Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γιώργος Δρίτσας ~ Ποιήματα [Το ματωμένο όνειρο ~ Εκδόσεις Οδός Πανός]

 

 


 

 

Κατά τύχη

-ξυράφι στην καρδιά β΄

 

Μετεωρίτες έπεφταν 

πάνω στον μικροσκοπικό θόλο.

Οι γυάλινοι ουρανοί

κύκλωναν με βουλιμία

το κάτασπρο πρόσωπο.

 

Το αντίδωρο της αβεβαιότητας

κράταγα σφικτά

μέσα στις χούφτες μου,

καθώς με πλησίασε

ξάφνου οι σάρκες μας

γίναν ένα.

 

Μέσα σε μια πόλη που ερήμωνε 

για χάρη μας,

κάποιος Θεός μάς λυπήθηκε,

και η τύχη κύλησε

με σκέρτσο το κουβάρι της,

κόβοντας το νέο νήμα.

 

 

~

 

 

 

Ο φάρος των δακρύων – ξυράφι στην καρδιά (γ)

 

Κάποτε φάνταζε

σαν μια λιακάδα

μετά από νεροποντή,

σαν μια άσπρη μέρα

μετά από θεομηνία μηνών.

Μέχρι που ναυάγησα. 

 

Πλησιάζοντας μισοπεθαμένος

στον κοντινό φάρο,

βρήκα ένα ψεύτικο πορτατίφ

φτιαγμένο από το δέρμα μου.

 

Όμως δεν ήταν εκεί,

δεν ήταν πουθενά

 

Ίσως ήταν κάποτε εκεί,

όταν την πρόσταζε

το συναίσθημά της.

Αλλά που είναι τώρα;

Τελικά δεν ήταν ποτέ εκεί; 

 

δάκρυσα

 

Το άρρωστο όμως φως

συνέχισε να φέρνει

μπρος μου

- ακατάπαυστα -

νέους ναυαγούς

 

 

Insomnia

 

 Μέσα στο σκοτάδι της σιωπής

αναβοσβήνουν σαν μικρά λαμπιόνια

σκέψεις - μα και προσευχές - 

σαν να πέρασε ολάκερος αιώνας.

Ξύπνημα μέσα από τον λήθαργο

και επιστροφή στην αοκνία,

καθώς η μοχθηρή Θεά τής λήθης

ζυγίζει με κλεψύδρα τις πράξεις μου.

Παραμένω μουδιασμένος και παράλυτος, 

το μικρό διαμέρισμα μοιάζει με φυλακή.

Ένα λιτό και καλοδουλεμένο κλουβί

για δεσμώτες και τσαρλατάνους.

Σαν μικρός μίμος αναπαριστώ βουβός,

παίζοντας από "ασφαλή απόσταση".

Η πόρτα όμως παραμένει κλειστή.

 

"Σάμπως, είχα ποτέ το κλειδί"

 

σιγοψιθυρίζω 



~



Ελευσίνα


Το λεωφορείο απαγκιστρώθηκε

από τις πλαγιές του πεζοδρομίου,

μια νεαρή διοργανώτρια

ανήγγειλε το πρόγραμμα.

Συλλογή υπογραφών.

Από το Σύνταγμα

οδεύουμε το απόγευμα προς την Ελευσίνα

στη γη της "Αγέλαστου Πέτρας",

στη γη των Σαλών,

και του Παναγιώτη Φαρμάκη,

στη γη των μυστηρίων της ζωής και του θανάτου .

Η Περσεφόνη μελαγχολική ακόμη ακουγόταν

να κλαίει μέσα στο ανάκτορο του Πλούτωνα,

ενώ στα γκρεμίσματα ενός σύγχρονου κόσμου

σίγουρου αρκετά για την πύρρειο νίκη του

έναντι των στοιχειών, 

έβοσκαν τσουκνίδες

σαν μελαγχολικά θραύσματα

ενός μεταβιομηχανικού πλέον τοπίου.

Άφιξη στο παλιό ελαιοτριβείο,

θρύψαλο μιας περασμένης εποχής.

Η παράσταση σε λίγο ξεκίνησε,

μα η καρδιά μου 

έμεινε στα θολά νερά του λιμανιού

τα γεμάτα πετρέλαιο, βενζίνη και σκουπίδια. 



~

 

 

 Ο  ψίθυρος  του  σπηλαίου
 ή δεύτερη διαθήκη


 Πιστέψαμε  στα  πιο  όμορφα  όνειρα
 καθώς  ο  νους  μας  γυρόφερνε
 γύρω  από  μια  ελπίδα.
 Μια  ελπίδα  αθώα  και  παιδική.


 Τα  ξεθωριασμένα  όνειρα  αυτά  θυμάμαι
 κάθε  φορά  που  κοιτάζω  με  αναπόληση
 τις  χαρακωμένες  σελίδες.
 Θυμάμαι  την  οργή,  τον  πόνο  και  την  αγάπη.


 Άραγε  είχε  νόημα  η  πίστη  σε  μια  ιδέα;
 Είχε  νόημα  η  πίστη  στη  ζωή;
 Λόγια  που  δεν  μπορούν  να  γραφτούν
 λέξεις  που  δεν  μπορούν  να  εκφραστούν
 κατακλύζουν  τις  σκέψεις  μου.


 Η  σιγή  του  ημερολογίου  έγινε  καθημερινότητα.
 Τα  παλιά  ιδανικά  προδόθηκαν
 κάτω  από  την  μπότα  του  κομφορμισμού.


 Προσπάθησα  να  αγαπήσω  και  να  αγαπηθώ
 να  πιστέψω  και  να  με  πιστέψουν.


 μάταια


 Η  αλαζονεία  της  μοναξιάς  νίκησε 


 "Άκου  τον  ψίθυρό  μου  από  τη  σπηλιά
 και  απομακρύνσου"




 

 

 


Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

Ήταν Μάιος ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες οφειλές να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου. Τις Κυριακές κοιτάζω τις βιτρίνες, μοιάζουν κουρασμένες γυναίκες που προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ άπλυτα και να ταιριάξουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Κάποιες Κυριακές τουλάχιστον θυμάμαι τον πατέρα ν’ ανάβει μια φωτιά κι εμείς ν’ απλώνουμε τα χέρια· ήταν Μάιος κι εγώ χαμογελούσα.     Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, Αθήνα 2024, [σελ.42]  

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου. Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη. Κι εγώ… που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω, είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι, δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!» πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου. Καντήλι ανάβω στον ωκεανό προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου. Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου ήρθες με χέρια ματωμένα και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου. «Μάνα» σου φώναζα «Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω». Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο τα μάτια μαυρισμένα τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα. Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω μου κλέψανε τη νιότη μου. «Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε» η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή μην τρομάζεις με τον άνθρωπο και τις υπεκ...

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

  Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο. Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569                         Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα,  Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020] Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής κι εμείς στις όχθες παίζοντας   τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες   σε κυνηγούσα κι έτρεχες σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας μέχρι που κάποια στιγμή θα γίνω πηγή μού φωνάζεις μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα κι εσύ αμέσως άφαντη   από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα έρχομαι αφρισμένος να σε βρω ~~~ Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, ...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.