Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

"Οι σκιές του κόσμου" ~ Γιώργος Δρίτσας [Η τρέλα στην ποίηση ή η ποίηση στην τρέλα: μερικά λόγια για τον ύστερο Ρώμο Φιλύρα]





Η τρέλα στην ποίηση ή η ποίηση στην τρέλα: μερικά λόγια για τον ύστερο Ρώμο Φιλύρα*

Γιώργος Δρίτσας

Επειδή οι ομιλητές που προηγήθηκαν και είναι ειδικοί επί του θέματος, μίλησαν πολύ αναλυτικά και διεξοδικά για τον ποιητή Ρώμο Φιλύρα και πιο συγκεκριμένα για τη ζωή και το έργο του, εγώ με τη σειρά μου θα προσπαθήσω σύντομα να αναφερθώ στην έννοια της τρέλας στο έργο του και το πως αυτή παρουσιάζεται, έμμεσα ή άμεσα, μέσα σε αυτό. Ήταν, εν τέλει, ο μεγάλος αυτός ποιητής ένας άνθρωπος τόσο χαμένος στους λαβυρίνθους στο μυαλού του;  Προτού, όμως, ξεκινήσουμε να αναφερόμαστε σε αυτό το ζήτημα, με βάση τα πεζά αυτοβιογραφικά κείμενα του ίδιου του ποιητή και των ποιημάτων κυρίως από τον δεύτερο τόμο των ευρεθέντων εκτός συλλογών ποιημάτων που έγραψε έγκλειστος στο ψυχιατρείο, θα πρέπει να αναφερθούμε στη σύνδεση καλλιτέχνη και δημιουργήματός, μιας και η ίδια η ποίηση είναι μια από τις κυριότερες μορφές τέχνης.

Ξεκινώντας πρέπει να ειπωθεί ότι η δύναμη του καλλιτέχνη βρίσκεται στο βάθος αυτού που θέλει να εκφράσει και όχι στο να δημιουργήσει με σκοπό να προκαλέσει ή κατά παραγγελία της μόδας, είναι δηλαδή προσωπικό βίωμα η καλλιτεχνική του δημιουργία. Έτσι η μοναδικότητα προϋποθέτει την ανεπανάληπτη ισχύ της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που βασίζεται στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Για μένα ο Φιλύρας αυτό αποτυπώνει στην ποιητική τέχνη του και όχι κάποια ψυχική νόσο, ασχέτως του αν βαπτίζεται μερικές φορές τρέλα και παράνοια ο υπερβάλλων οίστρος στην ποιητική σύνθεση.

Ο ίδιος όντας πρόδρομος μιας «καταραμένης» για πολλούς γενιάς, της γενιάς τού 30’, γενιά πολλών αυτοχείρων και του ίδιου του Καρυωτάκη, ο οποίος διάβαζε εξάλλου Φιλύρα (όπως μαρτυρά το ποίημα «Υποθήκαι»),[1] η οποία έζησε μέσα στις άθλιες συνθήκες που έφερε η μικρασιατική καταστροφή· όταν όλα τα ιδανικά κατέπεσαν και οι μεγάλες εθνικές αφηγήσεις διαλύθηκαν μέσα στη σήψη μιας εποχής ευρισκόμενης σε κοινωνική και ηθική εξαθλίωση, και των υπερρεαλιστών,[2] λόγω των γλωσσικών του ακροβατισμών του,[3] ο Ρώμος Φιλύρας έπλασε με ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο έναν δικό του κόσμο μέσω της ποίησής του, όπως θα δούμε και παρακάτω.

