Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Stanza ~ Μαρία Καντ (Καντωνίδου)

 


ευθαρσώς και στα ίσα

Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά - ωραίο πρόσωπο, 
ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας
(τι χαράκια κι αυτά για την ποίηση). Λίγο πιο πριν και πιο
έξω το αρχαίο νταμάρι και οι αμαξωτοί.

Χρόνε ανίκατε μάχαν, δεν έχω πλέον χρόνο για μυθιστορίες, 
του είπε ευθαρσώς και στα ίσα. 



ουδόλως ντρεπόταν

Να εξηγούμαστε:
ουδόλως ντρεπόταν για τα καράτια στα φτερά του,
ίσως γι' αυτό να πέθανε
άγγελος μόνο
μόνο άγγελος

σε ράφι βιτρίνας με θέα.

Σαν πιάνει η άνοιξη κι η περσεφόνη, ψάχνω τους από μη-
χανής θεούς μου και τ' αγάλματα, δηλώνει αγωνιωδώς και
αμέριμνος. Και κείνη την αντηλιά την όλο νάζι.

Έξω οι άνθρωποι τρώνε αμίλητοι. 



τι φωνασκούν τα αγάλματα στην αγορά

Και τότε εσύ - για σένα μιλούσαμε πριν, 
τι φωνασκούν τα αγάλματα στην αγορά, να λες,
τι τα φτενά τους δόρατα, τι τα καλοθρεμμένα
ούτ' ένας αίας καταγής, ούτ' ένας τεύκρος κάτω, 
τέτοιοι ψηλοί αστράγαλοι εμένα με λιγώνουν.

Στη γωνία ένας τουρίστας περιμένει το καράβι για το 
                                                                      Πέραμα.
Στη στέρνα ένα σκυλί σαλιώνει το γυαλάκι στην πατούσα του.

Αμφότεροι καρτερικοί.
Αμφότεροι εναγωνίως.



αυτός ο Ονήσιλος

Λοιπόν
α υ τ ό ς 
ο Ονήσιλος, 
όταν κανείς δεν τον θυμάται ολοσχερώς,
τακτοποιεί τις τριήρεις στις τσέπες του
και επιδίδεται σε βόλτες ακίνητος

ενίοτε σταματά για ένα ρακόμελο

είναι ο τρόπος του να επιστρέφει,
θα σχολιάσει ο ανταποκριτής.



Ίκαρος

Στις σκουριές του λαυρίου αριθ. 7
βότσαλα πετροβολούν έναν Ίκαρο
(κανείς δεν αμφισβητεί τις προθέσεις τους να παίξουν)

-ανώδυνα πέσε, τον ορμηνεύουν.

Έχει προηγηθεί ο ήλιος.



επιλαθού

Ωστόσο
Όλο και πιο συχνά ξυπνώ με τα μάτια και τα πόδια πρησμένα.
Είναι που στον ύπνο μου βλέπω ταινίες με λάμπουσα πόλη εμένα.

Δεν είμαι του αλεξανδρινού η πόλη εγώ, δεν είμαι του πολύτροπου.
Δεν είμαι του περιπτερά, σόλωνος και ασκληπιού γωνία.
Είμαι απλά μια πόλη με μεγάλη οθόνη και άσπρο χασέ.
Από τις δίπλες του εμφανίζεται ένας κένταυρος σε σχήμα πουλιού.
Τον λεν επιλαθού και έρχεται για να αναγγείλει.

Γυμνοί αλλάζουμε σταθμούς, μα εις μάτην.



μη και σε ντύσουν ελαφρώς

Νόμιζες πως θα σε άφηνα να αφανιστείς στο χιόνι; είπε και
άρχισε να γδύνεται σχεδόν απρόσεκτα, σχεδόν προκλητικά, 
σχεδόν με τον τρόπο του Ιούλη στο ακρογιάλι, ξεκινώντας, 
σε κάθε περίπτωση, από το κασκόλ, τα όστρακα και τις 
λειχήνες, και τότε, ω τότε, θυμήθηκα το σώμα σου και πώς
εξοστρακίζονται οι λέξεις στο λαιμό σου μη και σε ντύσουν
ελαφρώς - 

                                                        καις.

Μήνες τώρα ο Ιούλης επιστρέφει καιόμενος.




δεν φεύγουν τα τρένα, αλλά οι σταθμοί

Δεν φεύγουν τα τρένα, αλλά οι σταθμοί.
Και οι σταθμοί δεν έχουν θάνατο.
Να αποδειχθεί.

Έξω λαμπυρίζει ένα περίπτερο
κι εσύ μου μιλάς για γιουκαλίλι,
πες το μου, γύρω καρέκλες και χειρολαβές
σε εξαιρετική επί του παρόντος κατάσταση
όπως ακριβώς και οι ράγες στα πόδια σου -

τι άλλη απόδειξη θέλεις;

Καμία.




