...
Tου Oλύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
θωρώ το μυστικό.
Όλος εσύρθη ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
το μάγο στην Iωλκό.
Yμέναιο νέο στα βάθη τους λογιάζω τώρα θά βρω,
σαν ήπια μονομιά
της νύχτας όλο το κρασί το μυστικό και μαύρο
για μιαν επιθυμιά·
κι όλ' η φωτιά των ουρανών μού κύκλωσε, μου κρύβει
το πνέμα μου βουβό,
τι πια με κράζει αμείλιχτη του νου μου η πάνοπλη ήβη
προς τ' άστρα ν' ανεβώ!
Kυλά φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας είν' ένας θρόνος·
κ' η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε 'γγίζει ο Xρόνος,
η πλέρια μου αγκαλιά!
Tων άστρων έχει απάνω μου το περιβόλι γείρει,
κι ο κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτό βαμμένον από γύρη,
ξεσπά βαθιά μου εσμός...
Bροχή πεφτάστρια γύρα μου κι αδιάκοπα σταλάζει
το απέραντο γοργά·
κι όπως χορεύει πέφτοντας στο χώμα το χαλάζι
κι ο ουρανός οργά,
σαν απ' της λύρας τις χορδές ανάμεσα το χέρι
φαντάζει που χτυπά,
όμοια η καρδιά μου ολάκερη μέσα σε κάθε αστέρι
σπαράζει κι αγαπά!
Όργιο βαθύ! Στον πάγκοσμο παλμό σου, μες στο νέο
που γνώρισα κορμί,
στης δύναμής σου την πηγή κατάβαθα αναπνέω
μ' ανήκουστην ορμή,
κι ως κατεβαίνει αγνάντια μου, χωρίς να το γυρεύω,
τα βάθη τ' ουρανού
ο αρματωμένος Έρωτας, σκιρτώ κι αντιχορεύω
με τ' άρματα του νου!
Γιατί το ξέρω· πιο βαθιά κι απ' τον πηχτόν αστρόφως,
κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
ο πρώτος μου εαυτός...


[από τον Λυρικό Bίο, B΄, Ίκαρος 1966]






Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

  Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο. Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569                         Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα,  Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020] Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής κι εμείς στις όχθες παίζοντας   τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες   σε κυνηγούσα κι έτρεχες σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας μέχρι που κάποια στιγμή θα γίνω πηγή μού φωνάζεις μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα κι εσύ αμέσως άφαντη   από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα έρχομαι αφρισμένος να σε βρω ~~~ Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, ...

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

Στη Μαρία Λουίζα (Shew) ~ Edgar Allan poe [Μετάφραση Μήτσος Παπανικολάου, εκδόσεις Σμίλη] σελ.161

  Απ' όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν την      αυγή απ' όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου είναι η      νύχτα το τέλειο σβήσιμο απ' τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου απ' όλους εκείνους που, κλαίγοντας, σε μακαρίζουν απ' όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι      της απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα κα-      θώς άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: "Γεν-      νηθήτω φως!" να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το       σεραφικό βλέμμα των ματιών σου, απ 'όλους εκείνους που σου οφείλουν το παν, που η ευγνω-      μοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και σκέ-      ψου πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ' αυ-      τόν, απ' αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι      το πνεύμα του επ...

Αφορισμοί - Κατερίνα Ατσόγλου

Ευτυχώς που δεν προκαλώ τον έρωτα  φαντάζεσαι να έπρεπε να κάνω τη Μούσα;  Ποιος εγώ, που είμαι ένα ξωτικό και αλλάζω μορφές τις νύχτες που κοιμάσαι [Αφορισμοί - Κατερίνα Ατσόγλου, 2020] Art. :Simon Vouet - Parnassus or Apollo and the Muses c. 1640 Oil on panel, 88 x 222 cm Szépmûvészeti Múzeum, Budapest

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Ήταν Μάιος ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες οφειλές να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου. Τις Κυριακές κοιτάζω τις βιτρίνες, μοιάζουν κουρασμένες γυναίκες που προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ άπλυτα και να ταιριάξουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Κάποιες Κυριακές τουλάχιστον θυμάμαι τον πατέρα ν’ ανάβει μια φωτιά κι εμείς ν’ απλώνουμε τα χέρια· ήταν Μάιος κι εγώ χαμογελούσα.     Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, Αθήνα 2024, [σελ.42]  

Γιώργος Μουφτόγλου ~ Πέντε Ποιήματα

Η ΑΠΌΦΑΣΗ Είμαι πολύ μικρός για να ξέρω τι θέλω. Πνεύμα λειψό εξυψωμένο πολυσχιδής πώληση ψυχής. Συστάσεις χρυσωμένες συσπάσεις και το επικείμενο αγχολυτικό μου χάπι. Και η απλότητά σου στην πολυπλοκότητά μου. Αμυγδαλιά σε καταποντισμένο Μάρτη. Στάλα αίματος της βασίλισσας Άννας στην πιο περίτεχνη λευκή δαντέλα. Κλαδί ιτιάς στήριγμα στην τρέλα και στη θλίψη της Οφηλίας. Είμαι πολύ μεγάλος για να ξέρω τι θέλω. ΝΗΝΕΜΊΑ Ταξίδεψα σ’ όλη τη θάλασσα κι είδα τον ήλιο να δύει πάνω από τους στίχους κι ακούμπησα τα δελφίνια και τις λέξεις κι άκουσα τις σελίδες καθώς τις φυσούσε ο άνεμος κι ένιωσα τη δροσιά της Ποίησης επάνω μου. Λείπεις καιρό τώρα, Νηνεμία. Μπορούν άραγε οι σελίδες όταν φοβάμαι ότι δεν είναι το αυγουστιάτικο δείλι που πυροκοκκινίζει τη θάλασσα κι ότι το μυαλό μετουσιώνει τον θάνατο να γίνουν ο κυματοθραύστης; Η ΑΠΡΟΣΕΞΊΑ Βαραίνει απόψε το φεγγάρι τ’ άστρα γυμνά ξεμακραίνουν τα φώτα στα πάρκα τρεμοφέγγουν η πόλη και πάλι ασθμαίνει. Η σειρήνα ξυπνάει κι αλυχτά αναπάντητες κλήσεις ...