Ο Φιλύρας ενέχει στον ποιητικό του διάκοσμο «ένα κρυφό σπαραγμό» μια «διάσπαση της προσωπικότητας», έναν «οίκτο για την ατομική κατάσταση»,[4] μαζί με μια έντονη διάθεση αρκετά ευφυούς αυτοσαρκασμού, κυρίως στα πεζά, ιδιαίτερα στο μεταγενέστερο έργο του της περιόδου του εγκλεισμού, πράγματα που συναντάμε κυρίως στον Καρυωτάκη και εν μέρει σε όσους ακολούθησαν. Έτσι στα πεζά του διακρίνουμε αρχικά έναν αυτοσαρκασμό και έναν καταθλιπτικό πόνο, όπως στο «Θεατρίνο της ζωής», όπου με πικρία αναφέρει ότι τον ξέχασαν ακόμη και άνθρωποι που τον καταλάβαιναν.[5] Αυτόν τον μελαγχολικό αυτοσαρκασμό του, που θυμίζει αρκετά τον Γάλλο Αντονέν Αρτώ, τον επαναθεμελειώνει στην «Παράδοξην Αυτοβιογραφίαν μου».

Μια αυτοβιογραφία γεμάτη με αφηγήσεις τόσο για πραγματικά γεγονότα όσο και με αναφορές περί της δήθεν αριστοκρατικής του καταγωγής  και με εξομολογήσεις του τύπου ότι ήθελε να γίνει μεγάλος ποιητής από μικρός αλλιώς θα «αυτοκτονούσε»,[6] με ταυτόχρονες υποτιμητικές αναφορές στη «μάζα» και στις «μικροαστικές ευπρέπειες».[7] Στο πιο χαρακτηριστικό του πεζό δε, «Η ζωή μου στο Δρομοκαΐτειον», όπου περιγράφει τη ζωή του στο γνωστό ψυχιατρείο στο οποίο πήγε από μόνος του, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, επανέρχεται η περιπαικτική του αυτή διάθεση «κραυγάζοντας», γραπτώς, «ζήτω η τρέλα».[8] Η μελαγχολία του, όμως, και η πεποίθησή του ότι τον εγκατέλειψαν επανέρχεται, όπως θα δούμε καθαρότερα παρακάτω και σε κάποια ποιήματά του της εποχής εκείνης, αυτοταυτιζόμενος μάλιστα με τον Βιζυηνό και τον Μητσάκη, οι οποίοι είχαν ανάλογη κατάληξη με αυτόν.[9] Μέσα από την εικονοκλασία αυτή αφηρημένου και εμπειρικού, βιωματικού και υποκειμενικού, συμπτύσσεται ο λυρικός κόσμος του Φιλύρα στα πεζά του.

Στα ποιήματα τώρα του εγκλεισμού επανευρίσκεται ξανά η μελαγχολική του διάθεση. Πιο συγκεκριμένα η μελαγχολία αυτή έχει να κάνει κυρίως με τα χρόνια που περνούν («Στο νέο χρόνο» - πως άσπρισαν τα ολόμαυρα μαλλιά μας),[10] «τα δάκρυα των κοκάλων στις νύχτες του Αιώνα» («Τα δάκρυα των πραγμάτων»)[11], μένοντας πάντα μακριά από όλους («Εξιλασμός» – στα συμπόσια είχα μείνει ξένος)[12] και μη δίνοντας σημασία στις ετυμηγορίες των κριτικών της εποχής του («Γράφουμε τα τραγούδια μας»- Μας βγάλανε παρανόμια, μας καλούνερομαντικούς και κλασικούςΠρος τι;).[13] Ούτως ή άλλως, η ζωή του βρίσκει νόημα στο πρόσκαιρο γέλιο και στο πιο μαύρο δάκρυ, όπως λέει και ο ίδιος στο ποίημα «Οι Μποέμ»,[14] με το κίνημα των οποίων ταυτιζόταν. Ο θάνατος, λόγω όλων αυτών, έχει πάντα παρουσία στους στίχους του, καθώς η ματαιότητα της ζωής τον απασχολεί - καθώς η «στράτα» της ζωής  οδηγεί «στα κυπαρίσσια» («Ματαιότης»).[15]