πώς φεύγεις;

Πώς φεύγεις πριν φύγεις;
Πώς ήρθες πριν νάρθεις;

(έχε μαζί σου σακ-βουαγιάζ και επιρρήματα)




τη θάλασσα, λέει 

Τη θάλασσα, λέει.
Γιατί δεν μου χαϊδεύεις τη θάλασσα;
καθώς
στα πόδια μας ανηφορίζει ένας καημός και ένα καράβι της γραμμής ανεπιφύλακτο, πλέει για λίγο και τινάζεται, μουσκίδι ο άνεμος και οι φτενές τζαμαρίες και τα λευκά ποπ κορν του μικροπωλητή - ματαιότης ματαιοτήτων, εξανίσταται.
Τη θάλασσα, λέω.
Γιατί δεν μου χαϊδεύεις τη θάλασσα;



επέστρεφε

Ώρα εβδόμη πρωινή.
Επιμένεις να σε διεκδικούν προστακτικές,
όπως, για παράδειγμα,
σβήνε (το) φως και επέστρεφε.
Στον απέναντι τοίχο, φλυαρεί ένα κάτοπτρο.
Ολόσωμο. Σχεδόν αναθηματικό.







“stanza”, εκδόσεις Gutenberg 2021




Photo: Maria Kant “Statue and asphodels”
Βάμος Αποκορώνου, 2018




Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου. Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη. Κι εγώ… που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω, είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι, δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!» πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου. Καντήλι ανάβω στον ωκεανό προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου. Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου ήρθες με χέρια ματωμένα και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου. «Μάνα» σου φώναζα «Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω». Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο τα μάτια μαυρισμένα τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα. Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω μου κλέψανε τη νιότη μου. «Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε» η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή μην τρομάζεις με τον άνθρωπο και τις υπεκ...

Νίκη Μουσούλη ~ Η στραπατσαρισμένη φτερούγα

 

Βισλάβα Συμπόρσκα (Wisława Anna Szymborska) ~ Ευχαριστίες

  Χρωστάω τόσα πολλά σ' αυτούς που δεν αγαπώ. Την ανακούφιση καθώς αποδέχομαι ότι είναι οι αγαπημένοι κάποιων άλλων. Τη χαρά ότι δεν είμαι εγώ ο λύκος για τα πρόβατά τους. Την γαλήνη που νιώθω, την ελευθερία μαζί τους κι αυτά είναι κάτι που η αγάπη δεν μπορεί ούτε να προσφέρει ούτε καταφέρνει να μειώσει. Δεν τους περιμένω από πόρτα σε παράθυρο. Καρτερική σαν ένα ηλιακό ρολόι καταλαβαίνω αυτά που δεν μπορεί να καταλάβει η αγάπη, συγχωρώ αυτά που δεν θα συγχωρούσε ποτέ. Από το ραντεβού στο γράμμα περνάνε μόλις λίγες μέρες ή εβδομάδες όχι μια αιωνιότητα. Τα ταξίδια μαζί τους είναι πάντοτε επιτυχημένα όπως και τα κοντσέρτα που ακούσαμε, οι καθεδρικοί ναοί που επισκεφθήκαμε, τα τοπία που ξεχωρίσαμε. Κι όταν μας χωρίζουν επτά βουνά και ποτάμια είναι τα βουνά και τα ποτάμια που τα εντοπίζουμε αμέσως απ' τον χάρτη. Σ' αυτούς οφείλεται το γεγονός ότι ζω σε τρεις διαστάσεις, σ' ένα αντιλυρικό και αντιρητορικό διάστημα, μ' έναν ορίζοντα πραγματικό γιατί μετακινείται. Οι ίδιοι ...

Οι ουλές ~ Ζωή Καρέλλη

  Σαν πεινασμένα στόματα που δεν εχόρτασαν, ανοίγουν οι επιθυμίες πληγές απάνω μας, που μένουν ανοιχτές και δεν περνούν, πληγές που μας πονούν. Αν χέρι συμπονετικό δε μας τις γιάνει, αν λόγος συμπονετικός δεν μας τις γλυκάνει, λόγος παρήγορος, που ξέρει, απαλός, τα τραύματα αφορμίζουν. Περνάει καιρός και κλείνουν, γιατί πρέπει να ζήσουμε. Όμως σημάδια αφήνουνε, ουλές, που φαίνονται άσχημες, βαθιές. Οι αληθινές μορφές είναι τυραννισμένες. Κι ας μη μας λένε τότε, ας μην κατηγορούν, που είμαστε οι παραμορφωμένοι. Συλλογή: Της Μοναξιάς και της Έπαρσης 1951 Τόμος Α’ (1993) σελ.222 Photography by Laura Makabrescu

Οι λέξεις έχασαν το νόημά τους ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Photo by Robert Doisneau, 1950 Τώρα ξέρω γιατί δεν μπορώ να σε ερωτευτώ, γιατί η πόλη κοιμάται ήσυχα μες στην απάθειά της. Γιατί τα παιδιά πεθαίνουν την ώρα που χαμογελούν από έξυπνες βόμβες λευκού φωσφόρου. Γιατί η φύση εκδικείται αμυνόμενη καθώς αναζητούμε νέους ήρωες, καθοδηγητές, λυτρωτές. Γιατί οι λέξεις έχασαν το νόημά τους, πούλησαν φθηνά το σημαινόμενο και πέρασαν παράνομα στα χέρια αρχαιοκαπήλων. Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2024