Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μαλβίνα Ιωσηφίδου ~ Ποιήματα

 

« εκτίθεμαι »

Πάει να πει
Βγάζω προς  τα έξω
τα μέσα μου.
Γράφω στο χαρτί
κείμενα και έμμετρα,
τάχα αδιάφορα,
Εκεί μέσα , εγώ 
Αναρτώ στον τοίχο μου
καθώς σήμερα λέμε
το σχοινί της μπουγάδας
και κρεμάω με μανταλάκια
Επιθυμίες
Όνειρα 
Συναισθήματα 
Εμμονές 
Ενθύμια 
Ύστερα κρύβομαι 
πίσω από τον τοίχο μου 
και κλαίω 
για όλα αυτά που έγραψα   
για όλα αυτά που έσβησα.
Μετά αποφασίζω 
και ξανά
ΕΚΤΙΘΕΜΑΙ !
 
 
 
 
 
 « μικρός Νοτιάς »
Σαλιώνω των δακτύλων το δείκτη
Να δω σήμερα από πού φυσάει
Αυτός ο άνεμος
Μικρός νοτιάς
Της φιλύρας τα κέρινα κίτρινα φύλλα
Του γενέθλιου αστερισμού να τρεμοπαίζει
Σαν τα τσίνορά σου που μαρτυρούν 
Ότι όπου να ´ναι θα ξυπνήσεις 
Καφέ  θα ετοιμάσεις
Θα ανοίξεις τον υπολογιστή 
Να διαβάσεις το μήνυμα
Που σου έστειλα
Μα ακόμα δεν έγραψα
Πατάς το πλήκτρο πάλι και πάλι
Να κατεβάσεις το μήνυμα 
Που δεν θάρθει
Απρόσεχτα σκουντάς το φλυτζάνι
Μαυρίζει η οθόνη
 
 
 
 
 
 « Το αντικλείδι »
 
Αν τύχει κι έλθεις τις ώρες που λείπω
Να προσέξεις εκεί στον τοίχο
Υπάρχει ένα τούβλο χωρίς αρμό 
Μετακινούμενο συναίσθημα
Το τραβάς εύκολα
Θα δεις το αντικλείδι εκεί κρυμμένο
Το παίρνεις κι όλες τις πόρτες ανοίγεις
Αλλά φεύγοντας
Μια κι εγώ θα λείπω
Πετάς το κλειδί στη λίμνη, ή
Το αφήνεις στον άνεμο, ή
Το παίρνεις ενθύμιο
Μόνο βάλε πάλι το τούβλο 
-ακριβώς στη θέση του-
Για την ομοιομορφία του τοίχου
 
 
 
 
 
 « παυσίπονα »  
 
Στα στεγανά της ψυχής βόλεψα μυστικά και λάθη
Φίλοι μου και  παιδιά μου είναι που ονόματα έχουν
Συγχωρημένα και ασυγχώρετα όλα τα αγαπώ 
Αίμα από το αίμα μου και Σάρξ εκ της σαρκός μου
Από ένα παράθυρο θολά πολυκαιρισμένο τα κοιτώ
Ήσυχα είναι και βολεμένα και υπάκουα
Που και που στέλνω τη νοσοκόμα συνείδηση 
Εμπύρετες καταστάσεις να θεραπεύσει
Άλλοτε μια παραμάνα με μοιρολόγια να τα νανουρίζει 
Να μην ξυπνήσουν και πεινάνε απαρηγόρητα 
Κάπου κάπου τα επιθυμώ κι ανοίγω μια πόρτα αϋπνίας 
Όπως μια μάνα αγκαλιά που αφήνει το παιδί της
σε ξένα χέρια να πάει στη δουλειά 
Σκύβω και τα φιλώ κι αυτά δυνατά γραπώνονται 
με τα άυλα χέρια τους 
Τώρα πια που λιγοστεύουν οι δυνάμεις να τα  απωθώ 
Όταν με πνίγουν φιλιά βεντούζες που πονούν
σταλάζω στη μνήμη παυσίπονα και ηρεμιστικά 
της επιστήμης  που υπηρέτησα.
 
 
 
 
 
 « σενάρια συνωμοσίας »
Γλυστρούν ανά τους αιώνες
Οι εποχές των ανθρώπων 
Αλλάζοντας συνήθειες και τρόπους 
Αλλά και νόηση και συναισθήματα
Μεταλλαγμένος σε κάθε καινούργια εποχή 
Πορεύεται ο άνθρωπος 
Προβληματισμένος πως να κρατήσει
Ακέραιη την ενσυναίσθησή του 
Πως να δαμάσει τη φύση που τον εκδικείται 
Με τα ακραία καιρικά φαινόμενα
Ή να σταθεί απέναντι σε όποιο του λάθος
Αρμέγει εμπειρίες και δημιουργεί 
Θέλγεται από τη σημερινή
Και την εξελιγμένη του μέλλοντος 
Τεχνητή νοημοσύνη και υπερνοημοσύνη
Αναγέννηση ονομάζουν οι κρατούντες
Την 5 G εποχή
Η ζωή με νέες προδιαγραφές 
Πληροφόρησης και παραπληροφόρησης
Πλέον συχνότερα και ταχύτερα
Οι συντεταγμένες της ύπαρξης μεταβάλλονται 
Διαμορφώνοντας τον μετά-άνθρωπο
Αλλάζοντας φιδοπουκάμισο ο άνθρωπος
Εγκαταλείπει μέρος του γενετικού του υλικού 
Γλυστρά έρποντας στην κάθε επόμενη εποχή 
Με μειωμένη την ενσυναίσθηση γιατί
Ένα μέρος της μένει πίσω στο τσόφλι του
Κολυμπάμε σε λογιών λογιών κύματα
Ποικίλων συχνοτήτων
Σε ατέρμονες φρακταλικούς αστερισμούς
Απλωσιές σε καινούριους κόσμους 
Μετρημένους με έτη φωτός
Αστρικές πύλες χωρίς διόδια και διαβατήρια
Η γη ανήσυχα κοιμάται και παραληρεί
Μια καινούρια Οδύσσεια μήπως;