Η πάλη του αυτή με τον χρόνο καταγράφεται, λόγω της έντονης θέλησής του για να αποτυπώσει μια πιο βαθιά υφή του κόσμου, μέσω της υπεραισθητής ευαισθησίας της στιχοπλασίας του. Κάτι που διαφαίνεται με την ταύτισή του με τον «Δον Κιχώτη» και με τον «Πιερότο» - στα ομότιτλα ποιήματά του, αφού και αυτός κυνηγάει ανεμόμυλους εν τέλει ηρωικά αυτοσαρκαζόμενος με πάθος, ενάντια στους χυδαίους, τους μικρούς («Διαθήκη» - Χυδαίων λαός παράταιρος και το τρανό μολεύει)[16] και τους ξιπασμένους[17]· («Η λίγη ζωής μας») που χορεύουν μέσα στα ερείπια της ίδιας της χώρας που τον πονά («Ρημαγμένη χώρα»- Όλα χωνεύουν στην ίδια τους στάχτη…)[18] και δεν που δεν καταλαβαίνουν του λυπημένου «τη στιγμή, το μεγάλο παλμό» και του αυτοκτόνου «την κίνησην, ίσια,που πετάει σαν οκνός τα ζωή» («Εσείς»).[19] 

Αυτή η μεταφυσική αίσθηση ένωσης με το σύμπαν διαπερνάει, λοιπόν, την ποίησή του, έχοντας μιας αρκετά φιλοσοφική διάσταση, όπως βλέπουμε στα ποιήματα «Επιστροφή στη Φύση», «Μοίρα Άγει», «Ο Παν», «Αφοσιώσεις», «Το Σύμπαν», «Φύση» και ένα όραμα για μια νέα αναγέννηση που θα κυνηγήσει «ένα σκίρτημα ανανέωσης» των παλιών πόθων («Αναγέννηση»),[20] το οποίο όμως δεν κατορθώνει πάντα να αποτυπώσει («Διαθήκη» – Μα δεν κατόρθωσα θεία να μιλήσω,παλμό να δώσω και να συγκλονίσωτην άπειρη ψυχή του κόσμου σε σεισμό, και «Δεν έφθασα ψηλά» – δεν έκραξα στ’ αστέρια),[21] χωρίς, όμως, ποτέ να χάνει το προνόμιο ενός «προφήτη - ποιητή» - έστω και αν κρύβεται μια υποδόρια ειρωνεία σε αυτόν τον έμμεσο αυτοχαρακτηρισμό του («Ποιητής»).[22] Όμως στο τέλος πάντα επιστρέφει στο σκοτάδι του νεκροκρέβατου των ονείρων και των ελπίδων του, περιμένοντας μοναχικά μια σωματική ανάρρωση που δεν θα έλθει ποτέ («Ανάρρωση» – Όλες οι ελπίδες νέκρωσαν και τα όνειρα όλα, τα παλιά/ τη στείρα γοητεία μου μια σκοτεινάδα αδράχνει),[23] από την οποία τραγική κατάσταση πηγάζουν και αρκετοί τίτλοι των ποιημάτων του (βλ. τα ποιήματα, «Απόγνωση», «Μελαγχολία», «Εγκατάλειψη»).

Κλείνοντας, όπως παρατηρούμε, καθώς περνούσαν τα χρόνια  και μετά τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο, όπου βρήκε βέβαια εν τέλει λίγη ησυχία από τη σκληρότητα της κοινωνίας, ο Ρώμος Φιλύρας αποτυπώνει καλύτερα την πραγματική του επαφή με την ποίηση. Τόσο σαν προσωπικό βίωμα όσο και ως έναν τρόπο να έρθει σε επικοινωνία με κάτι που δεν κατανοούμε  με τη λογική αλλά απλά το νιώθουμε, κάτι που είναι πέρα από τις λέξεις και όμως τις περικλείει σαν άχραντο μυστήριο, κάτι που οι ποιητές Γιώργος Σαραντάρης και Απόστολος Μαμμέλης προσπάθησαν να σκιαγραφήσουν, επίσης, μέσω της ποίησής τους. Η τρέλα, λοιπόν, ως μια δήθεν «δυσλειτουργική κατάσταση» που δημιουργεί ψυχώσεις κατά τη γενική αντίληψη, κάθε άλλο παρά αφορά την ποίηση του Ρώμου Φιλύρα, ο οποίος μέσα σε όσα γράφει φανερώνει, κατά κύριο λόγο, μια άλλη μορφή ένωσης με τον κόσμο, πέρα της κάπως ορθολογιστικής ματιάς που θεωρούν λανθασμένα και ανεξέταστα οι περισσότεροι άνθρωποι ως σωστή. 

 

*Το κείμενο της παρούσας εισήγησης εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης - αφιερώματος για τον Ρώμο Φιλύρα επί της ευκαιρίας της επανέκδοσης των «Απάντων» του από τον Χ. Λ. Καράογλου σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Σμίλη», η οποία οργανώθηκε από την Κατερίνα Ατσόγλου και τον Δήμο Σικυωνίων και πραγματοποιήθηκε στο Κιάτο το Σάββατο, 06/04/2024 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Σικυωνίων «η Μηκώνη».



[1] Βλ. Σήφης Κόλλιας, Ρώμος Φιλύρας: η ζωή και το έργο του, εκδ. Αλκαίος, Αθήνα 1972, σελ. 49 και Θάλεια Ιερωνυμάκη, Ο Δανδής και ο Πιερότος: Μαλακάσης, Φιλύρας, Καρυωτάκης, εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2022.

[2] Βλ. Ρώμος Φιλύρας, μια παρουσίαση από τον Γιάννη Δάλλα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 17.

[3] Τάσος Κόρφης, Ρωμός Φιλυράς: Συμβολή στη ζωή και στο έργο του, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1974, σσ. 17-18

[4] Mario VittiΗ γενιά του 30’: Ιδεολογία και μορφή, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1995, σελ. 119.

[5] Βλ. Ρώμος Φιλύρας, Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον: και άλλα αυτοβιογραφικά, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2007, σελ. 32.

[6] Βλ. Στο ίδιο, σσ. 35-56, passim.

[7] Βλ. Στο ίδιο, σσ. 61-62.

[8] Βλ. Στο ίδιο, σσ. 85-86.

[9] Βλ. Στο ίδιο, σελ. 103.

[10] Ρώμος Φιλύρας, Ποιήματα: άπαντα τα ευρεθέντα, τ. Β’, επιμ. Λ. Χ. Καράογλου, εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2023, σελ. 20.

[11] Στο ίδιο, σελ. 379.

[12] Στο ίδιο, σελ. 38.

[13] Στο ίδιο, σελ. 55.

[14] Στο ίδιο, σσ. 71-72.

[15] Στο ίδιο, σελ. 171.

[16] Στο ίδιο, σελ. 125.

[17] Στο ίδιο, σελ. 447.

[18] Στο ίδιο, σελ. 151.

[19] Στο ίδιο, σελ. 306.

[20] Στο ίδιο, σελ. 79.

[21] Στο ίδιο, σσ. 162 & 409.

[22] Στο ίδιο, σελ. 424.

[23] Στο ίδιο, σελ. 190.


Σχόλια

Αγαπημένες Αναρτήσεις

Διώνη Δημητριάδου ~ Αδώνιδος κήποι [ΑΩ Εκδόσεις]

Ποιητού το ήθος Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι από φωτιά ν' αστράφτει και να ξερνάει λυγμό τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι Μόνο αυτό θα έχεις των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι Ευχή κι όχι κατάρα με μια ελάχιστη φωνή το πιο βαρύ στα ποιήματα  φορτίο που σηκώνεις Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου  ~~~ Στο μέτρημα Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής αργοσαλεύοντας νυχτερινά ομοιώματα γκρίζες σκιές απ' τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας ώς το ξημέρωμα 'Έπειτα πολύ προσεκτικά το μέτρημα μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν με τους παρόντες οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν Στο τέλος πια σαν αποκάμουν πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά και θριαμβεύσει ο θάνατος ~~~ Συνωμοσία Παμπάλαια μήτρα απ' όπου φύτρωσε η ελπίδα Κι ο απόηχος μιας τελειωμένης μέρας Παράξενα μπερδεύονται  συνομιλούν κρυφά Απ' έξω με αφήνουνε απ' την κλειστή συνωμοσία [χάνεται πνίγετ...