 
 
 

 

Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου. Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη. Κι εγώ… που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω, είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι, δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!» πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου. Καντήλι ανάβω στον ωκεανό προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου. Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου ήρθες με χέρια ματωμένα και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου. «Μάνα» σου φώναζα «Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω». Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο τα μάτια μαυρισμένα τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα. Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω μου κλέψανε τη νιότη μου. «Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε» η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή μην τρομάζεις με τον άνθρωπο και τις υπεκ...

Νίκη Μουσούλη ~ Η στραπατσαρισμένη φτερούγα

 

Βισλάβα Συμπόρσκα (Wisława Anna Szymborska) ~ Ευχαριστίες

  Χρωστάω τόσα πολλά σ' αυτούς που δεν αγαπώ. Την ανακούφιση καθώς αποδέχομαι ότι είναι οι αγαπημένοι κάποιων άλλων. Τη χαρά ότι δεν είμαι εγώ ο λύκος για τα πρόβατά τους. Την γαλήνη που νιώθω, την ελευθερία μαζί τους κι αυτά είναι κάτι που η αγάπη δεν μπορεί ούτε να προσφέρει ούτε καταφέρνει να μειώσει. Δεν τους περιμένω από πόρτα σε παράθυρο. Καρτερική σαν ένα ηλιακό ρολόι καταλαβαίνω αυτά που δεν μπορεί να καταλάβει η αγάπη, συγχωρώ αυτά που δεν θα συγχωρούσε ποτέ. Από το ραντεβού στο γράμμα περνάνε μόλις λίγες μέρες ή εβδομάδες όχι μια αιωνιότητα. Τα ταξίδια μαζί τους είναι πάντοτε επιτυχημένα όπως και τα κοντσέρτα που ακούσαμε, οι καθεδρικοί ναοί που επισκεφθήκαμε, τα τοπία που ξεχωρίσαμε. Κι όταν μας χωρίζουν επτά βουνά και ποτάμια είναι τα βουνά και τα ποτάμια που τα εντοπίζουμε αμέσως απ' τον χάρτη. Σ' αυτούς οφείλεται το γεγονός ότι ζω σε τρεις διαστάσεις, σ' ένα αντιλυρικό και αντιρητορικό διάστημα, μ' έναν ορίζοντα πραγματικό γιατί μετακινείται. Οι ίδιοι ...

Οι ουλές ~ Ζωή Καρέλλη

  Σαν πεινασμένα στόματα που δεν εχόρτασαν, ανοίγουν οι επιθυμίες πληγές απάνω μας, που μένουν ανοιχτές και δεν περνούν, πληγές που μας πονούν. Αν χέρι συμπονετικό δε μας τις γιάνει, αν λόγος συμπονετικός δεν μας τις γλυκάνει, λόγος παρήγορος, που ξέρει, απαλός, τα τραύματα αφορμίζουν. Περνάει καιρός και κλείνουν, γιατί πρέπει να ζήσουμε. Όμως σημάδια αφήνουνε, ουλές, που φαίνονται άσχημες, βαθιές. Οι αληθινές μορφές είναι τυραννισμένες. Κι ας μη μας λένε τότε, ας μην κατηγορούν, που είμαστε οι παραμορφωμένοι. Συλλογή: Της Μοναξιάς και της Έπαρσης 1951 Τόμος Α’ (1993) σελ.222 Photography by Laura Makabrescu

Οι λέξεις έχασαν το νόημά τους ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Photo by Robert Doisneau, 1950 Τώρα ξέρω γιατί δεν μπορώ να σε ερωτευτώ, γιατί η πόλη κοιμάται ήσυχα μες στην απάθειά της. Γιατί τα παιδιά πεθαίνουν την ώρα που χαμογελούν από έξυπνες βόμβες λευκού φωσφόρου. Γιατί η φύση εκδικείται αμυνόμενη καθώς αναζητούμε νέους ήρωες, καθοδηγητές, λυτρωτές. Γιατί οι λέξεις έχασαν το νόημά τους, πούλησαν φθηνά το σημαινόμενο και πέρασαν παράνομα στα χέρια αρχαιοκαπήλων. Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2024