Ήταν Μάιος ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Έχασα στα χαρτιά έχασα στην αγάπη έχασα το σπίτι μου τους φίλους μου έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν και τώρα πληρώνω δόσεις και ληξιπρόθεσμες οφειλές να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου. Τις Κυριακές κοιτάζω τις βιτρίνες, μοιάζουν κουρασμένες γυναίκες που προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ άπλυτα και να ταιριάξουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Κάποιες Κυριακές τουλάχιστον θυμάμαι τον πατέρα ν’ ανάβει μια φωτιά κι εμείς ν’ απλώνουμε τα χέρια· ήταν Μάιος κι εγώ χαμογελούσα.     Κατερίνα Ατσόγλου, Το βάρος της μοναξιάς, εκδ.Βακχικόν, Αθήνα 2024, [σελ.42]  

Ιωάννα Καραμαλή ~ Συνέβη [Εκδόσεις Ενάντια]

  Μοναξιά Σε κάθε βήμα της  σκοτείνιαζε το διάβα σε κάθε ανάσα ο ουρανός της, βάραινε κι εκείνη αμείλικτη συνέχιζε. Σιωπηλή έσκιζε τον δρόμο όπως σκίζεται το δέρμα που διψά για ένα χάδι, όπως πνίγεται η θάλασσα που στεριά δεν ανταμώνει. Μαύρα πουλιά δραπέτευαν  απ' τις ραφές των ρούχων της,  χειμώνες ολάκεροι κρέμονταν στην άκρη των ματιών της μα δάκρυ δεν γεννιόταν. Φτερουγίσματα πένθιμα παγωμένη μελωδία, ο ανυπόφορος βηματισμός της μοναξιάς που μια ψυχή διασχίζει. ~~~ Ψύχρα και λυγίζουν οι σκέψεις στο ταβάνι μου, η υγρασία μου θυμίζει πως ακόμη υπάρχω κι ας περπατώ κάθε βράδυ χιλιόμετρα ολόκληρα στους αρμούς των δρόμων προσπαθώντας να θυμη- θώ ποιο μονοπάτι με έκανε να χάσω τον ειρμό των ονείρων που κάποτε βαστούσα κρυμμένο κάτω από το ψάθινο καπέλο. Κάνει ψύχρα και το καπέλο μου μοιάζει αλλόκοτο, το ταβάνι αμείλικτο κι εγώ σέρνω τα βήματα με  τα μάτια, έρμαιο αρμών γης ατέρμονης. ~~~ Λευκή σιωπή Λευκή σιωπή με χάιδεψε στα βλέμματα των άλλων λευκή σιωπή κατάπι...

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» (Οδ. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό. Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση. ~~~  Ευγενίας μνήμη ~  Νικηφόρος Βρεττάκος  Ανεξιχνίαστες οι βουλές της αγράμματης όσο κ’ η φύση ή όσο κι ο Θεός που γνωρίζουν τα πάντα εξ αιτίας της αγάπης. Λοιπόν, την είδα που πάλευε σκαλωμένη να φτάσει ένα αστέρι, στην κορφή της βελανιδιάς.   (Να το βάλει στο ξύλινο τραπέζι που γράφω εναντίον της νύχτας). Ποιητική Συλλογή “Απογευματινό Ηλιοτρόπιο” (1976) ~~~ Όνειρο ~ Έφη Καλογεροπούλου Είδα τη μητέρα Χαμογελούσε Είχε κόκκινα μαλλιά Γιατί έχεις κόκκινα μαλλιά, μητέρα; Έγινα πιά χρόνος Ο,τι αδειάζει από ουσία, γίνεται απλά χρόνος Χαμόγελο που αστράφτει στο νερό  και χάνεται, δεν το ήξερες; μου είπε Ο χρόνος είναι κόκκινος Κάθε χαμόγελο είναι κόκκινο Ύστερα ήρθαν τα πουλ...

Μάνα ~ Κατερίνα Ατσόγλου

Μάνα, βλέπω τα χέρια σου να τρέμουν κάθε φορά που θες αγάπη να προσφέρεις κι αυτό πληγώνει την καρδιά μου. Έγιναν οι πίκρες φίδια που σε περικυκλώνουν πίνουν το αίμα σου κι ασπρίζουν τα μαλλιά σου τις νύχτες κλαις για μιαν αγάπη στοργική και σφραγισμένη. Κι εγώ… που σου χαρίζω πίκρες δίχως να το θέλω, είμαι κλεισμένη στης θλίψης το κονάκι, δεν έχω θάρρος να σου πω πως «σ’ αγαπώ!» πως θέλω απόψε να γείρω μες στην αγκαλιά σου. Καντήλι ανάβω στον ωκεανό προσφέροντας θυμίαμα για την παρηγοριά σου. Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου ήρθες με χέρια ματωμένα και χτυπούσες τους τοίχους της καρδιάς μου. «Μάνα» σου φώναζα «Μη χτυπάς, δεν έχω άλλα κομμάτια να προσφέρω». Μάνα, σε είδα στον ύπνο μου γέλαγες και το στόμα σου ήταν άδειο τα μάτια μαυρισμένα τα χέρια σου γυμνά και ματωμένα. Μάνα, ήρθες στον ύπνο μου κι ο πόνος σου ούρλιαζε στα αυτιά μου δεν έχω τρόπο να σ’ αγκαλιάσω μου κλέψανε τη νιότη μου. «Σώπα» είπες «όνειρο ήτανε» η αλήθεια είναι ακόμα πιο σκληρή μην τρομάζεις με τον άνθρωπο και τις υπεκ...

Στάθης Κουτσούνης ~ Ποιήματα

  Ο Αλφειός κυνηγά την Αρέθουσα, ενώ η Άρτεμη την προστατεύει με σύννεφο. Γκραβούρα από έκδοση στα Λατινικά των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου. Χαράκτης Solis, Virgil. Ημερ. έκδοσης, 1569                         Αρέθουσα [Στου κανενός τη χώρα,  Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020] Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής κι εμείς στις όχθες παίζοντας   τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες   σε κυνηγούσα κι έτρεχες σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας μέχρι που κάποια στιγμή θα γίνω πηγή μού φωνάζεις μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα κι εσύ αμέσως άφαντη   από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα έρχομαι αφρισμένος να σε βρω ~~~ Το στήθος [Ρόδο σε καθρέφτη, ...

Ανηδονία ~ Κατερίνα Ατσόγλου

  ΑΝΗΔΟΝΙΑ Η εμμονή με το τέλος δεν με αφήνει να χαρώ, με τρώει και χορταίνει κερνά θυμό την ψυχή μου. Αιώνες κουβαλώ αυτήν τη δυστυχία, τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη. Τρεις μέρες μετά εμφανιζόταν μπροστά μου, ζήταγε να βουτήξω στην τρύπα της αμφιβολίας με ρούφαγε η δίνη της κι έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς. Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία μου δίνει φιλιά προδοσίας με παραδίδει έρμαιο μου φορά κόκκινη χλαμύδα και με σπρώχνει σ’ ατέρμονο Γολγοθά. Το Βάρος της μοναξιάς, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2024 Ο θάνατος του Υάκινθου (The Death of Hyacinthos)   του Ζαν Μπρόκ. Ο Θάνατος του Υάκινθου είναι πίνακας που φιλοτέχνησε ο Ζαν Μπροκ το 1801. Φιλοξενείται στη συλλογή Poitiers και εκτίθεται συχνά στο Μουσείο Musée Rupert de Chièvres στο Πουατιέ της Γαλλίας.